Είναι από τα μοναστήρια που σου προκαλούν δέος και που νομίζεις ότι κάποιο θεϊκό χέρι τα έχει κτίσει στη κοιλιά των βράχων. Από μακριά, όπως το βλέπεις, μοιάζει με τεράστιο έργο τέχνης σκαλισμένο σε απότομα βράχια, χωρίς να σου αφήνει την αίσθηση ότι εκεί μπορεί να ζουν άνθρωποι. Ίσως οι δύο τεράστιες σημαίες του Βυζαντίου και η ελληνική που κρέμονται στα βράχια να είναι τα μόνα σημάδια ζωής από μακριά.

Πρόκειται ίσως για το μοναστήρι που μόνο και μόνο λόγω της θέσης τους υπερέχει των άλλων στο Λεωνίδιο. Απέχει μόλις λίγα χιλιόμετρα από την τσακωνική πρωτεύουσα και για φτάσεις σε αυτό ακολουθείς έναν τυφλό δρόμο όλο στροφές σε ένα ιδιαίτερο τοπίο όπου εναλλάσσονται ελιές, πέτρες βερικοκιές και φορές-φορές διατρέχεται από αγριοκάτσικα.

Ένας εκ των σημαντικότερων ερευνητών των μοναστηριών της Πελοποννήσου, ο Τάσος Γριτσόπουλος, γράφει για τη Μονή Σίτζας στο βιβλίο του «Η Εκκλησία της Πελοποννήσου μετά την Άλωσιν»: «Οι ηλίβατοι κοκκινωποί βράχοι της Σίτζας, το πυκνό δάσος, το αφιερωματικό ποίμνιο εριφίων που δεσπόζει απλησίαστο από άνθρωπο στην αντικρυνή πλαγιά την απροσπέλαστη του βραχώδους τοπίου, είχαν να προσδώσουν στην σκυθρωπή και απόκοσμη αυτή μοναστηριακή εστία τον τρομερόν ίλιγγο των γυμνών ασκητηρίων μέσα στην ανελέητη αγριότητά των».

Όπως εκτιμάται, ασκητές σκαρφάλωσαν ως εκεί ψηλά και πέτυχαν να διαμορφώσουν μικρές σκήτες στον βράχο, δημιουργώντας τη δική τους ιερή βάση-φύλακα του κάμπου. Οι ασκητές, οι οποίοι ήταν σκορπισμένοι στις θεόρατες πέτρες -και για λόγους επιβίωσης- άρχισαν να οργανώνουν το μοναστήρι και παράλληλα να σκαλίζουν δρόμο στα βράχια πλάι στο ρέμα. Κατά το 16ο αιώνα ή στις αρχές του 17ου το μοναστήρι κτίστηκε με πολύ κόπο μέσα στα κοιλώματα των βράχων.

Πριν κάποιος αρχίζει να αναβαίνει τα σκαλιά, υπάρχει μια πηγή και δίπλα της ένας ρωμαϊκός τάφος μέσα στον βράχο με επιγραφή που μνημονεύει «τόπον Κλαυδίου Ευρώτα». Αυτό σημαίνει ότι γύρω από το μοναστήρι είχε δημιουργηθεί ένας άλλος χώρος που δεν είχε να κάνει με τους ασκητές μοναχούς.

Η επωνυμία της μονής δεν είναι απόλυτα εξακριβωμένο από πού προέρχεται. Πολλοί αποδίδουν το όνομα σε μια συκιά που υπήρχε εκεί και που στα Τσακώνικα λέγεται και σιτζά.

Αν και «μακριά από τον κόσμο», είναι σταυροπηγιακή με σιγίλιο του Πατριάρχη Κυρίλλου Α’ του Λουκάρεως. Το προνόμιο της μονής ανανεώθηκε λίγα χρόνια αργότερα, ενώ το 1653 ακυρώθηκαν τα σταυροπηγιακά δίκαια της μονής για άγνωστο λόγο και δόθηκαν εκ νέου τον Απρίλιο του 1798 από τον Γρηγόριο τον Ε’. Όπως όλα τα σταυροπηγιακά μοναστήρια, έτσι και η Σίτζα έδινε οικονομική ενίσχυση στο Πατριαρχείο, και μάλιστα του 1819 κατέβαλαν 575 γρόσια.

Η περιουσία της ήταν μεγάλη και φαίνεται πως αρκετοί ήταν οι εργάτες οι οποίοι διέμεναν σε καλύβια του μοναστηριού. Μεταξύ του 17ου και του 18ου η μονή έχασε τα οικονομικά της προνόμια από τα κτήματα, τα αμπέλια, τους μύλους και τους ελαιώνες που διέθετε. Σημαντικό ρόλο στην πτώση φαίνεται πως έπαιξαν τα Ορλωφικά.

Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους πολλά μοναστήρια έχασαν τις περιουσίες τους με συνέπειες στην ίδια τους την λειτουργία. Τα ίδια προβλήματα είχε και το μοναστήρι της Σίτζας. Ωστόσο, πριν από τους Βαυαρούς, την περίοδο του Καποδίστρια, το μοναστήρι στήριξε οικονομικά τις προσπάθειες του κυβερνήτη για ανέγερση σχολείων.

Από το 1953 η μονή από ανδρώα μετατράπηκε σε γυναικεία. Σήμερα εκεί υπάρχει μόνο μία μοναχή, στην οποία συμπαρίστανται οι γυναίκες της περιοχής, που σπεύδουν να της παρέχουν κάθε δυνατή βοήθεια. Η μονή εορτάζει στις 8 Μαΐου και στις 7 Σεπτεμβρίου.

Εκτός των εικόνων και των λειψάνων αγίων, στη μονή υπάρχει και τμήμα ερπετού το οποίο ο θρύλος θέλει να προέρχεται από ένα πελώριο φίδι «στοιχειό», το οποίο δεν επέτρεπε την είσοδο την μικρή κοιλάδα σε οποιονδήποτε ήθελε να πάει στο μοναστήρι. Το «στοιχειό» σκότωσε κάποιος κάτοικος, και μάλιστα με σφεντόνα, και έκτοτε ο δρόμος ελευθερώθηκε.

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.