«… Δεν αποτελεί τόσο ένα αντικείμενο πίστεως όσο ένα θεμέλιο της ελπίδας μας, ένας καρπός πίστης, που ωρίμασε στην παράδοση. Επομένως ας μείνουμε σιωπηλοί, και ας μην προσπαθούμε να δογματίσουμε σχετικά με την υπέρτατη δόξα της μητέρας του Θεού». Ο συγγραφέας και φίλος του Αγίου Ορους Γκράχαμ Σπήκ, εξηγεί με τον δικό του τρόπο «αυτή την άλλη σχέση του λαού» με την Παναγία. Μια σχέση βαθειάς πίστης, η οποία εξωτερικεύεται σαν εξομολόγηση προς ένα δικό μας πρόσωπο και ας είναι αυτό τηςΘεοτόκου, της Ευαγγελίστριας, της Βρεφοκρατούσας, της Υπερμάχου, της Μεγαλόχαρης, της Παναγιάς ή με όποιο άλλο όνομα και αν την προσκυνά ο λαός, όποια και αν είναι η όψη που της έδωσαν και της δίνουν οι αγιογράφοι, οι υμνολόγοι, οι απλοί άνθρωποι.

Και αυτή η σχέση παραμένει καθαρή και αναλλοίωτη στην Τήνο. Το νησί της Ευαγγελίστριας, όπου εκατομμύρια άνθρωποι δεκάδες χρόνια έρχονται ως εδώ από κάθε γωνιά της γης, ως ικέτες ταπεινοί-όποια και αν είναι η κοσμική τους εξουσία, όποια και αν είναι η περιουσία τους- για να επικοινωνήσουν με τη «μάνα του Χριστού». Απλοί πολίτες, αγωνιστές του 1821, του 1912, του 1940, ισχυροί ηγέτες υπερδυνάμεων, πολιτικοί όλων των κομμάτων, πρίγκιπες και βασιλιάδες, πλούσιοι, διάσημοι ηθοποιοί, αθλητές περπάτησαν στο πλακόστρωτο που οδηγεί από το λιμάνι έως τον ναό, με τα χιλιάδες  τάματα, τα γράμματα που κρύβουν αγωνία και ελπίδα, αλλά και δάκρυα χαράς,  και προσκύνησαν, ικέτεψαν και έφυγαν πιο ανάλαφροι, πιο σίγουροι, πιο ήρεμοι.

Στο γαλάζιο των Κυκλάδων, η Παναγία η Ευαγγελίστρια, έγινε  οδηγήτρια ενός  λαού που και στα δύσκολα και τα εύκολα έσπευσε με χαμηλό βλέμμα να της αποδώσει τιμές και δόξες, ήταν δεν ήταν κοντά στον Θεό και την Ορθοδοξία!

Από το 1823, οπότε και βρέθηκε η εικόνα της Ευαγγελίστριας, ο «ιερός έρωτας» έγινε σύμβολο, «θεία υπογραφή» στον αγώνα ενόςλαούγια την ελευθερία του. Και από τότε «συντρόφευε» κάθε αγωνιστή είτε στο μέτωπο, οδηγήτρια, είτε στα μετόπισθεν ως παρηγορήτρια. Από τον Κολοκοτρώνη και  τον Μακρυγιάννη, έως τον Βενιζέλο και από τον Βενιζέλο έως τους  σημερινούς πολιτικούς. Από τον Τούρκο χιλίαρχο… έως τη μάνα από την Κύπρο, ίδια η προσευχή, ίδιος ο λόγος που τους οδήγησε και τους οδηγεί όλους στην Τήνο: Η ανάγκη να επικοινωνήσουν για λίγο με τη μητέρα του Χριστού, να πουν τα δικά τους γυμνοί από πλούτο, αξιώματα και εγωισμούς.

Η εύρεση της Εικόνας

Το 1823, όταν στην επαναστατημένη Ελλάδα ο διχασμός έφερνε απόγνωση, στην Τήνο οι πιστοί ξέθαβαν την εικόνα της Παναγίας καθοδηγούμενοι, σύμφωνα με την παράδοση, από το όραμα της μοναχής Πελαγίας, που ζούσε στο Μοναστήρι της κυράς των Αγγέλων στο Κεχροβούνι.

Ηταν ένα χρόνο μετά το ξέσπασμα της ελληνικής επανάστασης. Οπως  αναφέρεται στο διάγγελμα του μητροπολίτη Τήνου Γαβριήλ στις 25 Νοεμβρίου 1822, τις μαρτυρίες των κτητόρων του ναού αλλά και το φυλλάδιο του Σταματέλλου Καγκάδη, επιτρόπου και προκρίτου της Τήνου, την πρώτη Κυριακή του Ιουλίου του 1822, η Πελαγία είδε στον ύπνο της μια γυναίκα «η οποία έλαμπε περισσότερο και από τον ήλιο», η οποία την πρόσταξε να σηκωθεί γρήγορα και να συναντήσει τον πρόκριτο του νησιού τον, Σταματέλλο Γκακάδη, ο οποίος με τη σειρά του έπρεπε να ενημερώσει τους Χριστιανούς να «ξεχώσουν τον ναό της», που ήταν θαμμένος στο χωράφι του Αντώνη Δοξαρά κοντά στην πόλη. Να τον ανακαινίσουν και ο ίδιος να επιβλέψει την ανέγερση. Και ότι αν παρακούσει «θέλει έλθει η οργή του υιού της  απροσδόκητος κατά της νήσου».

Η μοναχή δεν αποκάλυψε το όραμά της και την επόμενη Κυριακή, την ίδια ώρα, η ίδια γυναίκα πρόσταξε την Πελαγία να μην παραλείψει αυτή τη φορά να ενημερώσει τον Σταματέλλο Γκακάδη να φροντίσει για την ανέγερση του ναούκαι ότι «περί των εξόδων θέλει φροντίσει η ίδια».

Η Μοναχή Πελαγία και πάλι επιφυλάχτηκε να δημοσιοποιήσει το όραμά της. Και τότε, για τρίτη φορά, την ίδια ώρα και ημέρα Κυριακή φάνηκε η ίδια γυναίκα «αλλά μετά μεγάλου θυμού και εφοβέρισεν αυτήν ότι θέλει κόψει την ζωή της και θέλει σβύσει το όνομά της από το βιβλίο της ζωής», αν δεν πήγαινε αμέσως να φανερώσει το όραμά της και να ζητήσει όπως αρχικά της είχε παραγγείλει να ξεχώσουν τον οίκον της, ο οποίος «είναι θαμμένος στου Αντώνη Δοξαρά το κλείσμα (περιφραγμένο κτήμα) από αμνημονεύτων χρόνων».

Επειτα από τρείς εμφανίσεις της Παναγίας στις 9, 16 και 23 Ιουλίου του 1822, η μοναχή «υποχρεώθηκε» να μεταφέρει την προσταγή της Θεοτόκου. Η Πελαγία στην αρχή φανέρωσε το όραμα στην ηγουμένη του μοναστηριού, Μελανθία, η οποία τη συμβούλεψε να πάει να βρει τον πρόκριτο, ο οποίος ήταν και επίτροπος της μονής και να του περιγράψει τι είχε συμβεί.

Ο επίτροπος Γκακάδης βρισκόταν στο διπλανό χωριό Καρυά. Αυτός, αφού την άκουσε, την έστειλε να διηγηθεί όλα τα περιστατικά στον μητροπολίτη Τήνου Γαβριήλ, «ως τον πλέον αρμόδιον». Αργότερα ο ίδιος ο επίτροπος- πρόκριτος Σταμ. Γκακάδης περιγράφει τη συνάντηση της μοναχής με τον μητροπολίτη, μια περιγραφή την οποία φέρνει έως τις μέρες μας το ίδιο το Πανελλήνιο Ιερό Ιδρυμα της Ευαγγελίστριας Τήνου σε μια έκδοση του 2009: «Ο δε αρχιερεύς, ακούσας με προσοχήν όσα εδιηγήθη η μοναχή γνωρίζων δε και την αρετήν και ευλάβειαν της περί τα θεία έκρινεν ότι το όραμα δεν είναι σκοτεινόν όνειρον αλλά έμφασις νοεράς ψυχής, φωτιζομένης, όσον εγχωρεί εις την ανθρώπινον φύσιν, δια της θείας ελάμψεως καθόσον αύτη αναπτερούται προς τα άνω, χωριζομένης της προσπαθείας των κάτω».

Ο Γαβριήλ χωρίς καμία καθυστέρηση συγκάλεσε στον μητροπολιτικό ναό των Παμμεγίστων Ταξιαρχών συνάντηση των προκρίτων και του κλήρου, με την παρουσία και του Γκακάδη. Στη συνέχεια κάλεσε όλο το ποίμνιο με εγκύκλιο που εξέδωσε να «συντρέξουν όλοι στην ικανοποίηση της Θεομητορικής εντολής» με όποιο τρόπο ο καθένας μπορούσε. Ο Αντώνης Δοξαράς, στο κτήμα του οποίου ήταν «χωσμένος» ο ναός, έλειπε στην Κωνσταντινούπολη. Ετσι η «κατασκαφή» άρχισε τον Σεπτέμβριο του 1822, στον τόπο που είχε υποδειχτεί, στον οποίο όμως δεν φαινόταν κανένα ίχνος κτιρίου. Επειτα από μέρες ανασκαφής ανακαλύφθηκαν ερείπια οικοδομήματος, τα οποία παρέπεμπαν σε ναό. Οπως αναφέρει ο  Δημήτρης Μαυρομαράς το 1865, τα ερείπια εκείνα ανήκαν στον ναό του Προδρόμου και της Θεοτόκου, ο οποίος ήταν σε βάθος 3,50 μέτρα κάτω από το χώμα. Ο ναός βρέθηκε, δεν βρέθηκε όμως η εικόνα και οι εργασίες σταμάτησαν. Τότε «επέπεσεν νόσος πανώλης εις την νήσον, πολύν θάνατο φέρουσα εις τους εντοπίους και παροικούντας ξένους». Τότε αρρώστησε, όχι από πανώλη, και η σύζυγος του Γκακάδη, Ειρήνη και η αδελφή του Κατήγκω Σολωμού. Ο Επίτροπος τότε θυμήθηκε τα όσα του είχε μεταφέρει η Πελαγία περί σκληρής τιμωρίας σε περίπτωση που «δεν ξεχώσουν τον οίκον της» και θα έρχονταν δεινά για το νησί, ανέλαβε το έργο με περισσότερο ζήλο και προθυμία. Με νέα εγκύκλιο στις 25 -11-1822 ο μητροπολίτης κάλεσε τους πιστούς να συμβάλλουν ώστε να «γίνει το κτίριον λαμπρόν και ωραίο». Το διάγγελμα κατέληγε: «Επειδή και ο κύριος Σταματέλλος μη ημπορών να επιστατήσει μόνος του εις αυτό το βάρος παρακαλέσαμεν άλλους τρείς, τον κύριον Γεώργιον Περίδην και κύριον Αντώνιον Καλέργη και κύριον Χατζή Γεώργιον Σιώτον, άνδρας τω όντι θεοσεβείς και ζηλωτάς, εις των οποίων τας χείρας θέλει δίδει ο καθείς εκείνο όπου προαιρείται, δια να συνάζονται εις τας χείρας του κασιέρη Σταματέλλου». Οι τέσσερις είναι οι κτήτορες που είχαν αποδεχτεί τη φροντίδα για την ανέγερση του ναού. Σύμφωνα με όσα έχουν φτάσει έως τις μέρες μας, άρχισε και ολοκληρώθηκε ο δεύτερος κύκλος των εργασιών.Ο μητροπολίτης ζήτησε να γίνει αγιασμός. Ενα παιδί που βρισκόταν εκεί, τους είπε ότι ένα ξηροπήγαδο που είχε εντοπιστεί στο νάρθηκα του ναού σε βάθος 22μέτρων, είχε νερό. Ο αγιασμός έγινε με αυτό το νερό, η ανεύρεση του οποίου θεωρήθηκε θεϊκό σημάδι.

Στις 30 Ιανουαρίου 1823 είχε ήδη αναπτυχθεί η κτιριοδομή του Ναού της Ζωοδόχου Πηγής (οι εργασίες για την ανοικοδόμηση του είχαν αρχίσει τον Οκτώβριο του 1822). Για την ανοικοδόμηση είχαν προστρέξει πολλοί εργάτες από όλο το νησί και έτσι πολύ γρήγορα τελείωσαν οι εργασίες για τον «κάτω ναό»…Επεκταθείς σε πλάτος και μήκος και τιμηθείς με το όνομα Ζωοδόχος Πηγή, για το νερό που πήγαζε. Δεν είχε βρεθεί όμως ακόμη η αγία εικόνα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, μήτε ελπίζετο να ευρεθεί…

Ομως στις 30 Ιανουαρίου του 1823, κατά την εορτή των Τριών Ιεραρχών, την ώρα που πολλοί εργαζόμενοι προσπαθούσαν να εξομαλύνουν το έδαφος του ναού, βρέθηκε η Εικόνα του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, καταχωμένη στην άκρη του νάρθηκα, κομμένη στη μέση από κάποιο κτύπημα όσων έσκαβαν για να την βρουν. Ηταν δε καμένη, σχεδόν απανθρακωμένη στο πίσω μέρος της. Από την κατάσταση στην οποία βρέθηκε, συμπεραίνεται ότι ο ιερός ναός πυρπολήθηκε, όταν η πόλη κυριεύτηκε από τους Σαρακηνούς.

Χρειάστηκε να πλυθεί με πολλή προσοχή, ώστε να φύγουν τα χώματα, οπότε  άρχισε να φαίνεται η μορφή της Παναγίας και του Αρχαγγέλου κάπως θολά από την παλαιότητα, χωρίς όμως αλλοιώσεις.

Η είδηση της εύρεσης της εικόνας διαδόθηκε ταχύτατα σε όλο το νησί και όλοι οι κάτοικοι έσπευσαν στο σημείο. Ηθελαν να προσκυνήσουν την εικόνα που οι εργάτες είχαν ήδη παραδώσει στον μητροπολίτη. Η πανώλη είχε αρχίσει να υποχωρεί. Ομως τότε, όπως αναφέρεται στο φυλλάδιο του Ιδρύματος, καταγράφεται το πρώτο θαύμα: Ο γιός του επιτρόπου Γιώργου Περίδη είχε προσβληθεί από πανώλη χωρίς να το γνωρίζει. Οταν, έπειτα από τρεις μέρες  οι γονείς το παιδιού είδαν τα σημάδια της φοβερής ασθένειας, το μετάφεραν στο νοσοκομείο. Ο πατέρας του πήρε λίγο από το χώμα που σκέπαζε την εικόνα, το ράντισε με αγίασμα και το έδωσε στις νοσοκόμες να χρίσουν τα εξογκώματα κάτω από τις μασχάλες…Την άλλη μέρα το παιδί επέστρεψε σπίτι του γερό και δυνατό!

Μετά την εύρεση της εικόνας, οι επίτροποι αποφάσισαν να κτίσουν τον ναό, για τον οποία χρειάστηκαν μάρμαρα από τη Δήλο, πολλά χρήματα αλλά και μεγάλος αριθμός εργατών. Περί το 1826 η ανέγερση του ναού ολοκληρώθηκε, ενώ το 1880 ολοκληρώθηκε η κατασκευή του συνόλου του κτιριακού συγκροτήματος της Μεγαλόχαρης.

Η Παναγία και το 1821

Η εύρεση της εικόνας, το 1823, μεσούσης της επαναστάσεως, ερμηνεύτηκε τότε ως θεϊκό σημάδι για την ελευθερία της πατρίδος. Η επιτροπή του ιδρύματος σ’ ένα από τα έγγραφά της (Αλέκος Ε. Φλωράκης «Η Παναγία της Τήνου στον Αγώνα του ‘40», έκδοση του Ιδρύματος), αναφέρει: «…Οτε η Ελλάς κυμαινομένη μεταξύ φόβου και ελπίδος ηγωνίζετο τον άνισον μεν αλλ’ ένδοξον υπέρ ελευθερίας αγώνα ανεκαλύφθη ως εκ θαύματος ύπερθεν της πόλεως ταύτης η προ αμνημονεύτων χρόνων υπό γης κεκρυμμένη Ιερά εικών της Ευαγγελιστρίας ήτις ερμηνευομένη τότε ως προάγγελος της εκ του ζυγού απαλλαγής και απολυτρώσεως όλου του Εθνους».

Ο Κωνσταντίνος Οικονόμου ο εξ Οικονόμων υπερθεματίζει: «Τότε δε κατ’ αρχήν του αγώνος η εικών του Ευαγγελισμού επιφανείσα πολλάς τοις αγωνιζομένοις επώμβρισεν ελπίδας χρηστάς, οίον βεβαίαν την επιτυχίαν του αγώνος ευαγγελιζομένη». Ο Μάρκος Σιώτης γράφει: «Μεγάλην απήχησιν εύρε το μήνυμα της ευρέσεως της Ιεράς εικόνος εις τας ψυχάς των ηγετών και πάντων των γενναίων αγωνιστών της επαναστάσεως. Ούτοι πάντες ησθάνοντο κατά τας κρισιμωτέρας στιγμάς επιτελέσεως του προς την πατρίδα χρέους των την παρουσίαν και συμπαράστασιν της Μεγαλόχαρης… Δια τούτο και προσήρχοντο εις την Τήνον, εις πρώτην ευκαιρίαν ως απλοί προσκυνηταί, οπλαρχηγοί, καπεταναίοι και ναύαρχοι της επαναστάσεως… Μεταξύ των προσκυνητών τούτων συγκαταλέγεται πρώτος ο Κωνσταντίνος Κανάρης, ο οποίος το πρώτον προ ακόμη της ανευρέσεως της ιεράς εικόνος, κατά την τελευταίαν σχεδόν φάσιν των ανασκαφών, έλαβε δε ως δώρον τον εις τα ερείπια του αρχαίου ναού ανευρεθέντα μολύβδινον άγγελον. Μετ’ αυτών προσήλθον εις την Τήνον να προσκυνήσουν την θαυματουργόν εικόνα ο Μιαούλης (πολλάκις) ο Καραϊσκάκης, ο Μακρυγιάννης, α Ανθιμος Γαζής, ο Κολοκοτρώνης (άφησε στην εικόνα το δακτυλίδι του), ο Νικηταράς. Ο Μακρυγιάννης στα απομνημονεύματά του αναφέρει με τον δικό του λόγο: «Σηκώθηκα και πήγα εις τα Θερμιά, οτ’ ήμουν αστενής, κι από κει πήγα εις Τήνο. Είχα τη θαμελιά μου εκεί. Εκατζα καμπόσο…Το 1844 τον Σεπτέμβριον πήγα εις την Τήνον να προσκυνήσω. Εκαναν είς την χάρη της είκοσι τρείς ημέρες…».

Μετά την απελευθέρωση η Παναγία της Τήνου γίνεται σύμβολο της κρητικής επανάστασης, αλλά και κάθε αγώνα των Ελλήνων όπου και αν αυτός εξελισσόταν.

Από το 1912 έως και τη μικρασιατική καταστροφή, η Μεγαλόχαρη είναι σημείο αναφοράς για τον απλό λαό, τους στρατιώτες τους πολιτικούς και τους βασιλιάδες. Το γεγονός δε ότι το 1912 το Πάσχα συνέπεσε με τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου, θεωρήθηκε ως προάγγελος ευχάριστων γεγονότων για την Ελλάδα. Ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος για τις νίκες του ελληνικού στρατού και την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης έστειλε στην επιτροπή του Ιδρύματος τηλεγράφημα:«Συναναπέμπω μεθ’ υμών τη Υπερμάχω στρατηγώ επί νίκες, συνευχόμενος τη οδηγία Αυτής και εμμόνω εκτελέσει νικών καθηκόντων, συμπλήρωσιν απολυτρώσεως απάντων προσκυνητών χαριτός της».

Τη βαθειά πίστη προς την Παναγία εξέφρασε με απλό αλλά γνήσιο λόγο ο δεκανέας Αντώνης Στρούμπος, με ένα ποίημά του που δημοσιεύτηκε σε τοπική εφημερίδα το 1922: «Γλυκειά της Τήνου Παναγιά/ κι όλου του κόσμου ελπίδα/ να μας φυλάττης πάντοτε /από εχθρική βολίδα».

Και ήρθε το 1940, όπου η Παναγία περπατά με τους στρατιώτες, σώζει τραυματισμένους και αιχμαλώτους, πότε νοσοκόμα, πότε στρατηγός και πότε παρηγορήτρια στα φτωχόσπιτα που έχαναν στην Πίνδο αγαπημένα πρόσωπα. Η μορφή της τυπωμένη στα «επιστολικά δελτάρια», έκλεινε σε ένα μικρό κομμάτι χαρτιού τον πόνο, την ελπίδα, τα δάκρυα των αγωνιστών του 1940. Της χρονιάς εκείνηςπου η Τήνος, λίγα μέτρα από τον ναό της Ευαγγελιστρίας, έζησε την πιο φρικτή όψη του πολέμου. Τότε στις οκτώμισι το πρωί της 15ης Αυγούστου, ανήμερα του εορτασμού της Θεοτόκου στον όρμο της Τήνου όπου είχε καταπλεύσει για να αποδώσει τιμές το «εύδρομον Ελλη», οι Ιταλοί χτύπησαν με τον πιο ύπουλο τρόπο. Ενα υποβρύχιο του ιταλικού στόλου, το «Ντελφίνο», τορπίλισε το σημαιοστολισμένο πλοίο. Διοικητής των Δωδεκανήσων τότε ήταν ο Ντε Βέκι, ο οποίος είχε ενημερώσει ψευδώς τον Μουσολίνι ότι στη θαλάσσια περιοχή μεταξύ Τήνου και Σύρου κινούνται αγγλικά πλοία. Ετσι το ιταλικό υποβρύχιο «Ντελφίνο» ανέλαβε να δράσει κτυπώντας το «Ελλη», αφήνοντας πίσω συνολικά 10 νεκρούς και 29 τραυματίες. Εντεκα χρόνια αργότερα η ιταλική κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας το έγκλημα, έδωσε στην Ελλάδα ως αποζημίωση το καταδρομικό «Ευγένιος Σαβοΐας», το οποίο μετονομάστηκε σε «Ελλη ΙΙ».

Ο τορπιλισμός του «Ελλη» είχε σαν αποτέλεσμα λαός και πολιτικοί να βγουν από τον κόσμο των ψευδαισθήσεων, να παραβλέψουν τις όποιες διαφορές  και να ενωθούν όλοι κάτω από την ίδια σημαία. Ο πρεσβευτής της Ιταλίας, Γκράτσι, μετά το τέλος του πολέμου στα απομνημονεύματά του διαπίστωνε: «Το έγκλημα της Τήνου είχε ως αποτέλεσμα, για να  μην πω ότι έκανε το θαύμα, να δημιουργηθεί σε όλη την Ελλάδα μια απόλυτη ενότητα ψυχών. Μοναρχικοί και βενιζελικοί, οπαδοί και αντίπαλοι της 4ης Αυγούστου πείστηκαν πως ένα μόνο αδυσώπητο εχθρό είχε η Ελλάδα, την Ιταλία».

Δύο μήνες αργότερα οι καμπάνες του  καμπαναριού  της Ευαγγελίστριας ήχησαν, όταν οι Ιταλοί εισέβαλαν στην Ηπειρο, καλώντας τους πάντες να πολεμήσουν και να εκδικηθούν για το κτύπημα στην «Ελλη». Ο Σπύρος Μελάς έγραφε: «Κλείνοντας βαθειά μεσ’ στην ψυχή του ο καθένας μας τον πόνο και τη λύσσα του -λέει ο αυτόπτης-ενωμένοι στην αγάπη μας για την Ελλάδα, σε μια μόνη θέληση χαλυβδωμένοι, παρακαλέσαμε τη θαυματουργό Παρθένα να μας αξιώσει να εκδικηθούμε με τα καράβια μας τον εχθρό για το άτιμο έγκλημά του».

Μετά το πρώτο ξάφνιασμα που προκάλεσε η ιταλική εισβολή, το κλίμα αντιστράφηκε.«…και η Ελλάς επήδηξεν εις τα όρη ανένδυτος, γυμνή, κουρελού και επολέμησε με τις πέτρες και εσταμάτησε την άτιμον εισβολήν και…περνούν ένα, δύο, τρία, δέκα, δεκαπέντε εικοσιτετράωρα ω -και νικά, Τι θα γίνη;…Θα γίνη ό,τι ήθελε ο Υψιστος, θα γίνη ό,τι έχει αποφασίσει η υβρισμένη παναγία της Τήνου. Θα νικήσωμεν», σημείωνε στην Καθημερινή τον Νοέμβριο του 1940 ο Γεώργιος Βλάχος.

Με τις πρώτες νίκες ο βασιλιάς Γεώργιος Β’ στην ημερησία διαταγή προς τον μαχόμενο στρατό αναφέρει: «…Ενικήσατε Ελληνες πολεμισταί διότι το δίκαιον είνε μαζί σας και διότι ο Θεός και η Παναγία σας προστατεύουν».

Στο ίδιο πνεύμα και η ημερησία διαταγή του αρχιστρατήγου Αλέξανδρου Παπάγου: «…ημείς όλοι είμεθα υπερήφανοι δι αυτούς και ο Θεός και η Παναγία τους ευλογούν από ψηλά».

Στην ημερησία διαταγή της 28ης Οκτωβρίου, ο Παπάγος αναφέρει: «Στρατιώται, ο Θεός είνε μαζί σας, η πληγωμένη Παναγία της Τήνου ευλογεί τον αγώνα σας και σας οδηγεί και Αύτη θα σας δώσει δύναμη για να συντρίψετε οριστικά και τελειωτικά τον ύπουλο εχθρό, πού θέλησε, χωρίς καμία αφορμή, να μας κάνη δούλους»…

Πέρα όμως από τις διαταγές και τα εμπνευσμένα κείμενα των πρωταγωνιστών, το ίδιο το Ιδρυμα της Παναγίας με απόφαση της Διοικούσας Επιτροπής, έρχεται να συνεισφέρει τα μέγιστα στον αγώνα κατά των Ιταλών. Η Επιτροπή την 1η Δεκεμβρίου του 1940 αποφασίζει «ομόφωνα και εκχωρεί, μεταβιβάζει και θέτει εις την διάθεσιν του ευσεβεστάτου Ηγήτορος της Κυβερνήσεως όλα τα εν τω Ιδρύματι της Ευαγγελιστρίας υπάρχοντα και εις αυτό ανήκοντα αναθήματα εις τιμαλφή αντικείμενα και κοσμήματα παντός είδους, συμπεριλαμβανομένων, μετ’ έγκρισιν του αρμοδίου υπουργείου, και των τοιούτων προς αυτό παρ ευσεβών προσκυνητών υπό τον όρον της μη εκποιήσεως, ως επίσης και του εντός θήκης της Πανσέπτου εικόνος  καθηλωμένου από το 1935 έτους πολυτίμου περιδερίου εκ πλατίνης και μπριγιάντ, δωρεά Αικατερίνης Βάττη, είς σχήματα εκ χρυσού μετά των του μαρμαρίνου προσκυνηταρίου της Ιεράς εικόνος χρυσών αφιερωμάτων διαφόρων, εξαιρέσει τινών εξ αυτών εικονιζομένων τον βασιλέα Κωνσταντίνον, εις σχήματα αργυρά και επάργυρα διάφορα και τα εν τω αποθεματικώ Ταμείω ευρισκόμενα και μη εν κυκλοφορία αργυρά ελληνικά και ξένα νομίσματα διάφορα, τα περιλαμβανόμενα εις τα γραμμάτια αναθημάτων τιμαλφών διακοσμήσεως ναού…».

Η κίνηση αυτή της επιτροπής έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από της κυβέρνηση,  το παλάτι και την ηγεσία της Εκκλησίας.

Την ώρα που η επιτροπή προσέφερε την περιουσία του Ιδρύματος για τις ανάγκες του αγώνα, στο μέτωπο η Παναγιά είναι…παρούσα. Συντροφεύει, παρηγορεί, εμπνέει τους στρατιώτες: «…Μας βελονιάζει τα κόκκαλα η νύχτα στ’ αμπριά. Εδώ μέσα μεταφέραμε τα φιλικά πρόσωπά μας και τ’ ασπαζόμαστε, τη μυρωδιά του σπιτιού, τη θέα των λόφων, την άπλα της θάλασσας,τις πλεξούδες των κοριστών, μεταφέραμε τηνΠαναγία με το γαρούφαλλο, ασίκισσα που μας σκεπάζει τα πόδια πριν από το χιόνι, που μας διπλώνει στην μπόλια της πριν απ’ το θάνατο»,γράφει ο Νικηφόρος Βρεττάκος.

Και ο Αγγελος Σικελιανόςπροσεύχεται: «Παρθένα μάνα, το πικρό ποτήρι ως τη στερνή το’ πιαμε στάλα. Δράμε εκεί, που τα ίδια σπλάχνα σου ξεσκίζουν.

Ανοιξ’ το δρόμο, ακοίμητη, να πάμε όπου τουφέκι και λιβανιστήρι.

Οι αρματωμένοι τους ναούς φροντίζουν! Στον ναό σου να μπή ο στρατός σου κάμε».

Την ίδια περίοδο, ο Τίμος Μωραϊτίνης εκφράζεται δυναμικά και απόλυτα με τον δικό του τρόπο: «Δεν είμ’ εγώ το άδικο, το δίκιο είμ’ εγώ/ δεν ειμ’ εγώ κατακτητής, εγώ είμ’ η Ελλάδα/ κι έστησα εδώ τη λόγχη μου αλύγιστη λαμπάδα τη Υπερμάχω Στρατηγώ».

Στα γράμματα από το μέτωπο η Παναγία, για στρατιώτες και αξιωματικούς, είναι η προστάτιδα, η μάνα, η ελπίδα,η ίδια η ζωή που ανεβοκατεβαίνει τα βουνά, που διαβαίνει τα ποτάμια, που φωλιάζει σε σπηλιές πλάι σε τραυματίες και τους περιποιείται με υπομονή και αγάπη.

Και αυτή τη δύναμη της παρουσίας της Παναγίας περιγράφει στο γράμμα του προς την αδελφή του ένας στρατιώτης από τη Χίο: «Αδελφούλα μου, νικούμε! Η Παναγία ολοζώντανη μας ακολουθεί. Παρακαλείτε και σεις όσο μπορείτε, για τη σύντομη τελική νίκη».

Ενας άλλος στρατιώτης εξηγεί στους γονείς του γιατί δεν πρέπει να ανησυχούν: «Αγαπητοί μου γονείς, σεις θα φαντάζεσθε πράγματα φοβερά και τρομερά, ενώ εμάς δεν μας νοιάζει καθόλου. Γι’ αυτό να μη στεναχωριέσθε. Αλλωστε για όλα τα Ελληνόπουλα του μετώπου φροντίζει η Μεγαλόχαρη της Τήνου να τα κρατή γερά και να τους δίνει νίκες και μόνο νίκες. Θέλω να μου γράφετε τακτικά».

Σε κάθε ευκαιρία οι στρατιώτες φροντίζουν να έχουν κάτι από τη μορφή της Παναγίας. Κάτι σαν φυλαχτό. Υπάρχουν όμως και αυτοί που τη θέλουν οδηγήτρια: «Καίτη μου», γράφει στη γυναίκα του ένας στρατιώτης,«δεν θέλω να μου στείλης φανέλλες και κάλτσες. Προτιμώ να μου φτιάξης και να μου στείλης μια σημαία της ξηράς, στο μέγεθός που έχουν τις σημαίες των τα σωματεία. Στο κέντρον, μέσα σ’ ένα χρυσό κύκλο, να βάλης τον Ντίνο να ζωγραφίση την Παναγία της Τήνου. Μια τέτοια σημαία θέλω να κάνω σημαία στον λόχο μας. Θα παραξενεύεσαι γιατί δεν με ήξερες για θρήσκο, αλλά από όσα βλέπουν τα μάτια μου, πιστεύω κι εγώ ότι μια θεϊκή δύναμις συντροφεύει τον στρατόν μας. Αλλωστε πώς μπορούσα να μείνω μόνος εγώ ασυγκίνητος   μέσα στο κύμα της πίστεως που έχει όλος ο στρατός μας προς την Παναγία της Τήνου, που την πιστεύει προστάτιδά του;».

Και φρόντιζαν οι ίδιοι οι στρατιώτες να δείχνουν με κάθε τρόπο τη βαθειά τους πίστη προς την Ευαγγελίστρια. Από το αλβανικό μέτωπο 23 στρατιώτες του 23ου συντάγματος πεζικού, με επιστολή τους προς το Ιερό Ιδρυμα, ζητούν να τελεσθή παράκλησις: «Οι κάτωθι στρατιώτες του 23ου Συντάγματος   προσέφερον τον πενιχρόν όβολόν των δια μιαν παράκλησιν υπέρ της υγείας και της τελικής νίκης των ελληνικού στρατού. Παρακαλούμεν την εκκλησιαστικήν Επιτροπήν όπως κάνη παράκλησιν και διαβασθούν τα ονόματα της υποβαλομένης καταστάσεως οίτινες κατέβαλον το ποσόν των δραχ.630 ας αποστέλομεν δια ταχυδρομικής επιταγής ήνα τελεσθή η παράκλησις».

Από τα πλέον συγκινητικά γράμματα προς τα μέλη της επιτροπής είναι αυτό του υπαξιωματικού Δ. Μεϊμάρη, ο οποίος μέσα από ανορθόγραφα γραμμένες λέξεις τον Μάρτιο του 1941 διατυπώνει με αγνότητα την επιθυμία του: «κύριε επίτροπε Τύνου Ευαγγελιστρίας.

Σας παρακαλώ να δεχθίται αυτό το μικρό δόρον δια την χάριν της Παναγιάς, διότι έτιχα να είμαι ις την Ντίνο ις 15 Αυγούστου 1940 που βούλιαξαν τη Ελλη και ήδα μαι τα μάτια μου την λαχτάραν που πέρασαν τα ναυτάκια μας και   όλοι μας όσοι βρεθήκαμε εκη και οι κάτικη, και γι αυτό νικάμε έναν τόσο ισχιρό εχθρό μαι τη δύναμη της Μεγαλόχαρης και όταν ζήσω με το καλό θα έλθω μόνος μου και θα φέρω το αφιερομά μου τον οποίον έχω τάξη αφού θα γυρίσομεν νικιταί και θα εορτάσομε τη χάρι της όλοι μαζή. Σας παρακαλώ αν λάβεται την παρούσα μου αν θέλετε γραψετέ μου οτι λάβατε και το μικρόν δόρον μου, μια 10άρα, το οποιον περισέβη από ένα στρατιότι».

Με συντροφιά την Παναγιά οι πολεμιστές της Πίνδου χάραζαν τη δική τους πορεία στα χιόνια «με τη λαβομένη της Τήνου να προβαδίζει ψηλόλιγνη». Αυτή την κοινή πορεία στρατιωτών και Παναγίας περιγράφει μοναδικά ο Αγγελος Τερζάκης στο έργο «Ελληνική εποποιΐα 1940-1941»: «Η μάχη της Πίνδου είχε τελειώσει. Ενώ το χιόνι πύκνωνε, ο φαντάρος είχε σηκώσει το γιακά της χλαίνης και με το μάνλιχερ στη χούφτα όπλο και ραβδί προχωρούσε από κάτασπρα καταράχια (…) Επρεπε τώρα να διώξει τον εχθρό από το εθνικό έδαφος, να τον κυνηγήσει όσο πιο μακριά γινόταν. Στο μέτωπο, σ’ όλη τη γραμμή, από τη γαλανή θάλασσα του Ιονίου ίσαμε ψηλά στις παγωμένες Πρέσπες, ο ελληνικός στρατός άρχισε να έχει παντού το ίδιο όραμα: Εβλεπε τις νύχτες μια γυναίκεια μορφή να προβαδίζει, ψηλόλιγνη, αλαφροπερπάτητη, με την καλύπτρα της αναριγμένη από κεφάλι στους ώμους. Την αναγνώριζε, την ήξερε από πάντα, του την είχαν τραγουδήσει σαν είτανε μωρό κι ονειρευότανε στην κούνια. Είταν η μάνα η μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα, η λαβωμένη της Τήνου, η υπέρμαχος στρατηγός».

Κιβωτός της Ορθοδοξίας

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.