Μητροπολίτου Αὐλῶνος ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Εἶχε ἤδη ἀναληφθεῖ ὁ Κύριος στούς οὐρανούς καί οἱ Ἀπόστολοι εἶχαν ἐπιστρέψει ἀπό τό ὄρος τῶν ἐλαιῶν «εἰς τό ὑπερῶο» τῆς Ἱερουσαλήμ, ὅπου γιά δέκα ὁλόκληρες μέρες «ἦσαν προσκαρτεροῦντες ὁμοθυμαδόν τῇ προσευχῇ καί τῇ δέησει» μετά τῆς ἄλλης φιλικῆς πρός τόν Ἰησοῦ Χριστό καί πιστῆς συνοδείας ἀνδρῶν καί γυναικῶν, ἐπί κεφαλῆς τῆς ὁποίας ἀναφέρεται «Μαρία ἡ μήτηρ τοῦ Ἰησοῦ καί οἱ ἀδελφοί αὐτοῦ», ὅλοι μαζί «ὡς ἑκατόν εἴκοσι» τόν ἀριθμόν (Πράξ. 1, 12-15).
Εἶχε συμπληρωθεῖ τό δωδεκάριθμο τοῦ Ἀποστολικοῦ κύκλου μέ τήν ἐκλογή τοῦ Ματθία ὡς ἀντικαταστάτη τοῦ «γενομένου ὁδηγοῦ τοῖς συλλαβοῦσι τόν Ἰησοῦ καί τέλος αἰσχρόν ἔχοντος κακοτρόπου μαθητοῦ». Συμπληρωνόταν, πλέον, ἡ «πεντηκοστή» ἡμέρα ἀπό τήν Ἀνάσταση, πού συνέπιπτε καί πρός τήν ἰουδαϊκή Πεντηκοστή, κατά τήν ὁποίαν ἑορταζόταν ἡ στό ὄρος Σινᾶ πρός τόν θεόπτη Μωϋσῆ ἐπίδοση τῶν πλακῶν τοῦ Νόμου καί ἡ ὁλοκλήρωση τῆς ἀποκατάστασης τοῦ Ἰσραήλ στή γῆ τῆς ἐπαγγελίας καί ἀκόμη «ἦσαν ἅπαντες ἐπί τό αὐτό» (Πράξ. 2, 1-2), πιστοί στήν τελευταία παραγγελία τοῦ ἀναληφθέντος Κυρίου «ἀπό Ἱεροσολύμων μή χωρίζεσθαι ἀλλά περιμένειν τήν ἐπαγγελίαν τοῦ Πατρός» (Πράξ. 1, 4).
Ἦταν «ὥρα τρίτη τῆς ἡμέρας» (ἡ δική μας ἐννιά τό πρωΐ) ὅταν, «ἐγένετο ἄφνω ἐκ τοῦ οὐρανοῦ ἦχος ὥσπερ φερομένης πνοῆς βιαίας, καί ἐπλήρωσεν ὅλον τόν οἶκον, οὖ ἦσαν καθήμενοι· καί ὤφθησαν αὐτοῖς διαμεριζόμεναι γλῶσσαι ὡσεί πυρός, ἐκάθισέ τε ἐφ’ ἕνα ἕκαστον αὐτῶν, καί ἐπλήσθησαν ἅπαντες Πνεύματος ἁγίου, καί ἤρξαντο λαλεῖν ἑτέραις γλώσσαις καθώς τό Πνεῦμα ἐδίδου αὐτοῖς ἀποφθέγγεσθαι».
Οἱ δέ παρεπιδημοῦντες (παρευρισκόμενοι) «Ἰουδαῖοι τε καί προσήλυτοι» (οἱ ἐθνικοί πού προσέρχονταν στόν ἰουδαϊσμό, ἀσπαζόμενοι τή Μωσαϊκή θρησκεία). Πολλοί προσήλυτοι, πού ὀνομάζονται στίς Πράξεις, συνήθως, σεβόμενοι ἤ φοβούμενοι τόν Θεό, δέχθηκαν κατόπιν τό χριστιανικό μήνυμα δηλαδή ἦταν προσκυνητές «ἀπό παντός ἔθνους τῶν ὑπό τῶν οὐρανῶν» ἄκουαν μέ ἔκπληξη «ἕκαστος τῇ ἰδίᾳ διαλέκτῳ» ὅσα οἱ Ἀπόστολοι ἔλεγαν, διακηρύσσοντας «τά μεγαλεῖα τοῦ Θεοῦ» (Πράξ. 2, 3-12).
Ἡ «ἐπαγγελία τοῦ Πατρός» γιά τήν ὁποία εἶχε βεβαιώσει ἐπανειλημμένως τούς Ἀποστόλους ὁ Θεάνθρωπος Ἰησοῦς Χριστός ἐκπληρώθηκε κατά τόν θαυμαστό αὐτό τρόπο. Ὁ ἄλλος Παράκλητος, τό Πνεῦμα τό Ἅγιο ἐπιφοίτησε στούς ἁγίους Ἀποστόλους, γιά νά «ὑπομνήσῃ» σ’ αὐτούς «πάντα ὅσα» τούς εἶχε πεῖ ὁ Χριστός καί νά «ὁδηγήσῃ αὐτούς εἰς πᾶσαν τήν ἀλήθειαν» (Ἰωάν. 14, 26, 16, 13), παραμένει, πλέον, στόν παρόντα κόσμον, ἀνάμεσά μας, ὡς συντηρητής καί ἁγιαστής τῆς Ἐκκλησίας, τήν ὁποία ὁ Χριστός «περιεποιήσατο διά τοῦ ἰδίου αἵματος» (Πράξ. 20, 28).
Τοῦ ἱεροῦ τούτου γεγονότος τήν δισχιλιετή περίπου (1993) ἐπέτειο γιορτάζουμε σήμερα καί «ψαλμοῖς καί ὕμνοις καί ὠδαῖς πνευματικαῖς» τιμοῦμε τήν «πάνσεπτον καί παναγίαν Πεντηκοστήν», κατά τήν ὁποία μέ τήν πνοή καί τήν ὤθηση τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἄρχισε ἡ θριαμβευτική πορεία τοῦ «μικροῦ ποιμνίου» τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ γιά τήν κατάκτηση τῆς Οἰκουμένης καί οἱ τέως ἁλιεῖς τῶν ἰχθύων ἄρχισαν ν’ ἁπλώνουν τά δίχτυα τοῦ λόγου γιά τή σωτηρία τῶν ἀνθρώπων ἀπό τό πέλαγος τῆς ἄγνοιας καί τῆς φθορᾶς.
Ἡ πρώτη ἐκείνη ὁμάδα τῶν τριῶν χιλιάδων ψυχῶν, οἱ ὁποῖες ἔνιωσαν βαθιά κατάνυξη ἀπό τό πρῶτο ἀποστολικό κήρυγμα, ἀφοῦ πίστεψαν στόν Κύριο Ἰησοῦ «ἐβαπτίσθησαν» (Πράξ. 2, 37-41), ὑπῆρξε ἡ ἀπαρχή τῶν ἑκατομμυρίων τῶν πιστῶν, ἀπό τούς ὁποίους συγκροτεῖται ἤδη ἡ θριαμβεύουσα στόν οὐρανό Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, καί τῶν ἑκατομμυρίων τῶν σήμερα ζώντων καί ἀγωνιζομένων στή γῆ τόν καλό ἀγώνα τῆς ἐπικράτησης τῆς Βασιλείας τοῦ Θεοῦ, καθώς καί ἐκείνων, οἱ ὁποῖοι θά ἐξακολουθήσουν, γιά νά συνεχίζουν τόν ἴδιο ἅγιο ἀγώνα «μέχρι τῆς συντελείας τοῦ αἰῶνος».
Τό ἔργο τοῦτο ἀποτελεῖ τήν ἐξακολούθηση τοῦ ἀπολυτρωτικοῦ ἔργου τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὀφείλεται στή ζωοποιό δύναμη τοῦ ἔκτοτε παραμένοντος καί ἐργαζομένου στήν Ἐκκλησία Ἁγίου Πνεύματος, τοῦ Ὁποίου ἡ παρουσία ἐπισημάνθηκε μέ τή βίαιη πνοή καί τῶν πυρίνων γλωσσῶν τῆς πρίν ἀπό 1993 ἐτῶν πρώτης ἐκείνης χριστιανικῆς Πεντηκοστῆς.
Εἶναι, λοιπόν, τό Ἅγιο Πνεῦμα ἡ πηγή καί ἡ αἰτία ὅλων ὅσα στήν Ἐκκλησία πραγματοποιήθηκε καί πραγματοποιεῖται καί θά πραγματοποιεῖται «μέχρι τῆς συντελείας», γιά νά ἐπληρωθεῖ ὁ θεῖος αὐτός σκοπός. Γιά νά ἐπιτευχθεῖ αὐτός ὁ σκοπός, τό Ἅγιο Πνεῦμα δέν ἐνεργεῖ μόνο στή θεανθρώπινη κοινωνία τῆς Ἐκκλησίας ὡς σύνολο, ἀλλά καί στόν κάθε πιστό ξεχωριστά πού μέ εἰσέρχεται σ’ αὐτήν μέ τό Ἅγιο Βάπτισμα καί «σφραγίζεται» ἐν Ἁγίῳ Πνεύματι «εἰς ἡμέραν ἀπολυτρώσεως» (Ἐφεσ. 4, 30), παίρνοντας τό «χρῖσμα» (Α΄ Ἰωάν. 2, 20).
Ὅταν δέν θέλουμε ἤ δέν ξέρουμε νά προσευχηθοῦμε «ὑπερεντυγχάνει ὑπέρ ἡμῶν στεναγμοῖς ἀληλήτοις» (Ρωμ. 8, 26) καί ὁ «καρπός τοῦ Πνεύματος» εἶναι «ἀγάπη, χαρά, εἰρήνη, μακροθυμία, χρηστότητα, ἀγαθοσύνη, πίστις, πραότης, ἐγκράτεια» (Γαλ. 5, 22). Ὁ ἀπόστολος Παῦλος ὑπογραμμίζει πώς καί τό σῶμα κάθε ἀνθρώπου εἶναι ναός τοῦ Ἁγίου Πνεύματος (Α΄ Κορ. 6, 19-20). Τό «πῦρ» πού ἦρθε ὁ Κύριος «βαλεῖν ἐπί τῆς γῆς» (Λουκ. 12, 49) «ἀνήφθη» μέ τήν ἐμφάνιση τῶν πυρίνων γλωσσῶν τῆς Πεντηκοστῆς, γιά νά κατακάψει ὅ,τι κακό ὑπάρχει στόν κόσμο καί νά τόν ἀνακαινίσει καί μεταστοιχειώσει σέ «καινή κτίση».
Σέ ‘κείνους πού δέν συμπεριφέρονται καλά πρός τήν χάρη τοῦ Ἁγίου Πνεύματος ὁ ἀπόστολος Παῦλου συμβουλεύει: «Μή λυπεῖτε τό Πνεῦμα τό Ἅγιον» (Ἐφεσ. 4, 30) καί «τό Πνεῦμα μή σβέννυτε» (Α΄ Θεσ. 5, 19). Ἡ σημερινή μεγάλη «ἡμέρα τῆς Πεντηκοστῆς» μᾶς δίνει τήν εὐκαιρία νά ἐνδοσκοπήσουμε τούς ἑαυτούς μας νά μή λυποῦμε τό Ἅγιο Πνεῦμα, ὥστε νά ἀδρανεῖ ἡ ἐνέργειά Του μέσα μας. Μία ἀναθεώρηση τῆς τακτικῆς μας σ’ αὐτές τίς περιπτώσεις, θά σήμαινε γιά κάθε χριστιανό ἀναζωπύρωση γι’ αὐτόν τοῦ πυρός τῆς Πεντηκοστῆς.































