Ὡς ἐκπρόσωπος τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ὁ Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομος συμμετεῖχε στό ΣΤ’ Διεθνές Θεολογικό Συνέδριο τῆς Πανελλήνιας Ἕνωσης Θεολόγων (Π.Ε.Θ.), τό ὁποῖο πραγματοποιήθηκε στήν Ἀθήνα ἀπό 18ης ἕως 19ης Σεπτεμβρίου 2026, μέ γενικό θέμα: «Ἡ διδασκαλία τοῦ Ὀρθοδόξου Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν μέ τά νέα Προγράμματα καί βιβλία».
Στό συνέδριο, τό ὁποῖο τελεῖ ὑπό τήν αἰγίδα τῆς Διαρκοῦς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀνεγνώσθη Μήνυμα τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος ἀπό τόν ἐκπρόσωπο αὐτῆς Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μεσσηνίας κ. Χρυσόστομο, ὁ ὁποῖος στήν συνέχεια εἰσηγήθηκε τό θέμα: «Εἶναι ἀναγκαῖος σήμερα ὁ Θεολόγος γιά τό ἔργο τῆς Ἐκκλησίας;».
Παρακάτω παρατίθεται ἡ εἰσήγηση τοῦ Σεβασμιωτάτου.
Εἶναι ἀναγκαῖος σήμερα ὁ Θεολόγος
γιά τό ἒργο τῆς Ἐκκλησίας;
Ἐλλογιμώτατε κε Πρόεδρε, Κυρίες καί Κύριοι, ἐκλεκτό ἀκροατήριο,
Ἡ ἐκπροσώπηση τῆς Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος στό παρόν Συνέδριο τῆς Πανελλήνιας Ἕνωσης Θεολόγων, ἐπιβεβαιώνει τόν ἄρρηκτο σύνδεσμο τῆς Θεολογίας καί τῆς Ἐκκλησίας, τοῦ Θεολόγου-Καθηγητοῦ μέ τήν ποιμαίνουσα Ἐκκλησία, μάλιστα σέ μία περίοδο τήν
ὁποία οἱ κοινωνιολόγοι χαρακτηρίζουν ὡς ἐποχή τῆς μετανεωτερικότητας, κατά τήν ὁποία ὅλα ἀμφισβητοῦνται καί παραθεωροῦνται, κυρίως δέ οἱ παραδοσιακές ἀξίες καί οἱ ἀρχές τοῦ ἀνθρωπίνου ἤθους, γεγονός τό ὁποῖο δημιουργεῖ τόσο στόν ἐκκλησιαστικό χῶρο ὅσο καί στόν θεολογικό κόσμο πολλά προβλήματα μέ συνέπειες ἠθικές, κοινωνικές καί πολιτισμικές, ἐνῶ στήν Ἐκκλησία ὁ ρόλος τῶν Θεολόγων καί τῶν Κληρικῶν κάθε ἱερατικοῦ βαθμοῦ, ἐξαιτίας αὐτῆς τῆς κατάστασης, γίνεται περισσότερο ἀπαιτητικός. Ἡ συνεργασία τους καθίσταται συνεπῶς ἄκρως ἀπαραίτητη και ἐπιβεβλημένη, γιατί ἡ Θεολογία καλεῖται νά ὑπηρετήσει τήν Ἐκκλησία, ἐνῶ ἡ Ἐκκλησία χωρίς τήν προσφορά τῆς Θεολογίας κινδυνεύει νά χάσει τόν προσανατολισμό της. Ἔτσι λοιπόν Θεολογία καί Ἐκκλησία εἶναι ἀλληλοσυμπληρούμενες.
Κατὰ συνέπεια, ἡ καταφατική ἀπάντηση στό ἐρώτημα τοῦ τίτλου τῆς παρούσας Εἰσηγήσεως, ἐάν δηλαδή εἶναι ἀναγκαῖος ὁ Θεολόγος γιά τήν ζωή τῆς Ἐκκλησίας στήν σύγχρονη πραγματικότητα, θεωρεῖται δεδομένη καί αὐταπόδεικτη, ἀφοῦ βρισκόμαστε σέ μία περίοδο ἀλλαγῶν μέ τίς ὁποῖες ἐπιδιώκεται ἕνας «ἀνθρωπικός μετασχηματισμός», μέ τόν ὁποῖο ἐπιτυγχάνεται ἕνας τρόπος σκέψης καί ζωῆς σύμφωνος πρός τίς ἀρχές τῆς μετανεωτερικότητας. Ἐπίσης ἡ ἀνάπτυξη τῆς τεχνολογίας γεννᾶ τήν ψευδαίσθηση ἤ αὐταπάτη ὃτι ὁ ἂνθρωπος μπορεῖ νά ὑπερβεῖ τά ὃρια του, τούς φραγμούς τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου καί τίς πνευματικές καί ψυχικές δυνατότητές του.
Ἐξαιτίας ὅμως αὐτῆς τῆς καταφατικῆς ἀπαντήσεως, δηλαδή τῆς συνεργασίας Ἐκκλησίας καί Θεολογίας, τίθενται ὁρισμένα ἀφετηριακά ερωτήματα, στά ὁποῖα θά προσπαθήσουμε μέ τήν Εἰσήγησή μας αὐτή νά ἀπαντήσουμε.
α) Ξεκινῶ μέ τήν ἀξιωματική ἀρχή, ὅτι ἡ Ἐκκλησία ποτέ δέν ἀπεδέχθη τήν διάκριση ἤ διάσταση μεταξύ τῆς διδάσκουσας Θεολογίας καί τῆς ποιμαίνουσας Ἐκκλησίας.
Ὑπ’ αὐτήν τήν ἀρχή τό βάρος τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἔργου τίθεται στούς ὤμους τῆς Θεολογίας, ἡ ὁποία ἔχει ὡς χρέος της ἀφενός νά συνδέει τό περιεχόμενο τοῦ λόγου της μέ τόν λόγο περί τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος θά πρέπει νά ἀποτελεῖ τή δικαίωση τῶν θέσεων πού υἱοθετεῖ γιά τό ὁποιοδήποτε θέμα, καί ἀφετέρου νά περιγράφει τό βαθύτερο καί οὐσιαστικό περιεχόμενο τῶν ἐκκλησιαστικῶν, βιβλικῶν, πατερικῶν καί συνοδικῶν κειμένων, ἀφοῦ τά κείμενα αὐτά δέν εἶναι ἐκθέσεις ἰδεῶν ἤ διακηρύξεις θέσεων ἀλλά ἀναφέρονται ἄμεσα στήν πίστη καί τή ζωή, στό δόγμα καί τό ἦθος τῆς Ἐκκλησίας, δηλαδή τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας, ὡς «σώματος Χριστοῦ», μέ τά ὁποῖα μάλιστα σχετίζεται ἄμεσα καί ἡ Θεολογία. Μέ βάση τήν ἀρχή αὐτή διδάσκουσα Θεολογία καί ποιμαίνουσα Ἐκκλησία, ἒχουν ἓναν κοινό παρανομαστή τήν ἐκκλησιαστική ἐμπειρία, ὅπως αὐτή ἱστορεῖται καί διαζωγραφεῖται στήν κοινωνία τῶν Ἀποστόλων μέ τό πρόσωπο τοῦ Χριστοῦ, παραδίδεται μέσα στήν ἱστορία καί ἑρμηνεύεται μέ διάφορους τρόπους καί μορφές ἔκφρασης καί διατύπωσης καί καταγράφεται στήν ἐκκλησιαστική παράδοση πάντοτε ὃμως σέ ἀναφορά πρός συγκεκριμένες ἐποχές, ἀνάλογα προβλήματα καί πολιτισμικά περιβάλλοντα.
Ὅλα αὐτά συνεπάγονται ὅτι ἡ Θεολογία καλεῖται νά υἱοθετήσει μία ἑρμηνεία μέ σκοπό νά προφέρει δημιουργικά τούς τρόπους καί τίς μορφές ἐκεῖνες, μέ τίς ὁποῖες θά ἐκφράσει οὐσιαστικά τό περιεχόμενο, τό νόημα καί τό πνεῦμα τῶν κειμένων, τά ὁποῖα υἱοθέτησε ἡ ἴδια ἡ Ἐκκλησία συνοδικά, δηλαδή εὐχαριστιακά καί πολιτισμικά, ὡς συγκεκριμένο λόγο-διατύπωση καί ὡς στάση ζωῆς. Μέ τόν τρόπο αὐτό καί μόνο ὁ λόγος τῆς Ἐκκλησίας, ὡς λόγος θεολογικός, εἶναι δυνατόν νά καταστεῖ «προφητικός» γιά τήν ἴδια τή ζωή τῶν πιστῶν καί, χωρίς νά περιθωριοποιηθεῖ νά καταστεῖ σύγχρονος.
Τό καθῆκον, λοιπόν, τῆς Θεολογίας εἶναι νά προσφέρει στήν Ἐκκλησία τίς θεμελιώδεις καί κατευθυντήριες γραμμές πού θά δίνουν σ’ Αὐτήν (τήν Ἐκκλησία) τήν δυνατότητα νά κρίνει συνοδικά, γιά κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ποιές πολιτιστικές μορφές ἔκφρασης μποροῦν νά υἱοθετηθοῦν ἤ νά ἐνσωματώσουν τό Εὐαγγέλιο πιστά καί ποιές ἀποτυπώνουν κάποια συγκεκριμένη ἀλλοίωση. Αὐτή ἡ διαδικασία μπορεῖ νά χαρακτηριστεῖ ὡς «πολιτισμική» προσαρμοστικότητα, τήν ὁποία πρῶτος ὑπέδειξε ὁ ἀπ. Παῦλος στό Α΄ Κορ. 9, 19-23 , κυρίως ὡς μέθοδο ἱεραποστολική καί κατηχητική. Σκοπός αὐτοῦ τοῦ παύλειου ἱεραποστολικοῦ τρόπου εὐαγγελισμοῦ ἦταν «ἵνα πάντας τινάς σώσει» (Α΄ Κορ. 9, 22) μέσα ἀπό τήν διάδοση καί τήν ἐμπέδωση τοῦ «Εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ» μέ τά δεδομένα τοῦ ἑκάστοτε πολιτισμικοῦ περιβάλλοντος (Ἰουδαῖοι, ἄνομοι, ἀσθενεῖς). Ἐπίσης ἡ συγκεκριμένη πολιτισμική προσαρμοστικότητα δέν συνεπάγεται τήν ἀλλοίωση τῆς ἀλήθειας τῆς πίστεως εἰς Ἰησοῦν Χριστόν, δηλαδή τό πραγματικό περιεχόμενο τῆς πίστης, ἀλλά τήν ἀλλαγή τοῦ τρόπου ἐκφορᾶς καί παράθεσης τῶν ἐπιχειρημάτων, ὥστε νά καταστεῖ ἀποδεκτό τό βάθος τοῦ εὐαγγελικοῦ μηνύματος καί τῆς ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως στά ὃρια τοῦ πολιτισμικοῦ γίγνεσθαι.
Ἡ ἀλληλοπεριχώρηση αὐτή καί συμπληρωματικότητα Ἐκκλησίας καί Θεολογίας ἐπιβεβαιώνει, ἐπίσης, ὅτι ἡ Ἐκκλησία προσδοκᾶ πολλά ἀπό τήν Θεολογία καί ἡ Θεολογία καλεῖται νά προσφέρει τόν θησαυρό, τόν ὁποῖο κατέχει «ἐν ὀστρακίνοις σκεύεσι», στηριζόμενη στήν παράδοση, ὡς μία δυναμική καί ὄχι στατική κατάσταση. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ Θεολογία καθίσταται ἡ ἑρμηνευτική τῆς βιβλικῆς, πατερικῆς, κανονικῆς καί λειτουργικῆς παράδοσης τῆς Ἐκκλησίας.
Καλεῖται, δηλαδή, νά ἑρμηνεύσει ἀναφορές καί ἐκκλησιαστικές πηγές μέ σκοπό τήν προβολή τῆς ἐν Χριστῷ σωτηρίας, γι’ αὐτό καί Θεολογία ἐκτός Ἐκκλησίας δέν ὑπάρχει ἀλλά καί Ἐκκλησία χωρίς Θεολογία δέν νοεῖται. Ἡ Θεολογία τελικά ἀποτελεῖ τή συνείδηση στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ μέ τόν τρόπο αὐτό καθίσταται ἀπαραίτητο στοιχεῖο μαρτυρίας, λειτουργίας καί ζωῆς τοῦ ἴδιου τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος.
β) Αὐτή ἡ προσφορά τῆς Θεολογίας πρός τήν Ἐκκλησία δύναται νά χαρακτηριστεῖ ὡς ἱεραποστολικό καί εὐαγγελικό ἦθος, τό ὁποῖο καλοῦνται οἱ Θεολόγοι νά τό ἀναφέρουν-προσφέρουν στόν χῶρο τῆς ἐνορίας, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ διαχρονικά τό ζωοποιό καί βασικό κύτταρο τῆς ἐκκλησιαστικῆς ζωῆς καί τήν ὁρατή ἔκφραση τοῦ τρόπου ὕπαρξης τῆς Ἐκκλησίας ὡς «σώματος Χριστοῦ» καί ὡς εὐχαριστιακῆς συνάξεως.
Ἡ ἄμεση, λοιπόν, συνεργασία Θεολόγων καί Κληρικῶν στόν χῶρο τῆς ἐνορίας δίνει τήν δυνατότητα ἐπίτευξης τῆς Θεολογίας τόσο στήν θεωρητική ὅσο καί στήν πρακτική της διάσταση. Τό πρόβλημα γεννᾶται ὅταν οἱ Θεολόγοι ξεχνοῦν ὅτι χωρίς τήν Ἐκκλησία ὁ λόγος τους είναι μία απλή θρησκειολογική ή κοινωνιολογική διδασκαλία γι’ αὐτό καί ἔχει χαμηλότατο ἐκκλησιαστικό ἀποτύπωμα καί ὅταν θεωροῦν ὅτι μποροῦν νά ἔχουν μία ψευδαίσθηση αὐτάρκειας καί αὐτονομίας τῆς δράσης τους ἐκτός τῆς Ἐκκλησίας. Γιά νά ἀποφύγουμε τέτοιου εἲδους παρερμηνεῖες θά πρέπει ἡ ἐνορία νά γίνει τό σημεῖο ἀναφορᾶς τῶν Θεολόγων, οἱ ὁποῖοι, μέ τήν ἀπαραίτητη κατάρτιση καί διάκριση, θά διατυπώνουν τήν ἀλήθεια τῆς πίστης, ἀξιοποιώντας τά χαρίσματά τους καί προσφέροντας τήν αὐθεντική καί ἀνόθευτη ἑρμηνεία τῆς εἰς Χριστόν πίστεως, κυρίως ὡς περιεχόμενο καί τρόπο ζωῆς καί ὄχι ὡς ἁπλή θεωρία. Εἶναι χαρακτηριστική ἡ ὑπόδειξη τοῦ ἁγίου Μαξίμου τοῦ Ὁμολογητοῦ, ὁ ὁποῖος τονίζει ὅτι ἡ πίστη δέν εἶναι θεωρητική γνώση περί Θεοῦ, ἀλλά τρόπος ζωῆς, ὁ ὁποῖος ἐπιβεβαιώνεται καί ὑποδεικνύεται μέ τήν ἔμπρακτη ἀγάπη καί τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν τοῦ Θεοῦ (Κεφάλαια περί ἀγάπης Α΄, ιγ΄) .
Μέ τόν τρόπο αὐτό ἡ ὅλη κατηχητική ἀναφορά τῶν Θεολόγων δέν ἐξαντλεῖται σέ λόγια ἤ φράσεις ἀλλά φανερώνεται μέσα ἀπό μία προβολή προτύπων μέ σκοπό τήν μεταμόρφωση τοῦ ἤθους τῶν μελῶν τῆς ἐνορίας, ἀφοῦ ὡς γνωστόν ἐπιβραβεύεται ἀπό τόν Χριστό ὄχι μόνο ὁ ἀκροατής καί ὁ διδάσκαλος ἀλλά κυρίως ὁ ποιητής τῶν ἔργων τοῦ Θεοῦ (Ματθ. 5, 19) .
Αὐτή ἡ διάσταση τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ ἤθους τοῦ Θεολόγου μέσα στήν ἐνοριακή δράση καί ζωή ἀπαιτεῖ ὁ Θεολόγος νά εἶναι πιστό μέλος τοῦ «σώματος τοῦ Χριστοῦ», δηλαδή τῆς Ἐκκλησίας, καί ὄχι κάποιος στοχαστής, κοινωνιολόγος ἤ ἐμπειρικός ἐπιστήμονας, γι΄ αὐτό καί ἡ συγκεκριμένη στάση του ὡς μέλους τῆς Ἐκκλησίας συνεπάγεται δύο ὑποχρεώσεις:
Ι) Νά εἶναι ἐκφραστής τῆς αὐτοσυνειδησίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, ἡ ὁποία διατυποῦται ἀπό τόν ἐπίσκοπο καί τήν συνοδική λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας.
ΙΙ) Νά καλλιεργεῖ καί νά μεταλαμπαδεύει ὄχι προσωπικές ἀπόψεις ἤ ἀντιλήψεις ἀλλά τήν ἐκκλησιαστική ἐμπειρία, ὅπως αὐτή ἐπιβεβαιώνεται μέσα ἀπό τήν βιβλική, πατερική, κανονική καί λειτουργική παράδοση, ὄχι ὡς μία ἐπαναληπτικότητα ὅρων ἤ ἐκφράσεων ἀλλά κυρίως ὡς προβολή τοῦ βαθύτερου νοήματός τους, ὡς περιεχόμενο τῆς πίστης καί τῆς παράδοσης ὡς ζωῆς. Ἴσως εἶναι ἡ δυσκολότερη διάσταση τῆς προσφορᾶς τοῦ ἔργου του ἀλλά εἶναι ἀπαραίτητη. Ἡ συνεργασία καί ὑπακοή πρός τόν ἐπίσκοπο τῆς τοπικῆς Ἐκκλησίας, τόν καί προεστῶτα τῆς Θείας Εὐχαριστίας, καί μέσω αὐτοῦ πρός τήν Ἱερά Σύνοδο, ἐπιβάλλεται, προκειμένου νά μήν προβάλλονται λαθασμένες ἑρμηνεῖες καί πρότυπα ζωῆς ἀλλά νά ὑποδεικνύονται μέ σύγχρονη γλῶσσα καί σέ ἀναφορά πρός τό πολιτισμικό περιβάλλον ὅ,τι ἡ Ἐκκλησία διδάσκει συνοδικά.
Τότε μόνο ὁ Θεολόγος ὑπηρετεῖ ἐποικοδομητικά τήν Ἐκκλησία καί τήν παρουσιάζει ὡς ἀπαραίτητο παράγοντα πολιτισμοῦ, ἄλλως συμβάλλει ὥστε τόσο ἡ Θεολογία, ὅσο καί ἡ Ἐκκλησία νά περιθωριοποιοῦνται. Ὁ ρόλος τοῦ Θεολόγου στήν ἐνοριακή ζωή εἶναι σημαντικός, ὅταν κατανοήσει τήν ἐνορία ὡς χῶρο καί τρόπο καλλιέργειας τῆς παιδείας καί τοῦ πολιτισμοῦ καί ὄχι ὡς ἕνα κλειστό σῶμα ψυχολογικῆς καί κοινωνικῆς ἀσφάλειας ὁπαδῶν, οἱ ὁποῖοι περιχαρακώνονται σέ ἕνα ἀσφαλές καί στεῖρο περιβάλλον, ξεκομμένο ἀπό τήν σύγχρονη πραγματικότητα.
Ἡ ἐνορία στήν σύγχρονη πραγματικότητα, μέ τά χαρακτηριστικά πού περιγράψαμε, ὑπόκειται σέ «πειρασμούς» ἐξαιτίας τοῦ ἀνθρωποκεντρικοῦ της χαρακτήρα μέ ὅ,τι αὐτός συνεπάγεται γι’ αὐτήν. Ἀπό τήν ἐνοριακή ζωή, δέν θά πρέπει νά ξεχνοῦμε ὅτι διέρχονται ὅλα τά σύγχρονα κοινωνιολογικά, φιλοσοφικά καί ἰδεολογικά ρεύματα, τά ὁποῖα δημιουργοῦν συνθῆκες διαλόγου καί προβληματισμοῦ ἀλλά καί ἐκφαίνουν τραγικές προσωπικότητες φθορᾶς, ἀπομόνωσης, ἀπανθρωπιᾶς τῶν ἴδιων τῶν μελῶν της. Ἀπαιτεῖται, λοιπόν, ὁ Θεολόγος νά ἔχει τήν ἀπαραίτητη κατάρτιση, μέσα ἀπό τήν διαλεκτική καί τήν διάκριση, ὥστε νά ὁδηγεῖ στήν μόρφωση καί νά καθοδηγεῖ στήν ἐν Χριστῷ μεταμόρφωση τῶν μελῶν τῆς ἐνοριακῆς ζωῆς, μέ κριτήριο ὅμως πάντοτε τήν βιωματική ἐμπειρία τῆς λειτουργικῆς ζωῆς, καί συγχρόνως νά προβάλλει ἀξίες καί ἀρχές τῶν ἀληθινῶν προτύπων ζωῆς, δηλαδή τῶν ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας, καί τήν θεολογική τους ἐμπειρία.
γ) Τέλος, ὁ Θεολόγος καλεῖται νά συμβάλλει πρώτιστα στήν διαμόρφωση ὁλοκληρωμένων ἐν Χριστῷ προσωπικοτήτων ὡς κοινή εὐθύνη καί συνέργεια τοῦ Θεολόγου-διδασκάλου ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ καί διά τῆς Ἐκκλησίας, πρός σωτηρία αὐτῶν τῶν προσώπων. Εἶναι ἡ ἄλλη ὂψη καί λειτουργία τῆς κατηχητικῆς διδασκαλίας του, ὡς βιωματικῆς ἐμπειρίας καί ὡς συνέχεια τοῦ Μαθήματος τῶν Θρησκευτικῶν, αὐτό ἄλλωστε εἶναι καί τό αἴτημα τῶν καιρῶν γιά μία Ἐκκλησία ζῶσα, πραγματική καί οὐσιαστική καί γιά μία Θεολογία παραγωγική, ἀποδοτική, δυναμική καί παραδοσιακή, ὄχι ὃμως ἐκκοσμικευμένα ἐκσυγχρονιστική, γιατί ἄλλως κινδυνεύουμε εἴτε νά ἀλλοιωθοῦμε ὡς πρός τό ἐκκλησιαστικῶς ζῆν, εἴτε νά εἴμαστε ἀνακόλουθοι ὡς πρός τό περιεχόμενο τοῦ ἀληθῶς διδάσκειν θεολογικῶς.
Μποροῦμε λοιπόν, νά ἰσχυριστοῦμε, ὅτι τό ἀναγκαῖο καί ἀπαραίτητο τοῦ Θεολόγου στήν ἐκκλησιαστική ζωή καί δράση ἐπιβεβαιώνεται ὅταν καταφέρει ἡ θεολογική μαρτυρία τῶν γνώσεών του νά καταστεῖ τρόπος ἔκφρασης τῆς ἐκκλησιαστικῆς ἐμπειρίας καί ζωῆς σέ ἕνα σύγχρονο κόσμο, σέ ἓνα πλουραλιστικό καί συγχρόνως ἐπικίνδυνο περιβάλλον, καθιστάμενος μέ τόν τρόπο αὐτό παράγοντας ἑνός μεταμορφωτικοῦ καί ἀνακαινιστικοῦ πολιτισμικοῦ δεδομένου.
Αὐτό ἐπιτυγχάνεται μέ ἕναν «νέον εὐαγγελισμό» ἀντί τοῦ «ἐπανευαγγελισμοῦ», ἡ χρήση τοῦ ὁποίου θά μποροῦσε νά δώσει τήν ἐντύπωση μιᾶς ἁπλῆς βελτίωσης ἤ διόρθωσης τῶν ποιμαντικῶν πρακτικῶν τοῦ παρελθόντος. Ἡ Ἐκκλησία σήμερα πρέπει νά ἐπιχειρήσει νά προβάλλει ἐκ νέου τό αἰώνιο μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου μέσα ἀπό μιά διαδικασία μύησης στήν πίστη. Στόχος αὐτῆς τῆς πρότασης θά πρέπει νά εἶναι ἡ διαμόρφωση ὥριμων χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι θά ἔχουν ἐπίγνωση ὅτι ἔχουν κληθεῖ νά βιώσουν τόν Χριστό μέσα στήν ἐκκλησιαστική κοινότητα καί νά Τόν τοποθετήσουν στό κέντρο τῆς ὕπαρξής τους.
Ἡ ἐπιλογή τοῦ ὅρου «νέος εὐαγγελισμός» ἀποσκοπεῖ στό νά ὑπογραμμίσει ὅτι ἡ σημερινή ἱστορική συγκυρία ἀπαιτεῖ μιά νέα δυναμική, πρώτιστα στήν ἀναγγελία τοῦ μηνύματος τοῦ «Εὐαγγελίου Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Μάρκ. 1,1), μέ νέους τρόπους ἔκφρασης καί διατύπωσης. Προϋποθέτει τήν ἀναζήτηση νέων θεωρητικῶν καί πρακτικῶν μορφῶν κατήχησης, μέσα ἀπό τίς ὁποῖες τό διαχρονικό μήνυμα τοῦ Εὐαγγελίου θά μπορέσει νά ἀκουστεῖ ἐκ νέου στό πλαίσιο ἑνός διαφορετικοῦ κοινωνικοῦ καί πολιτισμικοῦ περιβάλλοντος.
Δέν πρόκειται, ἑπομένως, γιά μιά ἀρχή ἀπό τό μηδέν. Ἡ Ἐκκλησία οἰκοδομεῖ πάνω στά θεμέλια τῆς παράδοσής Της, πραγματοποιῶντας τίς ἀναγκαῖες ἀναπροσαρμογές καί ἀνανεώσεις. Μέ αὐτή τήν ἔννοια, ὁ «νέος εὐαγγελισμός» ἀφορᾶ τόσο τήν ἀναζωπύρωση τοῦ ἱεραποστολικοῦ ζήλου ὅσο καί τήν ἀνανέωση τῶν ποιμαντικῶν μεθόδων καί τῶν πολιτισμικῶν τρόπων ἔκφρασης τῆς πίστης.
Τό κήρυγμα καί ἡ διδασκαλία τοῦ Εὐαγγελίου δέν μποροῦν νά παραβλέπουν τά ἀνθρώπινα προβλήματα. Σέ κάθε ἐποχή ἀναζητεῖται μία κοινή γλῶσσα ἐπικοινωνίας ὄχι ὅμως μία γλῶσσα ὁμοιομορφίας. Αὐτή ἡ διάκριση προϋποθέτει τήν σύνδεση τοῦ κηρυγματικοῦ καί θεολογικοῦ λόγου μας μέ τό ἑκάστοτε πολιτισμικό περιβάλλον καί τίς ἱστορικές ἰδιαιτερότητες τοῦ χώρου καί τοῦ χρόνου.
Σέ κάθε στιγμή τῆς ἱστορίας ἡ Ἐκκλησία καλεῖται νά ἀποκρυπτογραφήσει τά «νέα πολιτισμικά δεδομένα» ὑπό τό φῶς τοῦ Εὐαγγελίου καί οἱ Θεολόγοι νά παρέχουν τά μέσα, τίς δυνατότητες καί τά κριτήρια γιά τήν ἐπίτευξη μιᾶς ἐποικοδομητικῆς καί ὠφέλιμης ἀποκρυπτογράφησης.
Σὲ μία ἐποχὴ ποὺ σημαδεύεται ἀπὸ ἀδικαιολόγητους πολέμους, ἔντονες κοινωνικὲς ἀνισότητες, μετακινήσεις πληθυσμῶν, πολιτισμικὲς συγκρούσεις καὶ βαθιὲς ὑπαρξιακὲς ἀγωνίες, ἡ Ἐκκλησία πρέπει νὰ προβάλλει πρότυπα ἑνότητας καὶ συμφιλίωσης. Νὰ διδάσκει τὸν σεβασμὸ πρὸς τὸ πρόσωπο τοῦ ἀνθρώπου, τὴν ἱερότητα τελικά τῆς οἰκογένειας, τὴν ἀξία τῆς θυσιαστικῆς αὐτοπροσφορᾶς, τὴν ἀναγκαιότητα τῆς εἰρήνης καὶ τὴν ὑπέρβαση τοῦ ἐγωκεντρισμοῦ, ὁ ὁποῖος δηλητηριάζει τὴν κοινωνικὴ ζωή καί πάνω ἀπ’ ὃλα τήν ἀγάπη ὡς σχέση.
Ἐλλογιμώτατε κε Πρόεδρε, Ἐκλεκτή Ὁμήγυρις.
Ὁ ἄνθρωπος βλέπει νά χάνει ὅλα αὐτά πού νομίζει πώς κέρδισε, ψάχνει νά βρεῖ καινούργια στηρίγματα καί ἀναζητᾶ νέους προσανατολισμούς στήν ζωή του. Καθημερινά ἐμφανίζονται καινούργιες θρησκεῖες, πού εὐαγγελίζονται τούς πιό ἀπίθανους τρόπους σωτηρίας, ὁδηγῶντας δεκάδες ἀνθρώπους στήν καταστροφή, ἀκόμη καί στήν αὐτοκτονία.
Οἱ ἄνθρωποι ἔχουν πάψει νά πιστεύουν στόν Ἰησοῦ Χριστὸ καί πιστεύουν σέ ὁτιδήποτε. Οἱ κοσμοϊστορικές ἀλλαγές τοῦ τέλους τοῦ 20οῦ μ.Χ. αἰῶνα κλόνισαν τήν ἐμπιστοσύνη ἑκατομμυρίων ἀνθρώπων στά διάφορα κοινωνικά συστήματα καί ἔστρεψαν τίς ἐλπίδες πολλῶν στήν ἀναζήτηση μεταφυσικῶν λύσεων. Ἀκόμη καί ἡ Ὀρθοδοξία μοιάζει νά ἔχασε τό πραγματικό της νόημα, καθώς φαίνεται νά ἐκφράζεται ὅλο καί πιό συχνά μέσα ἀπό ψευδοπροφητεῖες, διαφόρων δῆθεν γερόντων, γιά τό τέλος τοῦ κόσμου, γιά τήν καταστροφή τῶν ἐχθρῶν τῆς Ἑλλάδος καί ἄλλα παρόμοια σενάρια συνωμοσιολογίας ἤ χρησιμοποιεῖται ὡς πολιτικό σύνθημα. Ἔτσι καί σήμερα φαίνεται νά βρίσκει τήν ἐκπλήρωσή της ἡ προφητεία τοῦ Ἠσαΐα: «Ὁ Κύριος λέει: Ὁ λαός αὐτός ἔρχεται κοντά μου μόνο μέ τά λόγια καί μέ τιμᾶ μόνο μέ τά χείλη του∙ἡ καρδία τους, ὅμως βρίσκεται πολύ μακριά ἀπό μένα∙ δεν ὠφελεῖ πού μέ λατρεύουν, ἀφοῦ διδάσκουν ἐντολές καί διδαχές πού ἐπινόησαν οἱ ἄνθρωποι» (Ἠσαΐας 29:13).
Ἡ σημερινή ἐποχή εἶναι ταυτόχρονα ἡ καλύτερη καί ἡ χειρότερη ὅλων. Εἶναι ἡ καλύτερη ἐποχή, λόγῳ τῶν ἐπιτευγμάτων της, ἀλλά καί ἡ χειρότερη, λόγῳ τῶν συνεπειῶν αὐτῶν τῶν ἐπιτευγμάτων.
Σήμερα ὡς ἐκκλησιαστικό σῶμα διερχόμεθα μία περίοδο ἑνός ἐκκοσμικευμένου ποιμαντικοῦ ἀκτιβισμοῦ, ὁ ὁποῖος τείνει νά καταπνίξει τήν μεταμορφωτική λειτουργία τῆς ἐμπειρικῆς βίωσης τῆς ἀλήθειας τῆς πίστης μέ ἒργα ἀποκλειστικά καί μόνο προνοιακοῦ σκοποῦ, μέ κίνδυνο ἀλλοίωσης τῆς ἲδιας τῆς ταυτότητας τῆς Ἐκκλησίας.
Σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν προσπάθεια ὁ Θεολόγος φαίνεται ὅτι εἶναι καὶ σημαντικὸς καί ἀπαραίτητος.






































