Το απόγευμα της Κυριακής 1 Φεβρουαρίου 2026, με αφορμή τη δεσποτικοθεομητορική εορτή της Υπαπαντής του Σωτήρος Χριστού, η οποία υπενθυμίζει την προσφορά του Θείου Βρέφους στον Ναό και τη συνάντησή Του με τον δίκαιο Συμεών, προαναγγέλλοντας την έλευση του φωτός της σωτηρίας στον κόσμο, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Τιμόθεος χοροστάτησε στην ακολουθία του Εσπερινού στον Ιερό Ναό Ζωοδόχου Πηγής Καρδίτσης.
Μετά την ακολουθία, στον ως άνω Ιερό Ναό, απηύθυνε το καθιερωμένο εσπερινό του κήρυγμα στους πιστούς, στο πλαίσιο του κύκλου ομιλιών με θέμα «Διδαχή στην προς Ρωμαίους Επιστολή του Αποστόλου Παύλου», που πραγματοποιείται κάθε Κυριακή.
Ο Σεβασμιώτατος, στο Κυριακάτικο εσπερινό κήρυγμά του με αφορμή την εορτή της Υπαπαντής και με βάση το 6ο κεφάλαιο της προς Ρωμαίους Επιστολής, ανέπτυξε με εκτενή τρόπο το πώς η ζωή του χριστιανού θεμελιώνεται στο μυστήριο του Βαπτίσματος ως θανάτου στην αμαρτία και αναστάσεως σε νέα ζωή, και πώς αυτή η νέα ζωή απαιτεί αγώνα, μετάνοια και διαρκή συνεργασία με τη Χάρη του Χριστού.
Στην αρχή έκανε σύντομη αναφορά στην εορτή της Υπαπαντής, ως γεγονός συναντήσεως του Θεού Λόγου με την ανθρωπότητα. Έδωσε έμφαση στη συνάντηση του Θείου Βρέφους με τον δίκαιο Συμεών και την προφήτιδα Άννα, επισημαίνοντας ότι η Εκκλησία προβάλλει το γεγονός αυτό όχι ως απλή ανάμνηση, αλλά ως πρόσκληση να κατανοήσουμε «τη σημαντικότητα αυτής της συναντήσεως» και να αγωνιστούμε να την πραγματοποιήσουμε και στη δική μας ζωή «με την άσκηση των αρετών».
Αμέσως μετά συνέδεσε τη συγκεκριμένη Κυριακή με την είσοδο στην περίοδο του Τριωδίου, εξηγώντας γιατί ονομάζεται έτσι και τι σημαίνει για τη ζωή της Εκκλησίας. Τόνισε ότι το Τριώδιο δεν είναι απλώς ένα λειτουργικό βιβλίο, αλλά μια περίοδος «μετανοίας, προσευχής και προετοιμασίας», μια ευκαιρία για ανακύκλωση και ανανέωση, μια επαναπροσέγγιση του μυστηρίου της σωτηρίας. Με αυτό τον τρόπο προετοίμασε το έδαφος για το περιεχόμενο του 6ου κεφαλαίου, όπου ο Απόστολος Παύλος μιλά για τον θάνατο της αμαρτίας και την καινούρια ζωή εν Χριστώ.
Στη συνέχεια ο Σεβασμιώτατος πέρασε στο κεντρικό θέμα, παρουσιάζοντας τη Χάρη του Χριστού ως το μοναδικό φάρμακο της αμαρτίας. Υπογράμμισε ότι «φάρμακο για την αμαρτία» είναι ο ίδιος ο Χριστός, «το Πανάγιο Αίμα Του» και «η σταυρική Του θυσία», και ότι η Χάρη προσφέρεται πλούσια και δωρεάν. Θύμισε τη βασική παύλεια αλήθεια, ότι εκεί όπου πληθαίνει το κακό, περισσεύει πολύ περισσότερο το έλεος του Θεού, δίνοντας ελπίδα στον άνθρωπο που πέφτει, θρηνεί και μετανοεί, αλλά δεν απελπίζεται. Τόνισε ότι η βεβαιότητα της συγχώρησης στηρίζεται στην πραγματική μετάνοια και όχι σε μια επιφανειακή αυτοδικαίωση.
Από αυτό το σημείο, στάθηκε με ιδιαίτερη έμφαση στον κίνδυνο μιας διεστραμμένης στάσης, όπου ο άνθρωπος «παίζει» με την αμαρτία θεωρώντας δεδομένη τη συγχώρηση. Ανέφερε το αυστηρό παύλειο ερώτημα, σε πολυτονική γραφή, όπως το ζητάς: «Τί οὖν ἐροῦμεν; Ἐπιμένωμεν τῇ ἁμαρτίᾳ, ἵνα ἡ χάρις πλεονάσῃ; Μὴ γένοιτο». Με βάση αυτό εξήγησε ότι είναι «επικίνδυνο και σατανικό» να εκμεταλλεύεται κανείς τη Χάρη για να συνεχίζει αμετανόητα την αμαρτία. Επέμεινε ότι η Χάρη δεν είναι κάτι φτηνό, ούτε «ξεφύτρωσε μόνη της», αλλά «ακριβά πληρώθηκε», και ότι η πρόκληση αυτή κάνει τον άνθρωπο να καθιστά «ανενεργή» τη Χάρη στη ζωή του. Έδωσε παραστατικά παραδείγματα, μιλώντας για συνήθεια και «δόση» των παθών, για την ανάγκη «απεξάρτησης» και για τον κίνδυνο να μην προλάβει ο άνθρωπος να μετανοήσει.
Κομβικό σημείο του κηρύγματος ήταν η μετάβαση από τη Χάρη ως φάρμακο στο Βάπτισμα ως γεγονός που αποκόπτει την εμμονή στην αμαρτία. Ο Σεβασμιώτατος τόνισε ότι το Βάπτισμα δεν είναι τυπική τελετή και δεν είναι απλή «πολιτογράφηση» μέσα στην Εκκλησία, αλλά «μια δυναμική ενέργεια», «μια επανάσταση», «ένας θάνατος και μια ανάσταση». Με απλή και δυνατή εικόνα εξήγησε ότι όπως ο νεκρός δεν έχει σχέση με το περιβάλλον, έτσι και ο βαπτισμένος «πεθαίνει ως προς την αμαρτία». Παρέθεσε και το παύλειο χωρίο που εκφράζει αυτή την αλήθεια: «Ἀπεθάνομεν τῇ ἁμαρτίᾳ, πῶς ἔτι ζήσομεν ἐν αὐτῇ;».
Στο ίδιο πλαίσιο ανέπτυξε το πώς το Βάπτισμα είναι κάθαρση. Χρησιμοποίησε την εικόνα ενός πολύ λερωμένου ενδύματος, που για να καθαριστεί χρειάζεται και θερμό νερό και ισχυρό καθαρτικό. Εξήγησε ότι το νερό της κολυμβήθρας είναι «ζεστό» πνευματικά, γιατί το έχει θερμάνει «το πυρ του Αγίου Πνεύματος», και ότι το αληθινό καθαρτικό είναι το Αίμα του Χριστού. Θύμισε τη βιβλική διατύπωση, σε πολυτονικό: «τὸ αἷμα Ἰησοῦ Χριστοῦ… καθαρίζει ἡμᾶς ἀπὸ πάσης ἁμαρτίας». Παράλληλα υπογράμμισε ότι ο Σταυρός είναι πάντοτε παρών στο Βάπτισμα, όχι απλώς ως εξωτερικό σχήμα, αλλά γιατί «ἐν ὀνόματι τοῦ Σταυροῦ» τελείται το μυστήριο.
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η ερμηνεία του ότι το Βάπτισμα μας καθιστά μετόχους του σταυρικού θανάτου του Χριστού. Παρέθεσε το χωρίο: «Ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστὸν Ἰησοῦν, εἰς τὸν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν». Με αυτό εξήγησε ότι εμείς βαπτιζόμαστε στο νερό, ενώ ο Χριστός «βαπτίστηκε στο αίμα», στο πάθος και στον σταυρό, για να γίνει το δικό μας Βάπτισμα σωτηριώδες. Έτσι ανέδειξε τη σοβαρότητα του μυστηρίου, λέγοντας ότι «σταυρός το βάπτισμα» και ότι δεν πρέπει να το αντιμετωπίζουμε επιπόλαια. Επεσήμανε, επίσης, τη διάσταση της ομολογίας και της ακολουθίας, ότι ο βαπτιζόμενος καλείται να πάρει την απόφαση να ακολουθήσει τον Χριστό σηκώνοντας τον σταυρό της χριστιανικής ζωής.
Από εκεί και πέρα, εξήγησε ότι το Βάπτισμα εξαλείφει τις αμαρτίες, αλλά δεν εγγυάται αυτόματα «άκρα απάθεια». Ο αγώνας του πιστού είναι να μη «ξαναξυπνήσει» η αμαρτία που νεκρώθηκε. Παραδέχθηκε ρεαλιστικά ότι η αμαρτία συνεχίζεται και γι’ αυτό η Εκκλησία δίνει και το μυστήριο της μετανοίας και της εξομολογήσεως, ως τρόπο να σηκώνεται ο άνθρωπος μετά τις πτώσεις του. Σε αυτό το σημείο ανέδειξε την ιδέα ότι κάθε πτώση οφείλει να γίνεται ευκαιρία αναστάσεως, ότι στον παρόντα βίο ο χριστιανός καλείται πολλές φορές να πεθαίνει ως προς την αμαρτία και να ανασταίνεται με νέα αρχή.
Έπειτα στάθηκε στη «μυστική ένωση» με τον Χριστό, που ο Παύλος εκφράζει με το «συν» και το «εν». Παρέθεσε το κεντρικό χωρίο: «Συνετάφημεν οὖν αὐτῷ διὰ τοῦ βαπτίσματος εἰς τὸν θάνατον, ἵνα ὥσπερ ἠγέρθη Χριστὸς ἐκ νεκρῶν… οὕτω καὶ ἡμεῖς ἐν καινότητι ζωῆς περιπατήσωμεν». Εξήγησε ότι αυτό το «συν» σημαίνει οργανική ενότητα, ότι ό,τι έκανε ο Χριστός το έκανε «μαζί μας», γιατί προσέλαβε όλη την ανθρωπότητα. Χρησιμοποίησε εικόνες που κάνουν το νόημα πιο χειροπιαστό, όπως ότι δεν γίνεται να είναι αναστημένη η κεφαλή και θαμμένο το σώμα. Αφού «κεφαλή» είναι ο Χριστός και «σώμα» η Εκκλησία, η Ανάστασή Του φέρει μέσα της και τη δική μας.
Σε συνέχεια αυτής της θεολογίας, υπογράμμισε τη διπλή ανάσταση του πιστού, την πνευματική ανάσταση τώρα και τη σωματική ανάσταση στη μέλλουσα ζωή. Στην παρούσα ζωή η ψυχή ανασταίνεται με τη μετάνοια και τη Θεία Κοινωνία, ενώ στο μέλλον θα αναστηθεί και το σώμα. Με αυτό έδειξε ότι «η καινότητα ζωής» δεν είναι θεωρία, αλλά καθημερινός τρόπος ζωής.
Ο Σεβασμιώτατος δεν παρέλειψε να μιλήσει και για τον «παλαιό άνθρωπο». Ερμήνευσε την παύλεια φράση ότι «ὁ παλαιὸς ἡμῶν ἄνθρωπος συνεσταυρώθη» και τόνισε ότι, παρότι ο πιστός αναγεννιέται, παραμένουν μέσα του οι έλξεις, οι συνήθειες και τα υπολείμματα των παθών. Χρησιμοποίησε την εικόνα της Λερναίας Ύδρας, ότι κόβονται τα κεφάλια και ξαναφυτρώνουν, για να δείξει τη δυσκολία του αγώνα. Και εδώ πέρασε σε έναν τόνο πιο παρακλητικό και προσωπικό, μιλώντας για την τραγικότητα της εσωτερικής πάλης, αλλά και για την ανάγκη να μη συμβιβάζεται ο άνθρωπος με το κακό.
Σημαντικό σημείο της ομιλίας ήταν και η διόρθωση μιας συνηθισμένης παρερμηνείας. Στάθηκε στο χωρίο «ὁ γὰρ ἀποθανὼν δεδικαίωται ἀπὸ τῆς ἁμαρτίας» και εξήγησε ότι δεν σημαίνει πως «όποιος πέθανε δικαιώνεται αυτόματα», αλλά ότι μετά τον σωματικό θάνατο ο άνθρωπος δεν μπορεί πλέον να αμαρτήσει, επειδή η αμαρτία είναι δράση της παρούσας ζωής. Τόνισε ότι η παρούσα ζωή είναι «εργαστήριο» είτε αγιότητας είτε κακότητας, ενώ η άλλη ζωή είναι «για την ανταπόδοση». Εδώ έδωσε ένα σαφές μήνυμα ευθύνης, ότι τώρα είναι ο καιρός της μετανοίας, της επιλογής και του αγώνα.
Στη συνέχεια ανέδειξε το χριστολογικό βάθος της Αναστάσεως. Έφερε στο προσκήνιο το χωρίο: «Χριστὸς ἐγερθεὶς ἐκ νεκρῶν οὐκέτι ἀποθνήσκει, θάνατος αὐτοῦ οὐκέτι κυριεύει». Εξήγησε ότι η Ανάσταση του Χριστού δεν μοιάζει με άλλες αναστάσεις, όπως του Λαζάρου, που επέστρεψε προσωρινά και ξαναπέθανε, αλλά είναι οριστική και αιώνια. Συνέδεσε αυτή την αλήθεια με την ορθόδοξη εικονογραφία, όπου ο Χριστός κατέρχεται στον Άδη και ανασταίνει τον Αδάμ και την Εύα, δείχνοντας ότι πρόκειται για πανανθρώπινο γεγονός που αφορά όλο το ανθρώπινο γένος.
Ένα ακόμη κεντρικό σημείο ήταν η «εφάπαξ» θυσία του Χριστού. Παρέθεσε: «ὁ γὰρ ἀπέθανεν, τῇ ἁμαρτίᾳ ἀπέθανεν ἐφάπαξ, ὁ δὲ ζῇ, ζῇ τῷ Θεῷ». Εξήγησε ότι το «εφάπαξ» φανερώνει τη δύναμη της θείας αγάπης και την καθολικότητα των αποτελεσμάτων της σταυρικής θυσίας. Υπογράμμισε ότι είναι μία θυσία, αρκετή για όλους, και ότι αν την περιφρονήσει κανείς, δεν υπάρχει «άλλη» σωτηριώδης κίνηση. Από εκεί πέρασε στο πρακτικό συμπέρασμα, ότι αξίζει να πάρουμε μια αποφασιστική στάση ζωής, να μη χάσουμε την «εφάπαξ» ευκαιρία που είναι η παρούσα ζωή.
Προς το τέλος, ο Σεβασμιώτατος επικέντρωσε στον στόχο του χριστιανού αγώνα με τη φράση: «οὕτω καὶ ὑμεῖς λογίζεσθε ἑαυτοὺς νεκροὺς μὲν εἶναι τῇ ἁμαρτίᾳ, ζῶντας δὲ τῷ Θεῷ ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ ἡμῶν». Εξήγησε τι σημαίνει να λογίζεται κανείς νεκρός ως προς την αμαρτία, ότι όπως ο νεκρός δεν συγκινείται από τα ερεθίσματα, έτσι και ο χριστιανός καλείται να μην έχει έλξη, να μην συγκινείται από τον κόσμο της αμαρτίας. Ανέδειξε την έννοια της απάθειας ως στόχο του αγώνα, όχι ως αναλγησία, αλλά ως ελευθερία από τα δεσμά των παθών.
Παράλληλα τόνισε ότι αυτή η ζωή «εν Θεώ» δεν είναι απλώς ανθρώπινο κατόρθωμα, αλλά συνεργασία της ανθρώπινης προαιρέσεως με τη χάρη του Χριστού. Θύμισε τη ρήση του Κυρίου, σε πολυτονικό: «Χωρὶς ἐμοῦ οὐ δύνασθε ποιεῖν οὐδέν». Και έφερε ως παράδειγμα τον λόγο του Αποστόλου Παύλου, επίσης σε πολυτονικό: «Πάντα ἰσχύω ἐν τῷ ἐνδυναμοῦντί με Χριστῷ», για να δείξει ότι η δύναμη του αγώνα δεν είναι αποκλειστικά ανθρώπινη, αλλά δωρεά της θείας ενισχύσεως.
Τέλος, επανήλθε στην Υπαπαντή, κλείνοντας με το νόημα της θείας συναντήσεως ως σκοπού για την αιωνιότητα, ότι δηλαδή η γνωριμία του ανθρώπου με τον Θεό, η οποία αρχίζει και καλλιεργείται μέσα στην Εκκλησία, οδηγεί στη ζωή της αιωνιότητας. Με αυτόν τον τρόπο, η ομιλία του συνέδεσε το εορτολογικό γεγονός, την είσοδο στο Τριώδιο, το αποστολικό ανάγνωσμα και το υπαρξιακό κάλεσμα του πιστού σε έναν ενιαίο άξονα, ότι ο χριστιανός καλείται να πεθάνει ως προς την αμαρτία και να ζήσει αληθινά «ἐν Χριστῷ» με μετάνοια, αγώνα και ελπίδα Αναστάσεως.
Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΟΥ ΤΡΙΩΔΙΟΥ ΣΤΗΝ Ι. ΜΗΤΡΟΠΟΛΗ ΚΟΡΙΝΘΟΥ
Από τον Ι. Ναό Αγίου Γεωργίου Βέλου εκκίνησε την πιο κατανυκτική περίοδο της Εκκλησίας μας, το άγιο Τριώδιο, ο Σεβασμιώτατος...
Read more



































