Την Α΄ Κυριακή των Νηστειών, την Κυριακή της Ορθοδοξίας, 1η Μαρτίου 2026, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Τιμόθεος χοροστάτησε στον Όρθρο και τέλεσε τη Θεία Λειτουργία του Μεγάλου Βασιλείου, στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Καρδίτσης, όπου λίγο πριν από την Απόλυση, προέστη της λιτανεύσεως των αγίων Εικόνων, μέσα σε κλίμα κατάνυξης και εορταστικής χαράς για τον θρίαμβο της Ορθοδοξίας, και στο τέλος απηύθυνε το θείο κήρυγμα προς το εκκλησίασμα.
Στην ομιλία του τόνισε ότι η εορτή της Ορθοδοξίας δεν αποτελεί απλώς μια ιστορική επέτειο της αναστηλώσεως των Ιερών Εικόνων το 842 μ.Χ., όταν ο Άγιος Μεθόδιος, Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως, μαζί με την Αυτοκράτειρα Θεοδώρα και τον Μιχαήλ Γ΄, επανέφεραν τη διδασκαλία και την τιμή των Ιερών Εικόνων και των Ιερών Σεβασμάτων στην Εκκλησία. Είναι, κυρίως, ομολογία πίστεως ότι στο κέντρο της ζωής της Εκκλησίας βρίσκεται το θεανθρώπινο πρόσωπο του Κυρίου μας Ιησού Χριστού. «Το ζητούμενο πρόσωπο μέσα στην εμπειρία της Εκκλησίας», υπογράμμισε, «είναι ο Χριστός. Δεν είναι κάτι άλλο. Είναι ο Χριστός».
Αναφερόμενος στα αναγνώσματα της ημέρας, επεσήμανε ότι τόσο το Αποστολικό ανάγνωσμα από την προς Εβραίους Επιστολή όσο και το Ευαγγέλιο μάς οδηγούν στους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης και ιδιαιτέρως στο πρόσωπο του Μωυσέως. Ο Μωυσής παρουσιάζεται ως προτύπωση του Μεσσία. Εξαιτίας της πίστεώς του εγκατέλειψε τα πλούτη, τη δόξα και την ασφάλεια του παλατιού του Φαραώ και προτίμησε να ζήσει με τους αδελφούς του Ισραηλίτες, οι οποίοι υπέφεραν μέσα σε τυραννία και κακουχίες, οικοδομώντας χωρίς μισθό.
Ο Σεβασμιώτατος στάθηκε ιδιαίτερα στο «μετέωρο βήμα» της εγκαταλείψεως. Το δύσκολο, όπως σημείωσε, δεν είναι να έχει κανείς πλούτο ή δόξα, αλλά να μπορεί να τα αφήσει και να συμπορευθεί με τον πάσχοντα αδελφό. Αυτή η κίνηση αποτελεί υποτύπωση του Χριστού. Όπως ο Μωυσής άφησε το παλάτι και έγινε συμμέτοχος της ταλαιπωρίας του λαού, έτσι και ο Κύριός μας, ενώ ήταν πλούσιος, έγινε πτωχός από φιλανθρωπία και αγαθότητα.
Ο Ιησούς Χριστός υπέμεινε εξουθενώσεις και ταπεινώσεις. Λίγοι τον άκουγαν, πολλοί τον παρεξηγούσαν, και επάνω στον Σταυρό τον χλεύαζαν λέγοντάς του να κατέβει, αν είναι Υιός του Θεού. Αυτή η οδός της ταπεινώσεως, αυτή η εκούσια «έκπτωση», αποτελεί το μέτρο της δικής μας ζωής. Εκεί καλείται ο άνθρωπος να συναντήσει τον Χριστό, αποδεχόμενος την ταπείνωση και την προσωπική του μεταμόρφωση μέσα στη σχέση με τον Θεό και τον συνάνθρωπο.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στα τρία βασικά ρήματα του Συμβόλου της Πίστεως, «Πιστεύω, ομολογώ, προσδοκώ». Αυτά, όπως ανέφερε, συνοψίζουν την πνευματική πορεία του πιστού. Η πίστη, κατά τον Απόστολο Παύλο, είναι «ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος οὐ βλεπομένων» και δεν αποτελεί αφηρημένη ιδέα, αλλά ζωντανή σχέση με το πρόσωπο του Ιησού Χριστού. Εκεί αναζητείται και εκεί θεμελιώνεται.
Αναφερόμενος στους Προφήτες, υπενθύμισε ότι πολλοί από αυτούς διώχθηκαν, λιθοβολήθηκαν και μαρτύρησαν, διότι ανέμεναν τον Χριστό και ζούσαν ήδη την παρουσία του Θεού στη ζωή τους. Εκείνοι προσδοκούσαν. Εμείς, όμως, ζούμε τη φανερωμένη παρουσία Του μέσα στην Εκκλησία. Ο Τίμιος Σταυρός φανερώνει τη θυσία του Χριστού. Τα Ιερά Λείψανα μαρτυρούν τους ανθρώπους που έγιναν δικοί Του. Οι Ιερές Εικόνες αποτυπώνουν το θεανθρώπινο πρόσωπό Του, καθώς και τα πρόσωπα της Παναγίας και των Αγίων. Έτσι επιβεβαιώνεται ότι η Ορθόδοξη Εκκλησία είναι διαχρονικά Εκκλησία Αγίων και Μαρτύρων.
Ολοκληρώνοντας, ο Σεβασμιώτατος κάλεσε τους πιστούς να ζήσουν ουσιαστικά την ευλογημένη περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, με νηστεία, προσευχή, μετάνοια και αναζήτηση του ελέους του Θεού. Διαβεβαίωσε ότι ο Κύριος, πλούσιος σε έλεος, θα ανταποδώσει τον πνευματικό αγώνα όχι μόνο στη μέλλουσα ζωή, αλλά ήδη από τώρα, με τη μετοχή στη Βασιλεία Του, και τελικώς με την κοινή Ανάσταση και τη ζωή του μέλλοντος αιώνος.







































