Ἡ Α΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν καὶ ἑορτὴ τῆς Ἀναστηλώσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων ἑορτάσθηκε στήν Ναύπακτο πανηγυρικὰ καὶ συνοδεύθηκε ἀπὸ χειροτονία Πρεσβυτέρου. Τὴν Κυριακὴ, 1η Μαρτίου 2026, ὁ Μητροπολίτης Ναυπάκτου κ. Ἱερόθεος χοροστάτησε στὸν πανηγυρικὸ Ὄρθρο καὶ τέλεσε τὸ μυστήριο τῆς Θείας Λειτουργίας καὶ τῆς εἰς Πρεσβύτερον χειροτονίας τοῦ Διακόνου του π. Παϊσίου Παρασκευᾶ, στὸν Ἱερὸ Μητροπολιτικὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Ναυπάκτου.
Συλλειτούργησαν οἱ Ἱερεῖς: Ἀρχιμ. π. Πολύκαρπος Παστρωμᾶς, Ἡγούμενος τῆς Ἱερᾶς Μονῆς Ἀμπελακιωτίσσης, Ἀρχιμ. π. Ἀντώνιος Βαζούρας, Ἀρχιμ. π. Παντελεήμων Δόνες, Ἀρχιμ. π. Πολύκαρπος Θεοφάνης, Ἱεροκήρυξ, π. Θωμᾶς Βαμβίνης, Γενικὸς Ἀρχιερατικὸς Ἐπίτροπος, π. Θεμιστοκλῆς Τσιτσιρίκης, π. Γεώργιος Παπαβαρνάβας, π. Παναγιώτης Χαντζῆς, π. Ἀθανάσιος Νικόπουλος, καὶ οἱ Διάκονοι π. Παΐσιος Παρασκευᾶς, π. Νικόδημος Προβατίδης, π. Ἀντώνιος Ἀντωνιάδης καὶ π. Ἱερόθεος Καλλίας. Μετὰ τήν Μεγάλη Εἴσοδο τελέσθηκε τὸ Μυστήριο τῆς εἰς Πρεσβύτερον χειροτονίας.
Στὸν σύντομο λόγο του ὁ χειροτονούμενος π. Παΐσιος προτίμησε νὰ μὴν ἀναφερθῆ στὸ μέγα Μυστήριο τῆς Ἱερωσύνης, χρησιμοποιώντας τὴν φράση τοῦ Μεγάλου Βασιλείου «σιωπῇ τιμάσθω τὰ ἄρρητα». Ἀνέφερε τὸ χωρίο τοῦ Ἀποστόλου Παύλου «ἐὰν γὰρ μυρίους παιδαγωγοὺς ἔχητε ἐν Χριστῷ, ἀλλ’ οὐ πολλοὺς πατέρας» (Α΄ Κορ. δ΄ 15) καὶ εὐχαρίστησε τὸν Σεβασμιώτατο κ. Ἱερόθεο, ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ πατέρας ποὺ τὸν ἐγέννησε «διὰ τοῦ εὐαγγελίου». Ἀνέφερε τὸ ἀπόφθεγμα τοῦ Γεροντικοῦ, λέγοντας: «Ἕνας μοναχὸς στὸ Γεροντικὸ ἐρώτησε τὸν ἀββᾶ Παΐσιο τὸν Μέγα μὲ ποιόν τρόπο μπορεῖ νὰ ἀποκτήση κανείς τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ. Καὶ ἐκεῖνος τοῦ ἀπήντησε• “Ἄπελθε, κολλήθητι ἀνθρώπῳ φοβουμένῳ τὸν Θεόν• καὶ ἐν τῷ ἐγγίζειν ἐκείνῳ διδάσκει καὶ σὲ φοβεῖσθαι τὸν Θεόν”». Αὐτὸ ζῆ καὶ ὁ ἴδιος ἔνδεκα χρόνια τώρα ποὺ διακονεῖ πλησίον του καὶ παραλαμβάνει τὴν παράδοση ποὺ ὁ Σεβασμιώτατος κομίζει. Ὁλοκληρώνοντας, ζήτησε τὶς προσευχὲς τῶν πατέρων καὶ τῶν ἀδελφῶν, ὥστε νὰ παραμείνη πιστὸς στὸν Χριστό, στὴν Ἐκκλησία καὶ στὴν παρακαταθήκη τῆς πίστεως, δίνοντας καλή ἀπολογία ἐνώπιον τοῦ φοβεροῦ Βήματος τοῦ Χριστοῦ.
Ὁ Σεβασμιώτατος, στὴν ἀντιφώνησή του, ἀναφέρθηκε στὴν Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, κατὰ τὴν ὁποία ἑορτάζουμε τὴν Ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων. Εἶπε ὅτι μέχρι τὸν 6ο αἰώνα ἡ διαμόρφωση τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς ἔγινε μὲ κέντρο τὰ Ἱεροσόλυμα καὶ στήν συνέχεια, ἀπὸ τὸν 7ο ἕως τὸν 14ο αἰώνα, διαμορφώθηκε μὲ κέντρο τὴν Κωνσταντινούπολη. Ἔτσι, σήμερα, ὅταν διαβάζουμε τὶς ἀκολουθίες τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, βλέπουμε ὅτι συνυπάρχουν καὶ τὰ παλαιὰ καὶ τὰ νέα στοιχεία. Ἰδιαίτερα ἡ Α΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν, ἡ Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας, ὡς ἑορτὴ τῆς Ἀναστηλώσεως τῶν ἱερῶν εἰκόνων, καθιερώθηκε τὸν 9ο αἰώνα. Μέχρι τότε τὴν Α΄ Κυριακὴ τῶν Νηστειῶν ἑόρταζαν οἱ Προφῆτες, οἱ ὁποῖοι ἔβλεπαν τὸν Ἄσαρκο Λόγο, ἀλλὰ καὶ οἱ Προφῆτες τῆς Καινῆς Διαθήκης ποὺ βλέπουν τὸν Σεσαρκωμένο Λόγο. Τὸ ὅτι τήν Α΄ Κυριακή τῶν Νηστειῶν ἑορτάζονταν οἱ Προφῆτες φαίνεται ἀπὸ τὰ τροπάρια ποὺ ψάλλουμε καὶ σήμερα αὐτήν τήν ἡμέρα. Τὸ Δοξαστικὸ τῆς Κυριακῆς ἀναφέρεται στὸν Μωϋσῆ, τὸν Ἠλία καὶ τοὺς Τρεῖς Παῖδες, ἀλλὰ καὶ στὸ Ἀποστολικὸ ἀνάγνωσμα, ποὺ μνημονεύει τοὺς Προφῆτες καὶ τοὺς Ἁγίους τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης.
Σήμερα συνδέεται ἡ Κυριακὴ τῆς Ὀρθοδοξίας μὲ τὴν Ἀναστήλωση τῶν ἱερῶν εἰκόνων καὶ τὴν ἑορτὴ τῶν Προφητῶν, διότι πρέπει κανείς νὰ εἶναι προφήτης γιὰ νὰ βλέπη τήν δόξα τοῦ Χριστοῦ καὶ νὰ μεταφέρη αὐτὴν τὴν ἐμπειρία μὲ κτιστά ρήματα, νοήματα καὶ εἰκονίσματα στοὺς ἀνθρώπους. Χωρὶς Προφῆτες ἡ Ὀρθοδοξία γίνεται μιά ἰδεολογία καὶ μιά ἁπλὴ θρησκευτικὴ ζωή. Στὴ συνέχεια μίλησε γιὰ τὸν χειροτονούμενο Κληρικό, λέγοντας ὅτι τὸν γνώριζε «ἐκ κοιλίας μητρός του», ὅταν ὑπηρετοῦσε στὴν Ἔδεσσα ὡς Ἱεροκήρυκας, ὅπου τέλεσε τὴν ἀκολουθία τοῦ Σαραντισμοῦ του καὶ τὸ Μυστήριο τοῦ Βαπτίσματός του. Ἔκτοτε σπούδασε στήν Μέση Ἐκπαίδευση καὶ στήν Θεολογία καὶ πρίν ἕνδεκα χρόνια τὸν χειροτόνησε Διάκονο. Ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια ὄχι μόνον διακόνησε καλῶς, ἀλλὰ καὶ ὡς ὁμοτράπεζοι «δὲν ἀντάλλαξαν κανέναν ἀρνητικὸ λόγο».
Εὐχήθηκε νὰ γίνη Προφήτης μὲ τὴν προσευχὴ, τήν μετάνοια, τὸν φόβο τοῦ Θεοῦ καὶ τὴν ἐκκλησιαστικὴ ἐμπειρία καὶ ἐν πάσῃ περιπτώσει νὰ ἀκολουθῆ τοὺς σύγχρονους Προφῆτες. Κατὰ τήν διδασκαλία τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, οἱ Προφῆτες εἶναι μετὰ τοὺς Ἀποστόλους καὶ εἶναι οἱ πραγματικοὶ ἐμπειρικοὶ θεολόγοι. Καὶ αὐτὸ εἶναι σημαντικό, διότι στὶς ἡμέρες μας κυριαρχοῦν οἱ στοχαστές καὶ οἱ φιλοσοφοῦντες καὶ ὄχι οἱ θεολόγοι-προφῆτες. Γι’ αὐτὸ καὶ οἱ ἄνθρωποι παραμένουν πεινασμένοι καὶ διψασμένοι γιὰ τὸν Θεό. Τοῦ εὐχήθηκε νὰ γίνη προφήτης, γιὰ νὰ εἶναι πραγματικὸς θεολόγος. Πρὸ τῆς λιτανεύσεως τῶν ἁγίων εἰκόνων ὁ Σεβασμιώτατος προχείρισε τὸν νέο Πρεσβύτερο σὲ Ἀρχιμανδρίτη.
Ἀκολούθησε ἡ λιτανεία ἐντὸς τοῦ Ναοῦ, ὅπου ἀναγνώσθηκε τὸ Σύμβολο τῆς Πίστεως καὶ τμήματα τοῦ «Συνοδικοῦ τῆς Ὀρθοδοξίας». Μετὰ τὸ «Δι’ εὐχῶν» προσφέρθηκε κέρασμα σὲ ὅλους τοὺς παρόντες ἀπὸ τὶς κυρίες τοῦ «Συνδέσμου Ἀγάπης» τοῦ Ἱεροῦ Μητροπολιτικοῦ Ναοῦ τοῦ Ἁγίου Δημητρίου, ὅπου οἱ πιστοὶ εὐχήθηκαν στὸν νεοχειροτονηθέντα.






































