Ὑπὸ Χαραλάμπους Κεγχριαίου, τέκνου
Γέροντά μου σεβαστέ,
Μωυσῆ μου νοητέ,
ἔλα δῶσ’ μου μιὰ εὐχή,
νὰ τὴν ἔχω σ’ ὅλη τὴ ζωή.
Μωυσῆ μου νοητέ,
ἔλα δῶσ’ μου μιὰ εὐχή,
νὰ τὴν ἔχω σ’ ὅλη τὴ ζωή.
Σὺ ὡς ἄλλος Ζηλωτής,
καλῶν ἔργων ἐπὶ γῆς,
ἔγινες ἐν οὐρανοῖς,
πάτερ Σίμων, πρεσβευτής.
καλῶν ἔργων ἐπὶ γῆς,
ἔγινες ἐν οὐρανοῖς,
πάτερ Σίμων, πρεσβευτής.
Παχωμίου ἀσκητοῦ,
καὶ Ἀνθίμου τοῦ κλεινοῦ,
Νικηφόρου τοῦ λεπροῦ,
Εὐμενίου τοῦ Κρητικοῦ.
καὶ Ἀνθίμου τοῦ κλεινοῦ,
Νικηφόρου τοῦ λεπροῦ,
Εὐμενίου τοῦ Κρητικοῦ.
Ἀπὸ τὴ γενιὰ αὐτὴ
γόνος ἤσουν εὐκλεής·
βίους ἔγραψες γι’ αὐτούς
καὶ ὠφέλησες πολλούς.
γόνος ἤσουν εὐκλεής·
βίους ἔγραψες γι’ αὐτούς
καὶ ὠφέλησες πολλούς.
Ἡ καρδιά σου πατρική,
ἀπ’ τοῦ παιδιοῦ πιὸ παιδική,
καθαρὴ καὶ στοργική,
πάντοτε προσευχητική.
ἀπ’ τοῦ παιδιοῦ πιὸ παιδική,
καθαρὴ καὶ στοργική,
πάντοτε προσευχητική.
Ἦσουν γιὰ ὅλους μιὰ ἀγκαλιά,
μιὰ ζεστὴ παρηγοριά·
ὅποιος ἦρθε στὸ κελλί,
μὲ χαρὰ ἔφευγ’ ἀπὸ κεῖ.
μιὰ ζεστὴ παρηγοριά·
ὅποιος ἦρθε στὸ κελλί,
μὲ χαρὰ ἔφευγ’ ἀπὸ κεῖ.
Φιλοξενία ἀρχοντική,
Ἀβραμιαία καὶ πατρική·
εἶχες πάντοτε γλυκὸ
καὶ ἕνα πιάτο φαγητό.
Ἀβραμιαία καὶ πατρική·
εἶχες πάντοτε γλυκὸ
καὶ ἕνα πιάτο φαγητό.
Μὲ σαλότητα πολλή
καὶ καμιὰ φορὰ φωνή,
ἔκρυβες καλὰ-καλά
τὶς ἀρετές σου στὴν καρδιά.
καὶ καμιὰ φορὰ φωνή,
ἔκρυβες καλὰ-καλά
τὶς ἀρετές σου στὴν καρδιά.
Ὅλοι οἱ ναρκομανεῖς,
οἱ ἄστεγοι καὶ συναφεῖς,
ἦταν ἅγια σου παιδιά
στὰ μάτια σου τὰ καθαρά.
οἱ ἄστεγοι καὶ συναφεῖς,
ἦταν ἅγια σου παιδιά
στὰ μάτια σου τὰ καθαρά.
Χαιρόσουν νὰ δίνεις ψιλά,
μα καὶ κέρασμα γλυκά,
μέσ’ στὴ νύχτα, στὰ κρυφά,
«ἵνα μὴ γνώτω ἡ δεξιά».
μα καὶ κέρασμα γλυκά,
μέσ’ στὴ νύχτα, στὰ κρυφά,
«ἵνα μὴ γνώτω ἡ δεξιά».
Μὰ καὶ τῆς φύσεως τὰ πτηνά,
ἀκόμη καὶ τὰ ἑρπετά,
οὐδὲ αὐτὰ ἄφηνες ποτὲ
νὰ μείνουνε νηστικά.
ἀκόμη καὶ τὰ ἑρπετά,
οὐδὲ αὐτὰ ἄφηνες ποτὲ
νὰ μείνουνε νηστικά.
Ἡ ταπείνωση βαθιά
κατοικοῦσε στὴν καρδιά·
ἀγαποῦσες τὰ παιδιά,
τὰ πολὺ ἁμαρτωλά.
κατοικοῦσε στὴν καρδιά·
ἀγαποῦσες τὰ παιδιά,
τὰ πολὺ ἁμαρτωλά.
«Ἡ μετάνοια», ἔλεγες,
«εἶναι τὸ μεγάλο κλειδί,
γιὰ νὰ μπεῖ στὸν Παράδεισο
ὅποιος τὸ ἐπιθυμεῖ».
«εἶναι τὸ μεγάλο κλειδί,
γιὰ νὰ μπεῖ στὸν Παράδεισο
ὅποιος τὸ ἐπιθυμεῖ».
Τὴν εὐχὴ τοῦ Ἰησοῦ
νὰ φωνάζεις πανταχοῦ,
νὰ φωτίζεται ὁ νοῦς
γνωστῶν τε καὶ ἀγνώστων.
νὰ φωνάζεις πανταχοῦ,
νὰ φωτίζεται ὁ νοῦς
γνωστῶν τε καὶ ἀγνώστων.
Πάντοτ’ ἔλεγες· «Παιδιά,
τὸ “Χαῖρε” στὴν Παναγιά
ἀνοίγει Πύλες Οὐρανοῦ
καὶ διώχνει τοὺς ἐχθρούς».
τὸ “Χαῖρε” στὴν Παναγιά
ἀνοίγει Πύλες Οὐρανοῦ
καὶ διώχνει τοὺς ἐχθρούς».
«Τοὺς Χαιρετισμοὺς νὰ διαβάζεις,
κάθε μέρα νὰ μὴν ξεχνᾶς·
τὴ Θεοτόκο ν’ ἀγαπᾷς,
καὶ τὴ χάρη Της νὰ ζητᾷς».
κάθε μέρα νὰ μὴν ξεχνᾶς·
τὴ Θεοτόκο ν’ ἀγαπᾷς,
καὶ τὴ χάρη Της νὰ ζητᾷς».
Μὰ καὶ σένα ἡ Παναγιά,
ἡ γλυκιὰ μας Παναγιά,
σ’ ἅρπαξε στὴν ἀγκαλιά Της,
μετὰ τὰ «Χαῖρε» τὰ πολλά.
ἡ γλυκιὰ μας Παναγιά,
σ’ ἅρπαξε στὴν ἀγκαλιά Της,
μετὰ τὰ «Χαῖρε» τὰ πολλά.
Σ’ ἔχασε ἀπρόσμενα ἡ γῆ,
ὦ ἁγία σου ψυχή,
γιὰ νὰ βρεῖ ὁ Οὐρανὸς
μίαν αἰώνια προσευχή.
ὦ ἁγία σου ψυχή,
γιὰ νὰ βρεῖ ὁ Οὐρανὸς
μίαν αἰώνια προσευχή.
Μὰ ἐμεῖς ἐδῶ στὴ γῆ
θὰ δεόμαστε πολὺ,
νὰ ἀναπαύσει ὁ Χριστὸς
τὴν ἁγία σου ψυχή.
θὰ δεόμαστε πολὺ,
νὰ ἀναπαύσει ὁ Χριστὸς
τὴν ἁγία σου ψυχή.
Γέροντά μου σεβαστέ,
Μωυσῆ μου νοητέ,
ἔλα δῶσ’ μου μιὰ εὐχή,
νὰ τὴν ἔχω σ’ ὅλη τὴ ζωή.
Μωυσῆ μου νοητέ,
ἔλα δῶσ’ μου μιὰ εὐχή,
νὰ τὴν ἔχω σ’ ὅλη τὴ ζωή.
Νὰ τὴν ἔχω σ’ ὅλη τὴ ζωή,
τὴν ἁγία σου εὐχή·
μεῖζον γὰρ θησαυρὸ
καὶ οὐράνιο ἀγαθό.
τὴν ἁγία σου εὐχή·
μεῖζον γὰρ θησαυρὸ
καὶ οὐράνιο ἀγαθό.
Γέροντά μου σεβαστέ,
Μωυσῆ μου νοητέ,
ἔλα δῶσ’ μου μιὰ εὐχή,
νὰ τὴν ἔχω σ’ ὅλη τὴ ζωή.
Μωυσῆ μου νοητέ,
ἔλα δῶσ’ μου μιὰ εὐχή,
νὰ τὴν ἔχω σ’ ὅλη τὴ ζωή.
Μνήσθητι, Κύριε, τοῦ δούλου Σου Σίμωνος μοναχοῦ καὶ ἀνάπαυσον τὴν ψυχὴν αὐτοῦ.
Ἀνάξια,
τὸ παιδί Σου.
τὸ παιδί Σου.














































