Μητροπολίτου Αὐλῶνος ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ
Ὁ ἄνθρωπος εὑρίσκεται μεταξύ τοῦ μακροκόσμου καί τοῦ μικροκόσμου. Οἱ πνευματικές του δυνατότητες εἶναι ἀπεριόριστες. Μόνος αὐτός μέσα στήν ὀργάνωση τῆς Δημιουργίας ἔχει μοναδικά, ἀριστοκρατικά, πνευματικά προνόμια. Ἔχει τή λογική, τήν κρίση, τήν αὐτοσυνείδηση καί προπάντων τόν θεῖο σπινθήρα τῆς ψυχῆς καί τήν ἀλήθεια τῆς πνευματικῆς του ἐλευθερίας, στοιχεῖα πού τοῦ ἐπιτρέπουν ἀλλά καί τόν ἀναγκάζουν νά ἀναζητᾶ τό νόημα τῆς ὑπάρξεώς του, νά διερωτᾶται γιά τήν ἀρχή τοῦ κόσμου καί νά κινεῖται ἤ πρός τήν περιοχή τῆς ἀρνήσεως, πού ὁδηγεῖ στήν ἄβυσσο τῆς ἀπιστίας ἤ πρός τή σιωπηλή κατάφαση τῆς ἀποδοχῆς τῆς Δημιουργικῆς του Ἀρχῆς, τοῦ Θεοῦ, πού συνθέτει τό βίωμα τῆς πίστεως.
Ὁ πολιοῦχος, προστάτης καί ἔφορος τῆς πόλεως καί τῆς Μητροπόλεως τῶν Τρικάλων καί τῆς Μονῆς Δουσίκου ὁ Προστάτης πού πάνδημα τιμᾶται ἐκεῖ σήμερα ἀκολουθεῖ στή ζωή του τήν ὁδό τῆς πίστεως καί μάλιστα κατά τρόπο θαυμαστό. «Πίστει διαιτώμενος» γίνεται «ἐπιστολή Χριστοῦ γινωσκομένη καί ἀναγινωσκομένη ὑπό πάντων τῶν ἀνθρώπων» (Β΄ Κορ. 3, 2). Ἄς ἐξετάσουμε καί ἐμεῖς δι’ ὀλίγων τήν κοσμογονική δύναμη τῆς ἐσωτερικῆς ζωῆς τῆς ψυχῆς πού λέγεται πίστη στήν ἀλήθεια τοῦ Θεοῦ.
Ἡ πίστη, ἔτσι ὅπως τή βιώνει ἡ ἁγία μας Ἐκκλησία «σύν πᾶσι τοῖς ἁγίοις» (Ἐφ. 3, 18), δέν εἶναι φιλοσοφικός στοχασμός ὑποκείμενος σέ λογικές ἀποδείξεις πού κολακεύουν τά ἀνθρώπινα αἰσθητήρια καί πλουτίζουν γνωσιολογικά τόν ἄνθρωπο. Ἡ πίστη προσεγγίζεται μονάχα μέ τήν τόλμη μιᾶς τόλμης! Ἡ ἴδια ὑπερβαίνει τήν τάξη τῶν ἀναγκαιοτήτων, γιατί, καθώς ὑπογραμμίζει ὁ Ἐθναπόστολος εἶναι «ἐλπιζομένων ὑπόστασις, πραγμάτων ἔλεγχος μή βλεπομένων» (Ἑβρ. 11, 1).
Ἐάν ἡ ἐπιστήμη ἔχει τή μαθηματική καί πειραματική ἀπόδειξη, γιά νά ἐπαληθεύσει καί νά ὑποχρεώσει σέ ἀποδοχή τῶν συμπερασμάτων της τόν ἄνθρωπο, ἡ πίστη στό κήρυγμα τοῦ Ἀναστάντος Χριστοῦ ὑπερβαίνει τά μέτρα τῆς λογικῆς. Δέν χωράει στή σπηλιά τοῦ ἀνθρώπινου λογικοῦ ὁ Θεός! Εἶναι μιά ἀποκαλυπτική, προσωπική ἐμπερία τό βίωμα τῆς πίστεως, πού ἀφαιρεῖ κάθε ἀπόδειξη, κάθε ἐνδιάμεσο, κάθε ἀφηρημένη ἔννοια γιά τόν ἀντικειμενικά ὑπάρχοντα Θεό.
Ἀλλ’, ἴσως, πολλοί νά διερωτηθοῦν: Γιατί ἡ πίστη μας παρουσιάζεται ἔτσι ἀπροστάτευτη ἀπό ἀνθρώπινα λογικά στηρίγματα; Πῶς συμβαίνει νά μή συμβιβάζεται μέ τίς λογικές ἀποδείξεις, πού ὁπωσδήποτε στηρίζουν τήν ἀδυναμία τοῦ ἀνθρωπίνου ὄντος; Ἡ ἀπάντηση στό ἐρώτημα εἶναι ἁπλή. Ἐφόσον τό ἀντικείμενο τῆς πίστεως εἶναι ὁ Θεός, διότι δέν εἶναι δυνατόν νά ὑπάρχει ἄλλο ἐπιχείρημα τοῦ εἶναι τοῦ Θεοῦ ἀπό τόν ἴδιο τόν Θεό, πῶς νά δοθοῦν στήν πίστη τά στηρίγματα ἐκεῖνα τά ἀνθρώπινα πού ἀπαιτεῖ ἡ δική μας ἀδυναμία ἀνθρώπινη; Ἡ πίστη δέν εἶναι ἡ ἐνόραση οῦ Μπέρξον. Οὔτε ἡ ἀβεβαιότητα τῆς διαισθήσεως τῶν θεοσόφων. Οὔτε ἡ ἀταραξία τοῦ βουδιστικοῦ νιρβάνα.
Τό γεγονός τῆς πίστεως εἶναι γιά τόν ἄνθρωπο ἐφικτή δυνατότητα; Μάλιστα. Ἐάν κάποτε τό παρελθόν ἦταν ἕνα λάθος, τό παρόν μιά μόνιμη θλίψη καί τό μέλλον μιά ἀβεβαιότητα, μετά τή Σάρκωση καί τή φανέρωση τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ ἐσωτερική ζωή τῆς ψυχῆς παίρνει συγκεκριμένη μορφή μέσα στό χῶρο καί τό χρόνο. Ὁ ἄνθρωπος ἔχει μέσα στήν Ἐκκλησία τόν Θεάνθρωπο. Τόν Κύριο πού γεννιέται γι’ αὐτόν, πού σταυρώνεται γι’ αὐτόν, πού ἀνασταίνεται γι’ αὐτόν, πού ἀναλαμβάνεται γι’ αὐτόν. Γι’ αὐτό καί ἡ πίστη μας δέν εἶναι οὐτοπία. Εἶναι γεγονός ψηλαφητό. Εἶναι ἡ συμμετοχή, ἡ βιωματική συμμετοχή στή χαρά τοῦ ἀναστημένου Χριστοῦ. Εἶναι ἀφή τῆς ψυχῆς μέ τόν Ἀμνό. Διάλογος τοῦ ἐγώ μέ τό θεῖο Σύ.
Ἐάν ὁ οὐρανοβάμων Παῦλος ὁμολογεῖ ὅτι «κατ’ ἀποκάλυψιν» (Γαλ. 1, 12), ἐγνώρισε τό μυστήριο τοῦ Θεοῦ, ἀντιλαμβάνεται κανείς πόσο πιό δύσκολα μπορεῖ νά περάσει στό σύγχρονο ἄνθρωπο τῆς δαιμονικῆς συγχύσεως, τῆς ἀγωνίας καί τοῦ ἄγχους τό θαῦμα τῆς πίστεως. Ὁ Χριστός κάποτε εἶπε: «αἰτεῖτε καί δοθήσεται ἡμῖν». Καί ἐπειδή ἡ πίστη εἶναι «Θεοῦ τό δῶρον» στόν ἄνθρωπο, ἄς μήν ἀποκάμνει ὁ καθένας. Ἄς ζητεῖ πίστη ἀπό τόν Θεό. Ἄς ἐπαναλαμβάνει τή γνωστή φράση τοῦ Εὐαγγελίου. Ναί «Κύριε, πρόσθες ἡμῖν πίστιν» (Λουκ. 17, 5). Καί τότε θἄρθει καί τό δῶρο, ἡ πίστη. Καί τότε θά αἰσθανθεῖ ὁ ἄνθρωπος μιά ἀλλαγή μέσα του. Θά βλέπει τή ζωή, τόν κόσμο, τούς συνανθρώπους, τά παρόντα καί τά μέλλοντα ἔτσι ὅπως εἶναι. Ὅμως ὄχι μέ τό ἀνθρώπινο, ἀλλά μέ τοῦ Θεοῦ τό μάτι. Ἔτσι ὅπως βλέπει ὅλες τίς παραπάνω πραγματικότητες ἕνας ἅγιος, ὁ ἅγιος Βησσαρίων ἐν προκειμένω. Καί ὅταν κανείς βλέπει ὀρθά τότε καί μόνον πράττει ὀρθά. Γίνεται ὁδοδείκτης καί ὄχι ἀνεμοδείκτης στήν πορεία τοῦ λαοῦ.
Καί ἐπειδή κατά τόν ἀρχαῖο ρήτορα καί πολιτικό «χαλεπόν τό μετρίως εἰπεῖν» (εἶναι δύσκολο νά πεῖ κανείς ὅ,τι πρέπει) γι’ αὐτό τελειώνω μ’ ἕνα στίχο τοῦ ἐθνικοῦ μας ποιητῆ Κωστῆ Παλαμᾶ πού ἐκφράζει τή ρωμέηκη, τήν ἑλληνορθόδοξη συνείδησή μας πιότερο ἀπ’ ὁτιδήποτε: «Κάθε φορά τό σήμαντρο τοῦ ἑσπερινοῦ ἤ τοῦ ὄρθρου πού σπρώχνει μιά φτωχή ψυχή νά κάνει τό σταυρό της τό κίνημα τ’ ἀθέλητο κι ἀπ’ τήν καρδιά βγαλμένο πιό πολύ ἀξίζει, πιό σοφό τό σταυροκόπημά της κι ἀπ’ ὅλους τῶν πολύξερων τούς νόμους καί τούς δρόμους» (Βωμοί, τόμ. 3, Ἀθήνα 1915). Εἴθε τό κάθε σταυροκόπημά μας, μέ τήν πρεσβεία τοῦ ἁγιου μας, ἀσφαλῶς, νά μᾶς φέρει ὅλο καί πιό κοντά στό περιεχόμενο τῆς πίστεώς μας, τόν Ἰησοῦ Χριστό.







































