«Ἐάν γάρ εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἔστι μοι καύχημα· ἀνάγκη γάρ μοί ἐπείκειται· οὐαί δέ μοί ἐστιν ἐάν μή εὐαγγελίζωμαι» (Α’ Κορ. 9, 18)
Μητροπολίτου Αὐλῶνος ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Ἡ ἑορτή τοῦ πρωτοκλήτου ἀποστόλου Ἀνδρέα, φέρνει στή μνήμη μας τό ἔργο καί τήν προσωπικότητα τῶν ἐργατῶν τοῦ Εὐαγγελίου. Κάθε τι πού ἔχει σχέση μέ τή θεία σπορά τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ, ὑφαίνεται θαυμαστά ἀπό τή χάρη τοῦ Θεοῦ. Ἡ χάρη ἐκλέγει καί μεταβάλλει σέ «σκεύη ἐκλογῆς» τούς Ἀποστόλους. Ἡ χάρη τοῦ Θεοῦ χρησιμοποιεῖ τόν ἄνθρωπο, γιά νά μιλήσει, γιά νά διδάξει, γιά νά μεταδώσει, ὅσα ὁ Θεός ἀποκαλύπτει μυστικά στούς συνεργούς καί ἐργάτες τοῦ ἔργου Του.
Γιά τό λόγο αὐτό ὁ ἀπόστολος Παῦλος στό σημερινό ἀποστολικό ἀνάγνωσμα ἐπεξηγεῖ τή θέση του στή διακονία τοῦ κηρύγματος. Καί αὐτή ἡ θέση ἰσχύει, ὄχι μόνο γιά τούς «ἐπιστρατευμένους» ἐργάτες τοῦ θείου λόγου, ἀλλά καί γιά κάθε χριστιανό. Διότι καί ὁ κάθε πιστός, πού δέχθηκε τή χάρη τοῦ Εὐαγγελίου ἔχει ὑποχρέωση νά μεταλαμπαδεύει στούς συνανθρώπους του τή φλόγα τοῦ λόγου τοῦ Θεοῦ. Ἀσφαλῶς ἡ ἐργασία αὐτή δέν εἶναι εὔκολη. Μπορεῖ, ὅμως, νά ἀποβεῖ καρποφόρος, ἐάν μαθητεύσουμε κοντά στούς Ἀποστόλους καί διδαχθοῦμε τούς τρόπους τους καί τήν τοποθέτησή τους στό ἔργο τῆς διακονίας.
1. «Ἐάν γάρ εὐαγγελίζωμαι, οὐκ ἔστι μοι καύχημα»
Ἡ διακήρυξη τοῦ ἀποστόλου Παύλου ὅτι τό ἔργο τοῦ Εὐαγγελιστοῦ, πού ἐκεῖνος ἔκαμε, ὅσο κανένας ἄλλος σέ τόση ἔκταση καί μέ τόσα θαυμαστά ἀποτελέσματα, μαρτυρεῖ τήν ταπείνωση τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ στάση τοῦ διδασκάλου τῶν Ἐθνῶν. Θά μποροῦσε αὐτός νά διεκδικήσει «πρωτεῖα» καί ξεχωριστή τιμή ἀπό τίς τόσες Ἐκκλησίες πού ἵδρυσε, ἀπό τίς χιλιάδες τῶν χριστιανῶν πού βάπτισε. Ἀλλά τῆς οἰκουμένης ὁ κήρυκας δέν τολμᾶ οὔτε κἄν νά διανοηθεῖ ὁποιοδήποτε καύχημα.
Καί ὄχι μόνο αὐτό· προχωρεῖ στήν ἑρμηνεία τοῦ λόγου πού ἐπιβάλλει τήν ταπείνωση στούς ἐργάτες τοῦ Θεοῦ. «Ἀνάγκη γάρ μοι ἐπίκειται». Εἶμαι ἀναγκασμένος ἀπό τό γεγονός τῆς κλήσης μου, λέει ὁ θεῖος Παῦλος, νά ἐπιτελῶ τό μέγα ἔργο τῆς διακονίας τοῦ Εὐαγγελίου. Ποιός, λοιπόν, ἀπό ἐμᾶς τούς χριστιανούς θά λάβει τό θάρρος νά καυχηθεῖ γιά τήν ἰδιαίτερη θέση πού ἔχει στό ἔργο τῆς διακονίας τοῦ Εὐαγγελίου, ὅταν εἶναι ἱερέας τοῦ Θεοῦ καί ἱερουργός τοῦ θείου Λόγου, ἤ ὅταν σάν ἁπλός χριστιανός ἔχει τό χάρισμα νά μεταδίδει τόν λόγο τοῦ Χριστοῦ;
Ὅταν ἐνώπιόν μας προβάλλουν οἱ κορυφές τῶν Ἀποστόλων, πού γονατίζουν μπροστά στό ἔργο μέ ταπείνωση καί τή θέση τῆς καύχησης τήν ἀνταλλάσουν μέ τήν ὑποχρέωση τοῦ καθήκοντος, εἶναι δυνατό νά εὑρεθεῖ ἄνθρωπος πάνω στή γῆ νά καυχηθεῖ γιά τό πνευματικό ἔργο πού διακονεῖ;
2. Ἡ διακονία τοῦ θείου λόγου εἶναι καθῆκον μας
Θά μπορούσαμε νά διακηρύξουμε μέ βεβαιότητα, ὅτι τό ἔργο τῆς διακονίας τοῦ θείου θελήματος, πού «πάντας ἀνθρώπους θέλει σωθῆναι καί εἰς ἐπίγνωσιν ἀληθείας ἐλθεῖν» εἶναι ἀποστολή ὑποχρεωτική γιά κάθε χριστιανό. Ὁ ἀπόστολος Παῦλος στή σκέψη, πώς μπορεῖ γιά μιά στιγμή νά παραμεληθεῖ, ἤ νά ἐκτελεσθεῖ χωρίς ζῆλο τοῦτο τό ἔργο τῆς διακονίας τοῦ Εὐαγγελίου ἐπιστρατεύει τό ἀμείλικτο «οὐαί», γράφοντας στούς Κορινθίους: «οὐαί δέ μοί ἐστιν ἐάν μή εὐαγγελίζομαι».
Ὁ σκοπός τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, πού περαστικός διατρέχει τή ζωή τῆς γῆς, εἶναι ὄχι ἡ «μένουσα», ἀλλά «ἡ μέλλουσα πόλις». Καί αὐτή «ἡ μέλλουσα» ζωή καί μακαριότητα δέν κερδίζεται μέ κανένα κοσμικό ἔργο. Ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ, πού «φωτίζει πάντα ἄνθρωπον ἐρχόμενον εἰς τόν κόσμον», αὐτός καί μόνον ἀνοίγει τήν ὁδό πρός τήν «ἐπέκεινα» τῆς πρόσκαιρης πραγματικότητας ἀλήθεια.
Ναί! Μόνο ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ ἁγιάζει καί τρέφει τήν ψυχή. Γι’ αὐτό ὁ Ἀπόστολος δέν βλέπει ἄλλο ἔργο μεγαλύτερο καί σοβαρότερο ἀπό τή διακονία τοῦ Εὐαγγελίου. Γι’ αὐτό λέει στόν ἑαυτό του τό φοβερό «οὐαί», ὥστε νά μένει διαρκῶς στίς ἐπάλξεις τοῦ κηρύγματος τοῦ Εὐαγγελίου.
Καί ἐάν ἕνας θεῖος Παῦλος σκέπτεται μέ αὐτόν τόν τρόπον, τότε τί πρέπει νά σκεφτόμαστε ὅλοι ἐμεῖς, ἀπό τόν πιό ἁπλό χριστιανό, ἕως τόν μεγαλύτερο κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου τοῦ Χριστοῦ; Δέν φθάνει, ὅμως, νά ἀναγνωρίζουμε τό καθῆκον μας καί τήν ὑποχρέωσή μας νά κηρύττουμε τόν Χριστό. Ἐπιβάλλεται καί νά καταρτιζόμαστε γιά τό ἔργο αὐτό.
3. Ὁ πνευματικός μας καταρτισμός
Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Θεολόγος γράφει, πώς γιά νά φωτίσει ὁ ἄνθρωπος τόν ἄλλο ἄνθρωπο πρέπει πρῶτα ὁ ἴδιος νά φωτισθεῖ. Τό ἴδιο καί γιά νά διδάξει καί νά ἁγιάσει. Μέσα στήν Ἁγία μας Ἐκκλησία ἡ Χάρη τοῦ Κυρίου μέ τά Μυστήρια καί τό θεῖο λόγο, μᾶς προσφέρεται ἄφθονη. Δέν φθάνει νά ἀκοῦμε τό θεῖο κήρυγμα. Χρειάζεται καί ἐμεῖς οἱ ἴδιοι νά μελετήσουμε τήν Ἁγία Γραφή, τούς Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας, πού μέ τή σοφία τους καί τήν πνευματική τους πεῖρα μᾶς καθοδηγοῦν στήν ὁδό τῆς ψυχικῆς τελείωσης καί τοῦ πνευματικοῦ μας καταρτισμοῦ.
Αὐτή ἡ μελέτη, πού πρέπει νά γίνεται παράλληλα μέ τήν ἄσκηση τῆς μυστηριακῆς ζωῆς καί τήν οὐσιαστική μας συμμετοχή στή λειτουργική πραγματικότητα τῆς ἐνορίας μας, πρέπει νά εἶναι συνεχής, σέ ὅλη μας τή ζωή. Ὁ χριστιανός, γιά νά εἶναι μέσα στούς «κανόνες» τῆς ἀγωνιστικῆς τακτικῆς τῆς πνευματικῆς ζωῆς, θά πρέπει νά ἀρχίσει τόν ἀγώνα του, ἀλλά ποτέ νά μή σταματᾶ. Ἡ προσπάθεια αὐτή, ὅταν γίνεται μέσα στήν Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ, πολύ γρήγορα θά μᾶς καταστήσει ἱκανούς νά γνωρίζουμε τῆς πίστης μας τίς ἀλήθειες. Νά μποροῦμε νά ἀντικρύσουμε τόν ἄπιστο καί τόν αἱρετικό. Ἀλλά προπαντός νά κηρύξουμε τό Εὐαγγέλιο στούς συνανθρώπους μας, πού κατατρώγονται ἀπό τή μέριμνα τοῦ παρόντος καί χάνονται στή ζωή τῆς ἀπάτης καί τῆς ἁμαρτίας.
Ὁ ἀπόστολος Ἀνδρέας ὁ Πρωτόκλητος, πού σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας τιμᾶ τή μνήμη του γίνεται κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου ἀπό τήν πρώτη συνάντησή του μέ τόν Κύριο. Ὅταν γνώρισε τόν Χριστό διακήρυξε πρός τούς φίλους του καί τούς γνωστούς του τή μεγάλη ἀνακάλυψη: «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν», εἶπε γεμάτος ἀπό χαρά καί ἐλπίδα καί πίστη πρός τόν Κύριο. Ἀλλά ὁ Ἀπόστολος μελετοῦσε τήν Παλαιά Διαθήκη. Εἶχε δίψα γιά τή μεγάλη τῆς ζωῆς του «ἀνακάλυψη». Γι’ αὐτό στό κάλεσμα τοῦ Ἰησοῦ δίνει ἀνεπιφύλακτα τό παρών, γι’ αὐτό γίνεται κήρυκας τοῦ Εὐαγγελίου στήν πρώτη του ἐπαφή μέ τόν Χριστό.
Αὐτή εἶναι ἡ πορεία πού καλούμαστε νά ἀκολουθήσουμε καί ‘μεῖς. Ἐφόσον μᾶς ἔχει καλέσει κοντά Του ὁ Θεός, ἐφόσον φέρουμε τό ὄνομα τοῦ χριστιανοῦ, ἐάν μέσα μας καίει ἡ θεία φλόγα τοῦ λόγου, ἔχουμε ἐπιτακτικό καθῆκον νά τόν μεταδώσουμε. Ἐάν πάλι ἡ ζωή μας εἶναι τυπικά χριστιανική, τότε ἄς φροντίσουμε νά τήν ἀναβαπτίσουμε στίς φλογερές καρδιές τῶν ἁγίων Ἀποστόλων. Ὁ Πρωτόκλητος μᾶς περιμένει νά τόν μιμηθοῦμε. Θά τό θελήσουμε;
























