Τοῦ Σεβ. Μητροπολίτου Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν κ. Μάρκου
«Εἱστήκεισαν παρὰ τῷ Σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ, ἡ ἀδελφή τῆς μητρὸς αὐτοῦ Μαρία ἡ τοῦ Κλωπᾶ καὶ Μαρία ἡ Μαγδαληνή. Ἰησοῦς οὖν ἰδών τὴν μητέρα αὐτοῦ, καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα ὅν ἠγάπα, λέγει τῇ μητρὶ αὐτοῦ, γύναι ἰδοὺ ὁ υἱός σου. Εἷτα λέγει τῷ μαθητῇ ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου. Καὶ ἀπ’ ἐκείνης τῆς ὥρας ἔλαβεν ὁ μαθητὴς αὐτὴν εἰς τὰ ἴδια»(Ἰωάν. ιθ΄, 25-27).
Χριστιανοί μου, εὐλογημένα παιδιά μου, τὸ θεόπνευστο κείμενο τῆς Ἁγίας Γραφῆς, τόσο στὴν Παλαιά, ὅσο καὶ στὴν Καινὴ Διαθήκη ξεκινάει μὲ μία θαυμάσια πραγματικὰ ἔκφραση χρονολογικοῦ προσδιορισμοῦ. Ἡ Παλαιὰ Διαθήκη ξεκινάει μὲ τὴν ἔκφραση: «Ἐν ἀρχὴ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν Οὐρανὸν καὶ τὴν Γῆν» (Γέν.α΄, 1). Τὸ δὲ κατὰ Ἰωάννην Εὐαγγέλιο τῆς Καινῆς Διαθήκης ξεκινάει μὲ τὴν ἔκφραση: «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος, καὶ ὁ Λόγος ἦν πρὸς τὸν Θεὸν καὶ Θεὸς ἦν ὁ Λόγος» (Ἰωάν, α΄, 1).
Ἀπὸ τὴν στιγμὴ ποὺ ὁ Θεὸς δημιουργεῖ τὸν κόσμο, δημιουργεῖ καὶ τὸν χρόνο. Καὶ ὁ χρόνος ἁγιάζεται καὶ πληροῦται καὶ ἐκπληρώνει τὴν ἀποστολή του ἀπὸ τὴν στιγμὴ κατὰ τὴν ὁποία ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ θὰ ἔρθει στὸν κόσμο καὶ θὰ προσλάβει τὴν ἀνθρώπινη φύση. Πρίν ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ κόσμου ὑπάρχει ὁ Θεός, γιατί ὁ Θεὸς εἶναι Ἄναρχος καὶ ὑπάρχει καὶ ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ, γιατί ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ εἶναι συνάναρχος. Καὶ ὑπάρχει καὶ τὸ Ἅγιον Πνεῦμα, γιατί τὸ Ἅγιον Πνεῦμα εἶναι συναΐδιον. Ὅμως ἀπὸ τὴν ὥρα τῆς δημιουργίας τοῦ κόσμου καὶ τοῦ χρόνου, ὑπάρχουν κάποια γεγονότα, τὰ ὁποῖα συνιστοῦν σημαντικοὺς σταθμοὺς μέσα στὸν χρόνο.
Κορυφαῖες, θὰ ἔλεγα ὑψηλὲς κορυφὲς, ἀπὸ τὶς ὁποῖες μπορεῖ ἡ ψυχὴ τοῦ ἀνθρώπου νὰ ἀτενίζει καὶ πρὸς ὁλόκληρη τὴν ἀνθρώπινη ἱστορία ἀλλὰ κυρίως καὶ πρὸς τὸν οὐρανό. Καὶ μία κορυφαία στιγμὴ τοῦ χρόνου τοῦ ἀνθρωπίνου, μία ὑψηλὴ κορυφὴ τοῦ ἱστορικοῦ γίγνεσθαι, εἶναι ἡ ὥρα ἐκείνη κατὰ τὴν ὁποίαν ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος τοῦ Θεοῦ προσλαμβάνοντας τὴν ἀνθρώπινη φύση, ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστὸς ἑκουσίως, αὐτεπαγγέλτως γενόμενος ὑπήκοος στὸ θέλημα τοῦ Πατρὸς Του μέχρι θανάτου εὑρίσκεται ἐπάνω στὸν Σταυρὸ στὴν κορυφὴ τοῦ Γολγοθᾶ. Εὑρίσκεται μετέωρος ἀνάμεσα στὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἑνώνει τὸν οὐρανὸ καὶ τὴν γῆ. Ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος «Ὅλος ἦν ἐν τοῖς κάτω καὶ τῶν ἄνω οὐδόλως ἀπῆν, ὁ Ἀπερίγραπτος Λόγος» (15ος Οἶκος Ἀκαθίστου Ὕμνου).
Εὑρίσκεται στὸ ὕψος τοῦ Σταυροῦ, σὲ αὐτὸ τὸ δυσθεώρητο ὕψος, ἀκόμα καὶ στὰ μάτια τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων. Μόνος, ἐγκαταλελειμμένος, ἀφημένος ἀπὸ ὅλους τους ἀνθρώπους. Οἱ μαθητές Του, ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγες ὧρες Τοῦ ὑπισχνοῦντο ὅτι θὰ Τὸν ἀκολουθήσουν μέχρι τὸν θάνατο, Τὸν ἔχουν ἐγκαταλείψει.
Εἶναι χαρακτηριστικὸς ὁ λόγος τοῦ ἱεροῦ Εὐαγγελιστοῦ στὴν περιγραφὴ τῆς συλλήψεως τοῦ Χριστοῦ μας μετὰ τὴν ὑπερφυῆ προσευχὴ τῆς Γεσθημανῆ. «Οἱ δὲ ἀφέντες αὐτόν ἅπαντες ἔφυγον» (Μάρκ. ιδ΄, 50). Καὶ οἱ μαθητὲς Του Τὸν ἄφησαν ὅλοι καὶ σηκώθηκαν καὶ ἔφυγαν. Ἕνας ἀπὸ αὐτούς, λίγο νωρίτερα θὰ τὸν προδώσει, ἕνας ἄλλος λίγο ἀργότερα, θὰ τὸν ἀρνηθεῖ. Μόνος Του λοιπὸν, ἐπάνω στὴν κορυφὴ τοῦ Γολγοθᾶ, αἰσθανόμενος ἐγκατάλειψη ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν Θεό, Θεοεγκατάλειψη «ἠλὶ ἠλὶ λαμὰ σαβαχθανὶ» (Ματθ. κζ΄, 46) ἐπιδίδεται σὲ ἕναν ἐνδοτριαδικὸ διάλογο, συζητάει μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα, ἐκπληρώνει τὶς προφητεῖες, συγχωρεῖ τοὺς ἀνθρώπους. Καὶ κάποια στιγμὴ ὁ μοναχὸς Χριστός, ὁ ἀπομονωμένος Χριστός, ὁ ἐγκαταλελειμμένος Χριστὸς στρέφει τὸ βλέμμα ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ οὐρανοῦ πρὸς τὴν γῆ. Ἀπὸ τὸν Θεὸ Πατέρα πρὸς τὴν βάση τοῦ Σταυροῦ.
Καὶ στὴ βάση τοῦ Σταυροῦ ἀνάμεσα σὲ ἕναν κόσμο ποὺ ἡ παρουσία του περισσότερο καθιστᾶ μονήρεις τὶς στιγμές, τὰ μάτια τοῦ Χριστοῦ λουσμένα στὸ αἷμα ποὺ ἐχύνετο ἀπὸ τὸ μέτωπό Του ἀπὸ τὰ ἀγκάθια τοῦ στεφάνου ποὺ εἶχε παγεῖ στὸ μέτωπό Του, τὸ ματωμένο καὶ δακρυσμένο βλέμμα τοῦ Χριστοῦ κοιτάζει κάτω. «Ἰησοῦς οὖν ἰδών»(Ἰωάν. ιθ΄, 26). Εἶδε ὁ Χριστός, εἶδε ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός, εἶδε ὁ Υἱὸς καὶ Λόγος Θεοῦ.
Τὸ βλέμμα τοῦ Χριστοῦ ἔχει μία διαφορετικὴ διάσταση ἀπὸ ὁποιοδήποτε ἄλλο βλέμμα, Χριστιανοί μου, παιδιά μου ἀγαπητά μου σὲ ὁλόκληρο τὸν κόσμο. Γιατί τὸ βλέμμα τοῦ Χριστοῦ ἔχει φῶς μέσα. Γιατί ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς εἶναι τὸ φῶς τοῦ κόσμου. Καὶ ὅταν ἐθεράπευσε τὸν ἐκ γενετῆς τυφλό, θὰ τοῦ δώσει τὴν παρουσίαση τῆς ταυτότητός Του. «Ἐγὼ εἰμὶ τὸ φῶς τοῦ κόσμου, ὁ ἀκολουθῶν ἐμοὶ οὐ μὴ περιπατήσει ἐν τῇ σκοτίᾳ, ἀλλ’ ἕξει τὸ φῶς τῆς ζωῆς» (Ἰωάν. η΄, 12). «Ὁ Χριστὸς φῶς εἰς τὸν κόσμον ἐλήλυθεν» (Ἰωάν. ιβ΄, 46) «ἀλλὰ οἱ ἄνθρωποι ἠγάπησαν τὰ ἔργα τοῦ σκότους μᾶλλον, ἢ τὰ ἔργα τοῦ φωτός» (Ἰωάν. γ΄, 19). Ὁ Χριστὸς ἦρθε Φῶς στὸν κόσμο. Ἀλλὰ ἐμεῖς οἱ ἄνθρωποι προτιμήσαμε τὰ ἔργα τοῦ σκότους, ἀπὸ τὰ ἔργα τοῦ φωτὸς τοῦ Χριστοῦ.
Καὶ ὁ Χριστὸς ἦρθε σὲ ἕνα λαὸ καθήμενο ἐν χώρᾳ καὶ σκιᾷ θανάτου. Σὲ ἕναν λαὸ καθήμενον ἐν σκότει, γιὰ νὰ λάμψει τὸ φῶς Του σὰν ἀστέρι τῆς Βηθλεέμ, σὰν φῶς τῆς Μεταμορφώσεως στὸ Θαβώρ, σὰν φῶς τὸ ὁποῖο ἁπλώνεται στὰ μάτια ἐκείνων οἱ ὁποῖοι ἔχουν καθαρὴ τὴν καρδιά τους. «Μακάριοι οἱ καθαροὶ τῇ καρδίᾳ ὅτι αὐτοὶ τὸν Θεὸν ὄψονται» (Ματθ. ε΄, 8). Αὐτὸ τὸ φῶς, τὸ ὁποῖο βλέπουν οἱ ὁράσεις τῶν ἀνθρώπων, στρέφει τώρα τὴν δική Του ὅραση γιὰ νὰ κοιτάξει στὴν βάση τοῦ Σταυροῦ. Καὶ συναντάει τὸ γεμάτο φῶς βλέμμα τοῦ Χριστοῦ μας καὶ ἕνα ἄλλο φῶς, ἕνα φῶς ποὺ ξεπερνάει τὸ φῶς τοῦ ἥλιου, ἕνα φῶς ποὺ εἶναι καθαρότερο καὶ λαμπρότερο ἀπὸ τὶς ἀκτίνες τοῦ ἥλιου. Κοιτάζει καὶ βλέπει στὴν βάση τοῦ Σταυροῦ «τὴν καθαρωτέραν λαμπηδόνων ἡλιακῶν» (Μεγαλυνάριον Παρακλ. Κανόνος Ὑπεραγίας Θεοτόκου) βλέπει τὴν Παναγία μας, βλέπει τὴν Μητέρα Του, βλέπει τὴν μάνα μας.
Ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστὴς μὲ ἕνα ἰδιαίτερο ρῆμα παρουσιάζει τὴν εἰκόνα τῆς Παναγίας στὴν βάση τοῦ Σταυροῦ. «Εἱστήκεισαν παρὰ τῷ Σταυρῷ τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ μήτηρ αὐτοῦ…» (Ἰωάν. ιθ΄, 25).
Ὁ παρακείμενος εἱστήκεισαν εἶναι τοῦ ρήματος ἵστημι, ἕνα ρῆμα ποὺ πολλὲς φορὲς θὰ χρησιμοποιηθεῖ μέσα στὴν Ἁγία Γραφή. Πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια, ὁ Χριστός μας, μιλώντας στοὺς μαθητὲς Του ἐν παραβολαῖς, θὰ περιγράψει στὴν θαυμάσια ἐκείνη καὶ διδακτικὴ παραβολὴ τῆς ταπεινώσεως καὶ τῆς μετανοίας, τὴν παραβολὴ τοῦ Τελώνου καὶ τοῦ Φαρισαίου, τὴν κίνηση τοῦ φιλαύτου Φαρισαίου. Ὁ Φαρισαῖος θὰ πεῖ ὁ Χριστός μας: «σταθείς προσηύχετο» (Λουκ. ιη΄, 11). Ὁ Φαρισαῖος μπῆκε μέσα στὸ ναὸ καὶ στάθηκε καὶ ἄρχισε τὴν προσευχή του. Ὅμως, ἡ στάση αὐτὴ τοῦ Φαρισαίου εἶναι στάση φιλαυτίας, εἶναι στάση αὐτοδικαιώσεως, εἶναι στάση ἐγωισμοῦ, εἶναι στάση καυχήσεως , εἶναι στάση αὐτονομήσεως ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶναι στάση ποὺ μιμεῖται τὸν πονηρὸ διάβολο, ποὺ θέλησε νὰ ξεπεράσει τὸν Θεὸ καὶ νὰ γίνει ἀνώτερος ἀπὸ τὸν Θεό. Εἶναι στάση, αἰτία καὶ εὐκαιρία πτώσεως. «Καὶ εἶδον τὸν σατανᾶ ὡς ἀστραπὴν ἐκ τοῦ οὐρανοῦ πεσόντα» (Λουκ. ι΄, 18)
Ἀντιθέτως, ἡ στᾶσις τῆς Παναγίας μας στὴν βάση τοῦ Σταυροῦ εἶναι στάση ταπεινώσεως, ποὺ τὴν διακρίνει ἡ διαρκὴς καὶ ἀδιάλειπτη σιωπὴ τῆς Παναγίας μας, ὡς ἕνα πρότυπο της σιωπηλῆς, ἡσυχαστικῆς παραδόσεως τῆς Ἐκκλησίας μας, ποὺ δὲν θέλει πολλὲς φορὲς λόγους ἢ πράξεις, ἀλλὰ ἁπλῶς θέλει τὸν ἡσυχασμό, τὴν κατάνυξη, τὴν νήψη τῆς καρδιᾶς μας, τὴν προσευχή μας μὲ ἀλαλήτους λόγους, μὲ ἀλαλήτους στεναγμούς, τὴν ἡσυχαστικὴ μέθοδο τῆς προσεγγίσεώς μας πρὸς τὸν ἥσυχο Θεό.
Ἡ Παναγία μας στέκεται ἡσυχαστικὰ στὴ βάση τοῦ Σταυροῦ, ὑπομονετικὰ στὴ βάση τοῦ Σταυροῦ, μακρόθυμα στὴ βάση τοῦ Σταυροῦ, ἀδιαμαρτύρητα στὴ βάση τοῦ Σταυροῦ, σιωπηλὰ στὴ βάση τοῦ Σταυροῦ, καὶ αὐτὴν τὴν Παναγία τῆς σιωπῆς θὰ συναντήσει τὸ βλέμμα τοῦ Χριστοῦ μας, θὰ κοιτάξει μὲ τὰ μάτια Του, τὰ μάτια τῆς Παναγίας μας τὰ πρῶτα μάτια στὸν κόσμο, τὰ ὁποῖα εἶδαν τὸν Θεὸ «ὅν οὐδεὶς ἑώρακεν πώποτε» (Ἰωάν. α΄, 18) τὸν Θεό, ποὺ λαχτάρησε νὰ Τὸν δεῖ ὁ θεόπτης προφήτης Μωυσῆς καὶ ποὺ ὁ Θεὸς τοῦ ἐπεφύλαξε νὰ δεῖ μόνο τὴν πλάτη, τὰ ὀπίσω τοῦ Θεοῦ. Τὸν Θεὸ ποὺ τὸν εἶδε ἕνα ὄμορφο βράδυ, γαλήνιο βράδυ γιὰ τὴν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητος, μέσα σὲ ἕνα σπήλαιο τῆς Βηθλεέμ, αὐτὰ τὰ μάτια θὰ κοιτάξουν τὰ γεμᾶτα φῶς μάτια τοῦ Χριστοῦ μας.
Θὰ κοιτάξει ὁ Χριστός μας τὰ χέρια. Τὰ χέρια τῆς Παναγίας μας, τῆς βρεφοκρατούσας Παναγίας μας, τὰ χέρια ποὺ ἄγγιξαν «τὸν τῇ οὐσίᾳ ἀναφῆ» (Δοξαστικόν Ἰδιόμελον Θ΄ ὥρας ἑορτῆς Χριστουγέννων). Ἐκεῖνον ποὺ δὲν μποροῦμε νὰ Τὸν ἀγγίξομε, νὰ Τὸν ψαύσομε μέσα στὴν οὐσία Του. Ἐκεῖνον, ποὺ, ὅταν θὰ τὸν πλησιάσει ἡ Ἁγία Μαρία ἡ Μαγδαληνὴ, ἡ Μυροφόρος, μετὰ τὴν Ἀνάστασή Του, θὰ τὴν προτρέψει: «Μαρία, μὴ μοῦ ἅπτου» (Ἰωάν. κ΄, 17) Ἐκεῖνα τὰ χέρια τῆς Παναγίας, ποὺ ἄγγιξαν τὸ θεοχαρίτωτο σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας, τὸ ἄχραντο σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας, ποὺ ἐκράτησαν μέσα στὰ σπλάχνα τους τὸ ἄχραντο σῶμα τοῦ Χριστοῦ μας.
Καὶ θὰ κοιτάξει ὁ Χριστὸς τὰ χείλη τῆς Παναγίας μας, τὰ χείλη ἐκείνης, ποὺ πιθανὸν ἀσπάστηκαν μέσα στὸ σπήλαιο τῆς Βηθλεὲμ τὸ νεογέννητο βρέφος της. (Τὸν ἅγιό της τόπο) Τὰ χείλη ποὺ προσευχήθηκαν, γιὰ πρώτη φορὰ, σ’ ἐκεῖνον ποὺ προσκυνοῦν οἱ Ἄγγελοι τῶν Οὐρανῶν καὶ οἱ πιστοί τῆς γῆς. «Δεῦτε προσκυνήσωμεν καὶ προσπέσωμεν Χριστῷ» (Εἰσοδικόν Θ. Λειτουργίας), ὅπως ἐπροσκύνησαν τὰ χείλη τῆς Παναγίας μας, μέσα στὴ Βηθλεὲμ αὐτὸ τὸ ἅγιο, τὸ ἱερό, τὸ ὡραῖο πρόσωπο, τὴν ὡραιότητα τῆς παρθενίας καὶ τῆς ἁγνότητας τοῦ ὁποίου βλέποντας ὁ Ἀρχάγγελος θὰ ἐκπλαγεῖ.
Συνήντησε τὸ βλέμμα τοῦ Χριστοῦ μας στὴ βάση τοῦ Σταυροῦ. «Ἰησοῦς οὖν ἰδῶν τὴν μητέρα του» (Ἰωάν. ιθ΄, 26). Θυμήθηκε ὁ Χριστός μας ὅτι πρὶν ἀπὸ τρία χρόνια, κατὰ τὴ διάρκεια τοῦ Γάμου τῆς Κανᾶ, ἐπῆγε ἡ Παναγία μας καὶ Τοῦ ἐζήτησε νὰ κάνει τὸ νερὸ κρασί. Γιὰ νὰ κεράσει τοὺς δαιτυμόνες ἐκείνου τοῦ γάμου. Γιὰ νὰ δοξαστεῖ μὲ τὸ θαῦμα ὁ Χριστός. Ὁ Χριστὸς μας ἐκείνη τὴ στιγμὴ ἐγύρισε μὲ ἕναν ἰδιαίτερο τρόπο καὶ τῆς εἶπε: «Τί ἐμοὶ καὶ σοὶ, γύναι; Οὔπω ἥκει ἡ ὥρα μου» (Ἰωάν. β΄, 4). Ἄστο, δὲν ἔχει ἔρθει ἀκόμα ἡ ὥρα μου. Καὶ πέρασαν τρία χρόνια καὶ τώρα ὁ Χριστὸς εὑρίσκεται ἐπάνω στὸ Σταυρὸ καὶ τώρα τὸ νερὸ δὲν ἔχει γίνει ἁπλῶς κρασί, ἀλλὰ τὸ κρασὶ γίνεται αἷμα Χριστοῦ, ποὺ κυλάει ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ Σταυροῦ καὶ λούζει τὴν Παναγία μας στὴ βάση τοῦ Σταυροῦ. Τὴν Παναγία μας, ποὺ περίμενε νὰ δεῖ πότε θὰ ἔρθει αὐτὴ ἡ ὥρα καὶ τὴν βλέπει τώρα μπροστά της. Τώρα εἶναι ἡ δόξα τοῦ Χριστοῦ μας, τώρα εἶναι ἡ δόξα τῆς Ἐκκλησίας μας.
Πρὶν ἀπὸ λίγες ὧρες ὁ Χριστὸς θὰ τὸ προφητεύσει στὸν Μυστικὸ Δεῖπνο. Θὰ τὸ ὑλοποιήσει πάνω στὸ Σταυρὸ μπροστὰ στὴν Παναγία μας. «Ἐλήλυθεν ἡ ὥρα, δόξασόν σου τὸν Υἱόν, ἵνα καὶ ὁ Υἱός Σου δοξάσῃ Σε» (Ἰωάν. ιζ΄, 1). Πατέρα, Θεὲ στὸν οὐρανό, μάνα Παναγία ἐδῶ στὴ γῆ, ποὺ περίμενες τὴν ὥρα τῆς δόξας μου, ἔχει ἔρθει ἡ ὥρα. Τώρα ἦρθε ἡ ὥρα γιὰ νὰ μὲ δοξάσει ὁ Θεὸς Πατέρας καὶ νὰ τὸν ἀντιδοξάσω καὶ ἐγώ. Αὐτὴ τὴν ἱκανοποίηση τῆς προσδοκίας τῆς Παναγίας μας, τῆς χαρίζει ὁ Χριστὸς ἐπάνω στὸν Σταυρό.
Καὶ κοιτώντας την, αὐτὸ τὸ ἱλαρό Του βλέμμα, μὲ τὸ ἴδιο βλέμμα ποὺ πρὶν ἀπὸ λίγες ὧρες ἐκοίταξε τὸν ἀρνητὴ Πέτρο, τὸν κοίταξε μέσα στὴν καρδιά του, ἐνοφθάλμισε μέσα στὴν καρδιὰ τοῦ Πέτρου γιὰ νὰ ξεκλειδώσει τὴν μετάνοιά του, μέσα ἀπὸ τὰ δάκρυά της, ἐκεῖνο τὸ βλέμμα ποὺ συγχώρεσε τὸν ἀρνητή του, τὸ ἴδιο βλέμμα, ἱλαρὰ, θὰ κοιτάξει τώρα τὴν πληγωμένη, ἀπὸ τὴν ρομφαία ποὺ προφήτεψε ὁ δίκαιος Θεοδόχος Συμεών, Παναγία τοῦ Σταυροῦ. Καὶ θὰ φροντίσει ὁ Χριστὸς μας αὐτὴ τὴν ὥρα γιὰ νὰ δώσει τὴν παρακαταθήκη του στὴν μάνα Του, τὴν κορυφαία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καὶ σὲ ὁλόκληρο τὸ ἀνθρώπινο γένος.
«Ἰησοῦς οὖν ἰδών τὴν μητέρα καὶ τὸν μαθητὴν παρεστῶτα» (Ἰωάν. ιθ΄, 26).
Καὶ λίγο δίπλα θὰ δεῖ καὶ ἄλλη μία φιγούρα, θὰ δεῖ κι ἄλλη μία μορφή, θὰ δεῖ ἕναν ἀπὸ τοὺς δώδεκα μαθητές. Ἕναν ἀπὸ τοὺς μαθητὲς, οἱ ὁποῖοι ἐγκατέλειψαν τὰ πάντα καὶ Τὸν ἀκολούθησαν ἔχοντας ὡς στόχο τὴν παλιγγενεσία καὶ τὴν χαρά. Ἕναν ἀπὸ τοὺς μαθητὲς ποὺ δὲν ἔφυγε ποτὲ ἀπὸ κοντά Του, ποὺ δὲν μίλησε πολύ, ποὺ δὲν ὑποσχέθηκε πολλά, ποὺ δὲν διεκήρυξε πολλά. Ἕναν μαθητὴ, ὁ ὁποῖος ἦταν δίπλα Του, τὴν ὥρα ποὺ ἀνέσταινε τὴν κόρη τοῦ Ἰαείρου, θὰ ἄκουγε τὴν προτροπὴ τοῦ Χριστοῦ: «Μηδενὶ εἴπητε τὸ γεγονός» (Λουκ. η΄, 56). Μὴν τὸ πεῖτε πουθενά. Ἕναν μαθητὴ ποὺ τὸν συντρόφευε στὴν κορυφὴ τοῦ ὅρους Θαβὼρ λουσμένος στὴ φωτοχυσία τῆς θεϊκῆς Του δόξας. Ἕναν μαθητὴ ποὺ ἐκάθευδε, παρὰ τὶς προσπάθειές του, κοντὰ στὸν Χριστὸ ὅμως, τὶς ὧρες τῆς ὑπερφυοῦς προσευχῆς τῆς Γεθσημανῆ. Ἕναν μαθητὴ ποὺ τὴ βραδιά τοῦ Μυστικοῦ Δείπνου θὰ καθίσει στὰ ἀριστερά Του γιὰ νὰ γείρει τὸ κεφάλι του πάνω στὸ στῆθος Του. Φίλος ἐπιστήθιος, γιὰ νὰ φορτίσει τὴν καρδιά του ἀπὸ τὴν μπαταρία τῆς καρδιᾶς τοῦ Χριστοῦ, τῆς γεμάτης ἀγάπης, τῆς αὐτοαγάπης ποὺ εἶναι ὁ Χριστὸς γιὰ νὰ διαλαλήσει σὲ ὅλον τὸν κόσμο, « ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστι» (Α΄ Ἰωάν. δ΄, 8), ἕναν μαθητὴ, ποὺ χωρὶς ὑπόσχεση, βρίσκεται καὶ τώρα, ἐτούτη τὴ στιγμὴ, δίπλα του. «Ὅπου ἐγὼ εἰμὶ καὶ ὁ διάκονος ὁ ἐμός ἐστι» (Ἰωάν. ιβ΄, 26).
Κοιτάζει,μὲ ἰδιαίτερη ἀγάπη, τὸν μαθητὴ αὐτόν, τὸν ξεχωρίζει, τὸν ἀγαπᾶ. Τὸ λέει ὁ ἱερὸς Εὐαγγελιστής: «Ἰησοῦς οὖν ἰδών τὸν μαθητὴν παρεστώτα ὅν ἠγάπα» (Ἰωάν. ιθ΄, 26). Τὸν ἀγαπᾶ γιατί τὸ ἀξίζει, γιατί ποτὲ δὲν ἐγκατέλειψε τὸν Χριστό.
Καὶ ὅταν, ἀργότερα, οἱ ἄλλοι μαθητὲς θὰ πλησιάσουν καὶ θὰ Τοῦ ποῦν, μὰ τοῦτον τὸν ξεχωρίζεις, τί τοῦ ἐπιφυλάσσεις; Ὁ Χριστὸς θὰ τοὺς δώσει τὴν ἀποστομωτικὴ ἀπάντηση «καὶ ἂν αὐτὸν θέλω μένειν ἕως ἔρχομαι τί πρὸς σὲ; σύ ἀκολούθει μοι» (Ἰωάν. κα΄, 22). Καὶ ἂν ἐγὼ ἐπιφυλάσσω σὲ αὐτὸν νὰ μείνει μέχρι τὴ Δευτέρα Μου Παρουσία ἐσένα τί σὲ ἀφορᾶ. Ἐσὺ ἄκουγἐ με καὶ μὴ σὲ ἀφορᾶ ἐκεῖνο ποὺ κάνω στὸν ἀγαπητό μου μαθητή.
Ἐκείνη τὴ στιγμὴ θὰ δώσει ὁ Χριστὸς τὴ μεγάλη παρακαταθήκη, θὰ στρέψει τὸ νεῦμά Του πρὸς τὸν μαθητή Του καὶ, στὴ συνέχεια, κοιτώντας τὴν μητέρα Του θὰ πεῖ: «Γύναι, ἰδοὺ ὁ Υἱός σου» (Ἰωάν. ιθ΄, 26). Μητέρα Θεοτόκε, πρότυπο τῆς Θεοτόκου Ἐκκλησίας ποὺ δέχεται μέσα της, ποὺ «ἐν μέσῳ ἔχει ζωῆς τὸν Κύριον…» (Τροπάριον ε΄ ᾠδῆς Κανόνος Ἀκαθ. Ὕμνου), τῆς Θεοδόχου Ἐκκλησίας καὶ τῆς Θεοτόκου Ἐκκλησίας ποὺ γεννάει τὸν Κύριον, ποὺ Τὸν δίνει σὲ ὅλους τους ἀνθρώπους, κυρίως τὸ θεοΐδρυτον Μυστήριο τῆς Θείας Εὐχαριστίας, τὸ ὁποῖο δὲν καταργήθηκε, δὲν καταργεῖται καὶ δὲν πρόκειται νὰ καταργηθεῖ ποτέ. Τὸ ὁποῖο δίνει θεραπεία στὸν ἀσθενῆ, τὸ ὁποῖο δίνει ἄφεση ἁμαρτιῶν στὸν μετανοοῦντα, τὸ ὁποῖο δίνει ζωὴ στὸν πεθαμένο, τὸ ὁποῖο δίνει ἀθανασία στὸν πεπερασμένο καὶ στὸν φθαρτό. Ἡ Ἐκκλησία, ἡ Θεοτόκος Ἐκκλησία μὲ τὴ Θεία Κοινωνία γεννάει τὸν Χριστὸ γιὰ ὅλον τὸν κόσμο. Αὐτὸς εἶναι ὁ υἱός Σου. Αὐτὸς ποὺ εἶναι μαθητής μου. Αὐτὸς πίστεψε σὲ μένα. Αὐτὸς ποὺ μὲ ἀγαπάει. Αὐτὸς ποὺ δὲν μὲ ἐγκατέλειψε ποτέ.
Καὶ γυρνάει στὴν συνέχεια καὶ λέει στὸν ἀγαπημένο μαθητή, «ἰδοὺ ἡ μήτηρ σου» (Ἰωάν. ιθ΄, 27) καὶ ὅλοι ἐσεῖς οἱ ὁποῖοι εἶστε μαθητές μου, οἱ ὁποῖοι μὲ ἀγαπᾶτε, οἱ ὁποῖοι πιστεύετε στὸν λόγο μου , ἂν θέλετε μητέρα, ἡ μητέρα σας εἶναι ἡ Παναγία μας. Ἡ μητέρα σας εἶναι ἡ Ἐκκλησία μας. Ἡ μητέρα σᾶς εἶναι ἡ Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Πίστη μας. Αὐτὴ τὴν παρακαταθήκη ἀφήνει ὁ Χριστὸς στὴ βάση τοῦ Σταυροῦ, στὰ πρόσωπα τὰ ἀγαπημένα σὲ Ἐκεῖνον.
Καὶ ἀπὸ ἐκείνη τὴν στιγμή, αἰῶνες τώρα, ἡ Ἐκκλησία μας, ἀκολουθώντας αὐτὸ τὸ παράδειγμα τοῦ Χριστοῦ μας, κάθε φορᾶ ποὺ τελεῖ τὴν Θεία Λειτουργία, στὴν ὁποία ἔχουμε ἀνάμνηση τῶν Παθῶν καὶ τῆς Ἀναστάσεως τοῦ Χριστοῦ μας, ἡ Ἐκκλησία μας, ποὺ μπροστὰ στὸ Χριστὸ δὲν ἐπιτρέπει καμιὰ ἐξαίρεση, θὰ κάνει μία ἐξαίρεση. Θὰ σταματήσει τὴν ἀνάμνηση τοῦ Χριστοῦ καὶ θὰ κάνει τὴν ἴδια ἐξαίρεση ποὺ ἔκανε ὁ Χριστὸς στὸ διάλογό Του μὲ τὸν Θεὸ Πατέρα Του στὸν Γολγοθᾶ. Ὅταν Τοῦ εἶπε Θεὲ Πατέρα, περίμενε ἕνα λεπτὸ γιὰ νὰ κοιτάξω καὶ στὴ βάση τοῦ Σταυροῦ. Θὰ κάνει ἡ Παναγία μας τὴν ἴδια ἐξαίρεση ἀμέσως, μετὰ ἀπὸ τὶς ὧρες ποὺ ἀποτελοῦν τὴν ἀνάμνηση τῆς θυσίας τοῦ Γολγοθά.
Καὶ τὴν ἐξαίρεση αὐτή μᾶς τὴν ἐπιβάλλεις ἐσὺ, Χριστέ μου, νὰ τὴν κάνουμε.«Ἑξαιρέτως τῆς Παναγίας, Ἀχράντου, Ὑπερευλογημένης, Ἐνδόξου, Δεσποίνης ἡμῶν, Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας» (Ἐκφώνησις Θ. Λειτουργίας).
Θὰ κάνουμε τὴν ἴδια ἐξαίρεση ποὺ ἔκανες καὶ σύ. Γιὰ χάρη τοῦ ἴδιου προσώπου ποὺ ἔκανες καὶ ἐσύ. Γιατί τὸ πρόσωπο αὐτὸ τὸ βάζομε μπροστὰ στὸν Σταυρό σου, Χριστέ μου, νὰ σὲ παρακαλέσει νὰ κάνεις μία ἐξαίρεση καὶ γιά μᾶς. Γιὰ τὸν καθένα ἀπὸ ἐμᾶς. Μία ἐξαίρεση γιὰ ὅλους μας. Καὶ τὴν ὥρα ποὺ ἀνοίγεις τὴν Βασιλεία Σου, μαζὶ μὲ τὸν εὐγνώμονα ληστὴ, κατ’ ἐξαίρεση, γιὰ χάρη τῆς Παναγιᾶς μας, βάλε μέσα κατ’ ἐξαίρεση καὶ ὅλους ἐμᾶς. Ἀμήν.








































