τοῦ Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καὶ Ὑμηττοῦ Δανιήλ

Ἡ Ἀστρολογία ὁρίζεται[1]κατά τόν Δημήτριο Κωτσάκη[2] ὡς «ἡ ψευδεπιστήμη, ἡ ὁποία πραγματεύεται περί τῶν ἐπιδράσεων τῶν ἀστέρων ἐπί τῶν ἀνθρωπίνων ὑποθέσεων καί προλέγει γήϊνα συμβάντα, στηριζομένη εἰς τάς θέσεις καί ὄψεις τῶν οὐρανίων τούτων σωμάτων. Διαφέρει δέ οὐσιωδῶς τῆς Ἀστρονομίας πού ἀνήκει στίς ἀκριβεῖς φυσικές ἐπιστῆμες, ἐφ’ ὅσον τά συμπεράσματά της ἐκφράζονται μέ μαθηματικούς τύπους».

Ἡ Ἀστρολογία ἐπηρεάζει τήν ζωή καί τίς ἀποφάσεις πολλῶν ἀνθρώπων πού πιστεύουν ὅτι τά οὐράνια σώματα ἐπηρρεάζουν τό μέλλον τῶν ἀνθρώπων.

Οὐσιαστικῶς πρόκειται γιά μαντεία. Οἱ Ἀστρολόγοι παρουσιάζονται ὡς σωτῆρες ἀγωνιώντων προσώπων, πού ἐρωτοῦν: «Πῶς θά ἐξελιχθοῦν οἱ ἐργασίες μου;», «Ποιάν ἐξέλιξη θά ἔχει ἡ ὑγεία μου;», «Πότε ἀναμένονται ἐπιτυχίες καί κέρδη;», «Ποῖες οἱ συναισθηματικές ἐξελίξεις;» καί ἄλλα. Τά Μ.Μ.Ε. σέ ρόλο Μαντείων καί οἱ Ἀστρολόγοι στήν θέση τῆς Πυθίας.

Ἡ Ἀστρολογία συνδέθηκε στενῶς μέ τήν Ἀστρονομία. Ἀναπτύχθηκαν καί οἱ δύο ταυτοχρόνως μεταξύ τῶν ἀνατολικῶν λαῶν καί ἰδίως τῶν Βαβυλωνίων, πού καλλιέργησαν τήν Ἀστρολογία, ἡ ὁποία κατά τόν Δ. Κωτσάκη  «δέν ἦτο ἁπλῶς ἡ βασίλισσα τῶν ἐπιστημῶν, ἀλλά καί ἡ ἐρωμένη τοῦ κόσμου»[3]. Κάθε ναός εἶχε μία βιβλιοθήκη μέ ἀστρονομική καί ἀστρολογική φιλολογία καί ἀνάλογο ὑλικό ὑποβοηθητικό τῆς μαντικῆς τέχνης καί ἐργασίας. Ἀπό ἀνάγνωση λίθινης πλάκας συμπεραίνουμε, ὅτι στήν Βαβυλώνα παρατηρήθηκε μία ἔκλειψη βάσει τοῦ γνωστοῦ κύκλου «Σάρος»[4], πού συνέβη τήν 8η Μαρτίου τοῦ 2283 π.Χ. Ἡ ψευδεπιστήμη αὐτή ἔφθασε στό ζενίθ τῆς ἀναπτύξεώς της τό 540 π.Χ., μετά τήν κατάληψη τῆς χώρας αὐτῆς ἀπό τούς Χαλδαίους. Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἡ προσωνυμία Χαλδαῖος κατέστη ταυτόσημη μέ τήν ἰδιότητα τοῦ ἀστρολόγου, τοῦ μάγου ἤ τοῦ προλέγοντος τήν τύχη. Ἐπίσης ἡ Ἀστρολογία ἀναπτύχθηκε, ὄχι ὅμως τόσο ἔντονα ὅσο στούς Χαλδαίους, καί στήν Αἴγυπτο, χωρίς νά παρουσιασθοῦν σ’ αὐτή φημισμένοι ἀστρολόγοι.

Οἱ ἀσχολούμενοι μέ τήν μαντική αὐτή τέχνη χρησιμοποιοῦσαν εἰδικό ὄργανο, τόν ἀστρολάβο ἤ τό ὡροσκόπιο, μέ τήν βοήθεια τοῦ ὁποίου προσδιόριζαν μέ ἀρκετή ἀκρίβεια τίς θέσεις τοῦ Ἥλιου, τῆς Σελήνης, τῶν Πλανητῶν καί ἄλλων ἄστρων στήν οὐράνία σφαίρα. Ἰδιαιτέρως παρατηροῦσαν τούς ἀστερισμούς τοῦ ζωδιακοῦ κύκλου—τοῦ κύκλου δηλαδή ἤ ἀκριβέστερα τῆς σφαιρικῆς ζώνης, ἐπί τῆς ὁποίας φαίνεται ὅτι κινεῖται ὁ Ἥλιος κατά τήν διάρκεια ἑνός ἔτους—τά καλούμενα ζώδια. Αὐτά, ὡς γνωστό, εἶναι δώδεκα καί ὅλα, πλήν ἑνός, φέρουν τά ὀνόματα διαφόρων ζώων· εἶναι δέ τά ἑξῆς: Κριός, Ταῦρος, Δίδυμοι, Καρκίνος, Λέων, Παρθένος, Ζυγός, Σκορπιός, Τοξότης, Αἰγόκερως, Ὑδροχόος, Ἰχθύς.

Ἡ ἀνάπτυξη τῆς Ἀστρολογίας βοήθησε μερικές φορές στήν ἀνάπτυξη καί τῆς Ἀστρονομίας, ἄλλοτε ὅμως γινόταν ἀφορμή δυσφημήσεως καί καταπολεμήσεως τῆς καθαρᾶς ἀστρονομικῆς ἔρευνας. Ὅσο ὅμως ἡ Ἀστρονομία διεμορφωνόταν σέ ἐπιστήμη καί τά οὐράνια φαινόμενα μελετοῦνταν βαθύτερα καί συστηματικώτερα, τόσο ὑποχωροῦσε ἡ πίστη στήν μυστική ἐπίδραση τῶν θέσεων καί κινήσεων τῶν ἄστρων στίς ἀνθρώπινες ὑποθέσεις.

Πάντως ἡ Ἀστρολογία ἤ Ἀστρομαντεία, ἡ ὁποία ὀνομάζεται καί Γενεθλιολογία, ὅταν περιορίζεται στήν πρόβλεψη τῆς μελλούσης ἐξελίξεως τῶν νηπίων, κατά τήν στιγμή τῆς γεννήσεώς τους, ἦταν εὐρέως διαδεδομένη καί κατά τήν βυζαντινή περίοδο. Τούς ἀστρολόγους δέν τούς ρωτοῦσαν μόνο γιά τήν τύχη ἑνός παιδιοῦ, ἀλλά συχνά κατά τόν Δ. Κωτσάκη  «πρό αὐτῆς, ὁπότε ἐπεζητεῖτο νά γνωσθῇ τό γένος τοῦ γεννηθησομένου, ἀφοῦ, ὡς διϊσχυρίζοντο, ἡ ὥρα τῆς συλλήψεως ὥριζε τό γένος τοῦ τεχθησομένου». Αὐτοί προέλεγαν ἐπαναστάσεις, πολέμους καί ἄλλες πολιτικές ἐκδηλώσεις τῶν ἑκάστοτε κυβερνήσεων, σέ μερικές μάλιστα περιπτώσεις καί αὐτοκράτορες κατέφευγαν στούς ἀστρολόγους, ὅπως ὁ Μανουήλ ὁ Κομνηνός. Στούς μεταγενέστερους χρόνους στήν Εὐρώπη πολλοί ἡγήτορες λαῶν εἶχαν στίς αὐλές τους ὡς ἐπίσημους μυστικοσύμβουλους τέτοιους ἀστρολόγους, μέχρι τῆς ἐποχῆς τῆς Αἰκατερίνης τῶν Μεδίκων[5]. Πρέπει ἀκόμη νά σημειωθεῖ, ὅτι καί ὁ μέγας Κέπλερ[6], πού ἀποκλήθηκε «νομοθέτης τοῦ οὐρανοῦ», χρησιμοποιοῦσε «ἐκλαϊκευτικά ἡμερολόγια καί προγνωστικά» σχετικά μέ ποικίλα γεγονότα, ἀτομικά, οἰκογενειακά κ.λπ., γιά νά μποεῖ νά συντηρεῖ τήν πολυμελῆ οἰκογένειά του. Ἡ «Ἀστρονομία»,—ἔλεγε αὐτός,— «ἔχει νόθον θυγατέρα τήν Ἀστρολογίαν, ἀλλ’ αὐτή ὀφείλει νά τρέφῃ τήν μητέρα της»[7].

* * * * *

Ἐπειδή τό φαινόμενο ἔχει πνευματικές διαστάσεις, θά ἀναφέρουμε στήν συνέχεια τίς θέσεις τῆς Ἐκκλησίας γι’ αὐτό.

  1. Οἱ ἀστέρες στήν ἀρχαία εἰδωλολατρία. — Ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀρχαίας Ἀνατολῆς αἰσθανόταν περισσότερο ἀπό ἐμᾶς τήν παρουσία τῶν Ἀστέρων. Ἥλιος, Σελήνη, Πλανῆτες καί Ἄστρα ἀνακαλοῦσαν μέσα του ἕνα Κόσμο μυστηριώδη, διαφορετικό ἀπό τό δικό μας: «Τόν Κόσμο τοῦ οὐρανοῦ», πού τόν φανταζόταν μέ τή μορφή ἀλλεπάλληλων ἡμισφαιρίων, ὅπου τά Ἄστρα χάραζαν τίς τροχιές τους. Ἡ περιοδικότητά τους ἐπέτρεπε στόν ἄνθρωπο νά μετρήσει τό χρόνο καί νά φτιάξει τό ἡμερολόγιό του. Τοῦ ὑπέβαλλαν ὅμως καί τήν ἰδέα, ὅτι ὁ Κόσμος κυβερνιέται ἀπό τό νόμο τῆς αἰώνιας ἐπιστροφῆς καί ὅτι τά Ἀστέρια ἐπιβάλλουν ἀπό ψηλά στή γήινη πραγματικότητα ὁρισμένους ἱερούς ρυθμούς, πού δέν μποροῦν νά συγκριθοῦν μέ τίς ἄστατες συμπτώσεις τῆς ἱστορίας. Αὐτά τά φωτεινά σώματα τοῦ φαίνονταν λοιπόν σάν μιά φανέρωση τῶν ὑπερφυσικῶν δυνάμεων πού ἐξουσιάζουν τήν ἀνθρωπότητα καί καθορίζουν τά πεπρωμένα της. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος ἔφθασε αὐθόρμητα στή λατρεία αὐτῶν τῶν δυνάμεων γιά νά ἐξασφαλίσει τήν εὔνοιά τους. Ὁ Ἥλιος, ἡ Σελήνη, ὁ Πλανήτης Ἀφροδίτη κ.λπ. ἦταν γι’ αὐτόν θεοί ἤ θεές, ἐνῶ οἱ Ἀστερισμοί ἐσχημάτιζαν στόν οὐρανό αἰνιγματικές μορφές, στίς ὁποῖες ἔδινε μυθικά ὀνόματα. Αὐτό τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἀνθρώπου γιά τά Ἀστέρια τόν ὁδηγοῦσε στή μεθοδική παρατήρησή τους. Οἱ Αἰγύπτιοι καί οἱ κάτοικοι τῆς Μεσοποταμίας φημίζονταν γιά τίς ἀστρονομικές γνώσεις τους. Αὐτή ὅμως ἡ ἐμβρυώδης ἐπιστήμη συνδεόταν στενά μέ τήν ἄσκηση τῆς μαντικῆς, τῆς μαγείας καί τῆς εἰδωλολατρίας. Ἔτσι ὁ ἄνθρωπος τῆς ἀρχαιότητας ἦταν κάπως ὑποδουλωμένος στίς φοβερές δυνάμεις, πού βάραιναν πάνω στό πεπρωμένο του καί τοῦ ἔκρυβαν τόν ἀληθινό Θεό.

* * * * *

  1. Οἱ Ἀστέρες, ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ. — Μέσα στήν Ἁγία Γραφή, ἡ ἀτμόσφαιρα ἀλλάζει. Βέβαια, τά Ἀστέρια δέν ξεχωρίζουν ἀκόμη καθαρά ἀπό τούς ἀγγέλους, πού ἀποτελοῦν τήν αὐλή τοῦ Θεοῦ[8]. Αὐτές οἱ οὐράνιες δυνάμεις[9] θεωροῦνται ὡς ἔμψυχα ὄντα. Εἶναι ὅμως δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ, ὅπως ὅλο τό ὑπόλοιπο σύμπαν[10]. Ὁ Θεός Δημιουργός τούς ἀναθέτει νά λάμπουν στό στερέωμα[11] καί μέ τήν ἐντολή Του ἐπεμβαίνουν γιά νά ἐνισχύσουν τό λαό του στίς μάχες του[12]. Τά Ἀστέρια δέν εἶναι λοιπόν θεοί, ἀλλά ὑπηρέτες τοῦ Θεοῦ τῶν Δυνάμεων. Κανονίζουν τό χρόνο καί διευθύνουν τή μέρα καί τή νύχτα, γιατί ὁ Δημιουργός τους Θεός τούς ὅρισε αὐτά τά συγκεκριμένα ἔργα[13]. Μπορεῖ νά θαυμάζει κανείς τή λάμψη τοῦ Ἥλιου[14], τήν ὀμορφιά τῆς Σελήνης[15], τήν τέλεια τάξη τῆς περιστροφῆς τῶν οὐράνιων σωμάτων[16]. Ὅλα αὐτά ὅμως ὑμνοῦν τήν δόξα τοῦ μοναδικοῦ Θεοῦ[17] πού καθόρισε «τροπάς οὐρανοῦ»[18]. Ἔτσι οἱ Ἀστέρες δέν κρύβουν πιά τό Δημιουργό τους, ἀλλά τόν ἀποκαλύπτουν[19]. Ἀπαλλαγμένοι ἀπό τήν εἰδωλολατρική τους σημασία, συμβολίζουν τώρα τίς ἐπίγειες πραγματικότητες πού φανερώνουν τή θεία οἰκονομία: Τό πλῆθος τῶν ἀπόγονων τοῦ Ἀβραάμ[20], τήν ἔλευση τοῦ δαβιδικοῦ Βασιλιᾶ[21], τό φῶς τῆς μελλοντικῆς σωτηρίας[22] ἤ τήν αἰώνια δόξα τῶν ἀναστημένων δικαίων[23].

* * * * *

  1. Γοητεία τῆς εἰδωλολατρίας. — Αὐτή ἡ σταθερότητα τῆς ἀποκαλύψεως τοῦ Θεοῦ στήν Ἁγία Γραφή δέν ἐμπόδισε ὡστόσο πάντοτε τόν Ἰσραήλ νά ὑποκύψει στόν πειρασμό τῆς λατρείας τῶν Ἄστρων. Σέ ἐποχές θρησκευτικῆς παρακμῆς, ὁ Ἥλιος, ἡ Σελήνη καί ἡ Στρατιά τῶν οὐρανῶν διατηροῦν ἤ ξαναβρίσκουν λάτρεις[24]. Ἕνας ἐνστικτώδης φόβος ἀπέναντι σ’ αὐτές τίς κοσμικές δυνάμεις ὁδηγεῖ τούς Ἰσραηλίτες στήν ἀναζήτηση τῆς εὔνοιάς τους. Προσφέρουν δῶρα στή «Βασίλισσα τοῦ οὐρανοῦ», τήν Ἀστάρτη, δηλαδή στόν πλανήτη Ἀφροδίτη[25], παρατηροῦν τά «σημεῖα τοῦ οὐρανοῦ»[26] γιά νά διαβάσουν σ’ αὐτά τό πεπρωμένο[27]. Ἀλλά, ἡ φωνή τῶν Προφητῶν ὑψώνεται ἐνάντια σ’ αὐτή τήν προσβλητική ἐπιστροφή τῆς εἰδωλολατρίας. Τό Δευτερονόμιο τήν στιγματίζει[28], ὁ βασιλιάς Ἰωσίας[29] ἐπεμβαίνει μέ βιαιότητα γιά νά ξεριζώσει τίς ἐκδηλώσεις της[30]. Ὁ Ἱερεμίας[31] ἀναγγέλλει τή χειρότερη τιμωρία γιά τούς λάτρεις τῶν Ἀστέρων[32]. Ἀλλά χρειάστηκε ἡ δοκιμασία τῆς διασπορᾶς καί τῆς ἐξορίας γιά νά ἀποσπαστεῖ ὁριστικά ὁ μετανοιωμένος Ἰσραήλ ἀπό αὐτή τή μορφή εἰδωλολατρίας[33] τήν ματαιότητα τῆς ὁποίας θά διακηρύξει μεγαλόφωνα ἡ ἀλεξανδρινή Σοφία[34].

* * * * *

  1. Στό σύμπαν, πού ἐξαγοράστηκε ἀπό τό Χριστό, οἱ Ἀστέρες ξαναβρίσκουν τό ρόλο πού τούς ἔταξε ἡ πρόνοια τοῦ Δημιουργοῦ Θεοῦ. Ὁ Σταυρός ἀπελευθέρωσε τούς ἀνθρώπους ἀπό τήν κοσμική ἀγωνία πού τρομοκρατοῦσε τούς Κολοσσαεῖς, πού δέν εἶναι πιά ὑπόδουλοι στά «στοιχεῖα τοῦ κόσμου», τώρα πού ὁ Χριστός «ἀπεκδυσάμενος τάς ἀρχάς καί τάς ἐξουσίας ἐδειγμάτισεν ἐν παρρησίᾳ, θριαμβεύσας αὐτούς ἐν αὐτῷ»[35]. Δέν ὑπάρχει πιά ἀστρική αἰτιοκρατία οὔτε πεπρωμένα γραμμένα στά Ἄστρα. Ὁ Χριστός ἔδωσε τέλος στίς εἰδωλολατρικές δεισιδαιμονίες. Ἕνα Ἄστρο θεωρεῖται ὅτι ἀποκαλύπτει τή γέννησή Του[36], δείχνοντας τόν Ἴδιο ὡς τόν κατ’ ἐξοχήν «ἀστέρα τόν πρωϊνόν»[37], ὥσπου ὁ Ἴδιος αὐτός Ἀστέρας νά ἀνατείλει στίς καρδιές μας[38]. Εἶναι ὁ ἀληθινός Ἥλιος, ὁ Ἥλιος τῆς Δικαιοσύνης, πού φωτίζει τόν ἀνακαινισμένο κόσμο[39]. Εἶναι βέβαιο ὅτι ἡ συσκότιση τῶν Ἀστέρων θά προμηνύσει ὡς σημεῖο τήν ἔνδοξη Παρουσία Του[40], ὅπως σημάδεψε τήν ὥρα τοῦ θανάτου Του[41]. Εἶναι ἐπίσης βέβαιο ὅτι στό μελλοντικό κόσμο θά εἶναι πιά ἄχρηστα τά φωτεινά σώματα τῆς δημιουργίας διότι ἡ ἴδια ἡ δόξα τοῦ Θεοῦ θά φωτίζει τή νέα Ἱερουσαλήμ «καί ὁ λύχνος αὐτῆς τό Ἀρνίον»[42].

* * * * *

  1. Ἡ Ἁγία Γραφή ἀπαγορεύει ἀπολύτως, αὐστηρῶς καί ἀσυμβιβάστως τήν ποικιλώνυμη μαντεία. Οἱ τρεῖς μεγάλοι μωσαϊκοί κώδικες μέ τό Νόμο τοῦ Θεοῦ καλοῦν τούς Ἰσραηλίτες νά ἀπορρίψουν καί νά ἀποστραφοῦν κάθε εἴδους μαγεία καί μαντεία[43]. Νά μνημονεύσουμε ἀκόμη, ὅτι σέ ὡρισμένες διηγήσεις τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης οἱ Μάντεις καί οἱ Μάγοι ταπεινώνονται ἀπό τούς δίκαιους ἀνθρώπους τοῦ Θεοῦ. Ἀναφέρουμε τήν περίπτωση Ἰωσήφ τοῦ παγκάλου μέ τούς Αἰγύπτιους μάντεις καί τοῦ Προφήτου Δανιήλ μέ τούς Βαβυλωνίους.

Ὁ πρῶτος πειρασμός μέ τόν ὁποῖο πείραξε ὁ Διάβολος τόν Κύριο ἦταν ὁ πειρασμός τῆς μαγείας. Ὁ Σατανᾶς τοῦ προτείνει νά χρησιμοποιήσει τήν θεϊκή Του δύναμη γιά νά χορτάσει τήν πείνα Του καί νά καταπλήξει τούς Ἰουδαίους. Ὁ Ἰησοῦς Χριστός ὅμως δέν θέλει νά δεχθεῖ ἀπ’ αὐτόν τήν ἐξουσία πάνω στόν κόσμο. Καί τοῦ λέει ἀνυποχώρητος: «Κύριον τόν Θεόν σου προσκυνήσεις καί αὐτόν μόνο λατρεύσεις»[44].

Τήν αὐτή ἀνυποχώρητη καί ἀσυμβίβαστη στάση ἐτήρησαν καί οἱ Ἀπόστολοι ἀπέναντι τῶν Μάγων καί Μάντεων. Μνημονεύουμε τίς περιπτώσεις: Τοῦ Σίμωνος τοῦ Μάγου[45], τῆς μαντευομένης δούλης τῶν Φιλίππων[46], τῶν ἑπτά ἐξορκιστῶν τῆς Ἐφέσου[47], τοῦ Ἑλύμα τοῦ μάγου στήν Πάφο[48].

* * * * *

  1. Ἡ Ἐκκλησία καταδίκασε εὐθύς ἐξ ἀρχῆς τήν Ἀστρολογία. Σύνοδοι ἐκκλησιαστικές ἀφώρισαν τούς ἀσχολούμενους μέ αὐτή. Ὁ λστ΄ (36ος) Κανόνας τῆς ἐν Λαοδικείᾳ Συνόδου γράφει: «Οὐ δεῖ ἱερατικούς ἤ κληρικούς, ἤ μάγους ἤ ἐπαοιδούς εἶναι, ἤ μαθηματικούς ἤ ἀστρολόγους ἤ ποιεῖν τά λεγόμενα φυλακτήρια, ἅτινα ἐστι δεσμωτήρια τῶν ψυχῶν αὐτῶν. Τούς δέ φρονοῦντας, ῥίπτεσθαι ἐκ τῆς ἐκκλησίας ἐκελεύσαμεν»[49]. Στήν Διδαχή τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων διαβάζουμε: «Τέκνον, μή γίνου οἱωνοσκόπος.., μηδέ μαθηματικός… ἐκ γάρ τούτων ἁπάντων εἰδωλολατρία γεννᾶται»[50]. Μαθηματικούς ἐννοεῖ προφανῶς τούς Ἀστρολόγους.

Ἀγώνα συνεχῆ κατά τῶν Ἀστρολόγων διεξήγαγαν καί οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας καί ἄλλοι σοφοί τοῦ Βυζαντίου, μέχρι τοῦ σημείου μάλιστα νά δημιουργηθεῖ ἡ ἐντύπωση, ὅτι αὐτοί γενικά ἀντιτίθενται στήν καλλιέργεια τῆς ἐπιστήμης καί τήν ἔρευνα τῆς φύσεως. Ὅμως προσεκτικώτερη μελέτη τοῦ ὅλου θέματος δεικνύει ὅτι ἡ ἄποψη αὐτή δέν εἶναι ὀρθή.

α΄. Μέγας Βασίλειος

Ὁ Μέγας Βασίλειος ἀποκαλεῖ τήν Ἀστρονομία «πολυάσχολον ματαιότητα»[51] καί θά ἐνόμιζε κανείς ὅτι αὐτός εἶναι ὁ ἀντικειμενικός του σκοπός. Ὅμως προσεκτικώτερη μελέτη τῶν ἔργων του δεικνύει ὅτι δέν εἶχε αὐτή τήν πρόθεση, καθ’ ὅσον ἡ πράξη λέγει, ὅτι ὁ σοφός αὐτός Πατέρας εἰσέδυσε ὅσο ὁλίγοι στήν ἔρευνα τῆς φύσεως στά πεδία τῶν μαθηματικῶν, τῆς ἀστρονομίας, τῆς βοτανικῆς κ.λπ. Ἐπί πλέον σημειώνει ὅτι: «Ἀναγκαῖαι πρός τόν ἀνθρώπινον βίον αἱ ἀπό τῶν φωστήρων σημειώσεις, ἐάν γάρ μή τίς πέραν τοῦ μέτρου τά ἀπ’ αὐτῶν σημεῖα περιεργάζηται»[52].

Τήν γνώμη γιά τήν Ἀστρολογία ὁ ἅγιος Πατέρας ἐκθέτει στήν ἕβδομη (ζ΄) παράγραφο τῆς ἕκτης (ΣΤ΄) Ὁμιλίας του στήν Ἑξαήμερο.

«ζ’. Καί οὐκ ἐπί τούτων ἵστανται μόνον, ἄλλα καί ὧν ἡ προαίρεσις ἑκάστου ἡμῶν κυρία (λέγω δή τῶν ἐπιτηδευμάτων ἀρετῆς ἤ κακίας), καί τούτων τάς αἰτίας τοῖς οὐρανίοις συνάπτουσιν. οἷς τό ἀντιλέγειν ἄλλως μέν καταγέλαστον διά δέ τό προκατέχεσθαι τούς πολλούς τῇ ἀπάτῃ ἀναγκαῖον ἴσως μή σιωπῇ παρελθεῖν. πρῶτον μέν οὔν ἐκεῖνο αὐτούς ἐρωτήσωμεν, εἰ μή ἐφ’ ἑκάστης ἡμέρας μυριάκις ἀμείβεται τῶν ἀστέρων τά σχήματα. ἀεικίνητοι γάρ ὄντες οἱ πλανῆται λεγόμενοι, καί οἱ μέν θᾶττον ἐπικαταλαμβάνοντες ἀλλήλους, οἱ δέ βραδυτέρας τάς περιόδους ποιούμενοι, ἐπί τῆς αὐτῆς ὥρας πολλάκις καί ὁρῶσιν ἀλλήλους καί ἀποκρύπτονται, μεγίστην τε ἔχειν δύναμιν ἐν ταῖς γενέσεσι τό ἤ παρά ἀγαθοποιοῦ ἐφορᾶσθαι ἤ κακοποιοῦ, ὡς αὐτοί λέγουσι. καί πολλάκις καθ’ ὅν ἐπεμαρτύρει ὁ ἀγαθοποιός ἀστήρ τόν καιρόν οὐκ ἐξευρόντες, παρά τήν ἑνός τῶν λεπτοτάτων ἄγνοιαν, ὡς ἐν τῷ κακοδαιμονήματι αὐτόν κείμενον ἀπεγράψαντο. τοῖς γάρ αὐτῶν ἐκείνων σνγχρήσασθαι ρήμασιν ἀναγκάζομαι. ἐν δή τοῖς τοιούτοις λόγοις πολύ μέν τό ἀνόητον πολλαπλάσιον δέ τό ἀσεβές. οἱ γάρ κακοποιοί τῶν ἀστέρων τῆς ἑαυτῶν πονηρίας ἐπί τόν ποιήσαντα αὐτούς τήν αἰτίαν μετατιθέασιν. εἰ μέν γάρ ἐκ φύσεως αὐτῶν τό κακόν, ὁ δημιουργός ἔσται τοῦ κακοῦ ποιητής. εἰ δέ προαιρέσει κακύνονται, πρῶτον μέν ἔσται ζῶα προαιρετικά λελυμέναις καί αὐτοκρατορικαῖς ταῖς ὁρμαῖς κεχρημένα· ὅ μανίας ἐστίν ἐπέκεινα καταψεύδεσθαι τῶν ἀψύχων. ἔπειτα πόσον τό ἄλογον, τό κακόν καί τό ἄγαθον μή κατά τήν ἀξίαν διανέμειν ἑκάστῳ, ἀλλ’ ἐπειδή ἐν τῷδε τῷ τόπῳ γέγονεν, ἀγαθοποιόν ὑπάρχειν, καί ἐπειδή ὑπό τοῦδε ὁρᾶται κακοποιῶν γίνεσθαι τόν αὖτον, καί ἐπειδάν πάλιν μικρόν τί παρεκκλίνῃ τοῦ σχήματος, εὐθύς τῆς κακίας ἐπιλανθάνεσθαι; καί ταῦτα μέν εἰς τοσοῦτον. εἰ δέ καθ’ ἕκαστον ἀκαριαῖον τοῦ χρόνου ἐπ’ ἄλλο καί ἄλλο μεθαρμόζονται σχῆμα, ἐν δέ ταῖς μυρίαις ταύταις μεταβολαῖς πολλάκις τῆς ἡμέρας οἱ τῶν βασιλικῶν γενέσεων ἀποτελοῦνται σχηματισμοί διά τί οὐκ ἐφ’ ἑκάστης ἡμέρας γεννῶνται βασιλεῖς; ἤ διά τί ὅλως πατρικαί παρ’ αὐτοῖς εἰσι βασιλείας διαδοχαί;  οὐ δήπου γάρ ἕκαστος τῶν βασιλέων παρατετηρημένως εἰς τό βασιλικόν τῶν ἀστέρων σχῆμα τοῦ ἰδίου υἱοῦ  τήν γένεσιν ἐναρμόζει. τίς γάρ ἀνθρώπων κύριος τοῦ τοιούτου; πῶς οὖν Ὀζίας ἐγέννησε τόν Ἰωάθαμ; Ἰωάθαμ τόν Ἄχαζ; Ἄχαζ τόν Ἐζεκίαν; καί οὐδείς ἐν τούτοις δουλική συνέτυχεν ὥρᾳ γενέσεως; ἔπειτα εἰ καί τῶν κατά κακίαν καί ἀρετήν ἐνεργημάτων οὐκ ἐκ τοῦ ἐφ’ ἡμῖν εἰσίν αἵ ἀρχαί, ἀλλ’ ἐκ τῆς γενέσεως αἱ ἀνάγκαι, περιττοί μέν οἱ νομοθέται τά πρακτέα ἡμῖν καί τά φευκτά διορίζοντες, περιττοί δέ καί οἱ δικασταί ἀρετήν τιμῶντες καί πονηρίαν κολάζοντες. οὐ γάρ τοῦ κλέπτου τό ἀδίκημα οὐδέ τόν φονέως, ᾧ γε οὐδέ βουλομένῳ δυνατόν ἦν κρατεῖν τῆς χειρός, διά τό ἀναπόδραστον τῆς ἐπί τάς πράξεις αὐτόν κατεπειγούσης ἀνάγκης. ματαιότατοι δέ πάντων καί οἱ περί τάς τέχνας πονούμενοι· ἀλλ’ εὐθηνήσει μέν ὁ γεωργός μήτε σπέρματα καταβάλλων μήτε δρεπάνην θηξάμενος· ὑπερπλουτήσει δέ ὁ ἔμπορος, κἄν βούληται κἄν μή, τῆς εἱμαρμένης αὐτῷ συναθροιζούσης τά χρήματα. αἱ δέ μεγάλαι τῶν Χριστιανῶν ἐλπίδες φροῦδαι ἡμῖν οἰχήσονται, οὔτε δικαιοσύνης τιμωμένης οὔτε κατακρινομένης τῆς ἁμαρτίας, διά τό μηδέν κατά προαίρεσιν ὑπό τῶν ἀνθρώπων ἐπιτελεῖσθαι. ὅπου γάρ ἀνάγκη καί εἱμαρμένη κρατεῖ, οὐδεμίαν ἔχει χώραν τό πρός ἀξίαν, ὅ τῆς δικαιοκρισίας ἐξαίρετόν ἐστι. καί πρός μέν ἐκείνους ἐπί τοσοῦτον. οὔτε γάρ ὑμεῖς πλειόνων δεῖσθε λόγων παρ’ ἑαυτῶν ὑγιαίνοντες, ὅ τε καιρός οὐκ ἐνδίδωσι πέρα τοῦ μέτρου πρός αὐτούς ἀποτείνεσθαι. πρός δέ τά ἑξῆς τῶν ῥημάτων ἐπανέλθωμεν»[53].

Δηλαδή : «ζ’. Καί δέν ἄρκοῦνται μόνον σ’ αὐτά, ἀλλά προχωροῦν καί σ’ ἐκεῖνα πού ἐξαρτῶνται καί κατευθύνονται ἀπό τήν προαίρεσή μας, (ἐννοῶ ἀκριβῶς τίς πράξεις τῆς ἀρετῆς καί τῆς κακίας), καί λέγουν ὅτι καί αὐτά ἔχουν τίς αἰτίες τους στά οὐράνια σώματα. Τό νά φέρω ἀντίρρησηγ σ’ αὐτούς, ὑπό ἄλλες μέν συνθῆκες θά ἦταν πολύ γελοῖο· ἐπειδή ὅμως πολλοί εἶναι προκατειλημμένοι ἀπό τήν ἀπάτη αὐτή, εἶναι προφανῶς ἀναγκαῖο νά μή προχωρήσω χωρίς νά εἰπῶ κάτι. Καί πρῶτα – πρῶτα ἄς τούς ἐρωτήσουμε -τό ἑξῆς· Ἀλλάζουν ἤ δέν ἀλλάζουν ἀναρίθμητες φορές κάθε ἡμέρα οἱ σχηματισμοί τῶν ἀστέρων; Διότι καθώς οἱ λεγόμενοι πλανῆτες κινοῦνται συνεχῶς καί περι φέρονται κυκλικῶς ἄλλοι μέν ταχύτερα, ὥστε νά φθάνουν καί νά ξεπερνοῦν τούς ἄλλους, ἄλλοι δέ βραδύτερα, συμβαίνει κατά τήν ἰδία πολλές φορές ὥρα καί νά ἀντικρύζουν ὁ ἕνας τόν ἄλλον καί νά ἀποκρύπτονται ὁ ἕνας ἀπό τόν ἄλλον καί λέγουν ὅτι ἔχει πολύ μεγάλη ἐπίδραση στόν σχηματισμόν τῆς τύχης τό νά μεσουρανεῖ κατά τήν στιγμή τῆς γεννήσεως ἀγαθοποιός ἤ κακοποιός ἀστέρας καί ὅτι πολλές φορές (οἱ Χαλδαῖοι) δέν μπόρεσαν νά προσδιορίσουν μέ ἀκρίβεια τόν μοιραῖο χρόνο πού ὑποδείκνυε γιά κάποιο ἄνθρωπο ὁ ἀγαθοποιός ἀστέρας, ἐπειδή τούς διέφυγεν ἕνα δευτερόλεπτο, καί τόν ἔγραψαν στόν πίνακα τῆς κακοτυχίας. Ἀναγκάζομαι νά χρησιμοποιήσω τά ἴδια τους τά λόγια. Ἀλλ σ’ αὐτά ἀκριβῶς τά λόγια ὑπάρχει πολλή ἀνοησία καί πολύ περισσοτέρη ἀσέβεια. Διότι ἐφ ὅσον ὑπάρχουν κακοποιοί ἀστέρες, ὑποτίθεται ὅτι αἴτιος τῆς πονηρίας τους εἶναι ὁ δημιουργός τους. Διότι, ἄν μέν ἔχουν τό κακό ἀπό κατασκευῆς τους, ὁ δημιουργός ἀποδεικνύεται δημιουργός τοῦ κακοῦ, ἐάν δέ γίνονται κακοί ἀπό τήν προαίρεσή τους, τότε πρῶτα – πρῶτα θά πρέπει νά εἶναι ὑπάρξεις μέ προαίρεση, πού ἔχουν τάσεις ἐλευθέρες καί αὐτεξούσιες τό νά λέγει ὅμως κανείς τέτοια ψεύδη γιά τά ἄψυχα πράγματα εἶνε κάτι παραπάνω ἀπό τρέλλα. Ἔπειτα πόσο παράλογο εἶναι νά μή μοιράζεται τό κακό καί τό ἀγαθό στόν καθένα σύμφωνα μέ τήν ἀξία του, ἀλλά νά γίνεται κανείς ἀγαθοποιός, ἐπειδή γεννήθηκε στόν τάδε τόπο, καί ὁ ἴδιος πάλι νά γίνεται κακοποιός, ἐπειδή γεννήθηκε ὅταν μεσουρανοῦσε ὁ τάδε ἀστέρας, καί ἄν τύχει νά ξεφύγει ἐλάχιστα ἀπό τόν τάδε σχηματισμό τῶν ἀστέρων, νά ξεφεύγει ἀμέσως καί ἀπό τήν κακία; Καί τόσα μέν γιά τό θέμα αὐτό. Ἐάν δέ σέ κάθε στιγμή τοῦ χρόνου ὁ ἀστέρας σχηματίζει μέ τούς ἄλλους διαφορετικό σχῆμα, κατά τίς ἀναρίθμητες δέ αὐτές μεταβολές γίνονται οἱ σχηματισμοί τῶν βασιλικῶν γεννήσεων πολλές φορές τῆς ἡμέρας, γιατί δέν γεννιοῦνται βασιλεῖς κάθε ἡμέρα; ἤ γιά τί γενικῶς οἱ βασιλεῖς διαδέχονται τήν βασιλεία ἀπό τούς πατέρες τους; Καί φυσικά δέν εἶναι δυνατόν νά κανονίσουν οἱ βασιλεῖς σέ ποῖο σχηματισμό τῶν ἀστέρων θά γεννηθεῖ ὁ γιός τους. Ποιός ἄνθρωπος μπορεῖ νά κατευθύνει αὐτό τό πράγμα; Πῶς λοιπόν ὁ  Ὀζίας ἐγέννησε τόν Ἰωάθαμ; πῶς ὁ Ἰωάθαμ τόν Ἄχαζ; πῶς ὁ Ἄχαζ τόν Ἐζεκίαν; (Ματθ. 1,9) καί πῶς κανείς ἀπ’ αὐτούς δέν συνέπεσε νά γεννηθῆ σέ ὥρα πού γεννιοῦνται δοῦλοι; Ἔπειτα, ἄν ἀκόμη καί στίς πράξεις τῆς κακίας καί τῆς ἀρετῆς τά αἴτια δέν εὑρίσκονται στήν προαίρεσή μας, ἀλλ’ εἶναι ἀναπόφευκτα γεγονότα πού ὀφείλονται στήν μοῖρα μας, τότε περιττοί καί οἱ νομοθέτες πού νομοθετοῦν τί πρέπει νά κάνουμε καί τί νά μή κάνουμε, περιττοί καί οἱ δικαστές πού τιμοῦν τήν ἀρετή καί τιμωροῦν τήν πονηρία. Διότι τό ἀδίκημα δέν εἶναι τοῦ κλέπτη, οὔτε τοῦ φονιᾶ· διότι ἀσφαλῶς οὔτε καί ἄν ἤθελε μποροῦσε νά συγκρατήσει τό χέρι του, ἀφοῦ ἡ μοῖρα πού τόν ἐξανάγκαζε νά κάνει αὐτές τίς πράξεις ἦταν ἀναπόφευκτη. Πιό γελασμένοι δέ ἀπ’ ὅλους εἶναι ὅσοι ἀσχολοῦνται μέ τά ἐπαγγέλματα. Θά κερδήσει μέν ὁ γεωργός, χωρίς νά σπείρει καί χωρίς ν’ ἀκονήσει δρεπάνι, θά ὑπερεπλουτήσει δέ ὁ ἔμπορος, εἴτε τό θέλει εἴτε ὄχι, ἀφοῦ ἡ εἱμαρμένη θά τοῦ συγκεντρώνει τά χρήματα. Οἱ δέ μεγάλες ἐλπίδες τῶν Χριστιανῶν θά μᾶς γίνουν ἄφαντοι, διότι οὔτε ἡ δικαιοσύνη θά βραβεύεται, οὔτε ἡ ἁμαρτία θά τιμωρεῖται, ἀφοῦ οἱ ἄνθρωποι δέν κάνουν τίποτε κατά τήν προαίρεσή τους. Διότι ὅπου ἐπικρατεῖ ἡ μοῖρα καί ἡ εἱμαρμένη, δέν ὑπάρχει καμμία ἀνταπόδοση κατά τήν ἀξία, πράγμα πού εἶναι ἀποκλειστικό γνώρισμα τῆς δικαιοκρισίας. Καί πρός ἐκείνους μέν εἶχα νά εἰπῶ αὐτά. Διότι καί σεῖς δέν χρειάζεσθε περισσότερα λόγια, ἀφοῦ ἔχετε ὑγιές φρόνημα, καί ἡ ὥρα δέν μοῦ ἐπιτρέπει νά ἐπεκταθῶ πέραν τοῦ κανονικοῦ. Ἄς ἐπανέλθουμεν ὅμως στήν συνέχεια».

β΄. Γρηγόριος Νύσσης

Ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Νύσσης στό ἔργο του: «Κατά Εἱμαρμένης»[54] διαλαμβάνει τήν συζήτηση τοῦ ἁγίου Πατρός μέ κάποιο φιλόσοφο πού ἔγινε στήν Κωνσταντινούπολη τό ἔτος 382. Ὁ ἅγιος Πατέρας ὑπεραμύνεται τῆς ἐλευθερίας καί τῆς βουλήσεως τοῦ ἀνθρώπου καί στρέφεται κατά τῆς ἀστρολογικῆς μοιρολατρίας. Κατ’ αὐτόν εἶναι ἀδιανόητο καί τό ἀποδεικνύει μέ ἐπιχειρήματα ἰσχυρά, ἡ θέση τῶν Ἄστρων τήν στιγμή τῆς γεννήσεως τοῦ ἀνθρώπου, ἤ καί μετά ἀπ’ αὐτήν νά προσδιορίζει τό μέλλον του καί τόν χαρακτήρα του. Θεωρεῖ μάλιστα τήν Ἀστρολογία δαιμονική τέχνη.

γ΄. Διόδωρος Ταρσοῦ.

Στήν «Μυριόβιβλον» στό ΣΚΓ΄ (223ο) Κεφάλαιο τῆς «Βιβλιοθήκης»[55] του ὁ Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως ὁ Μέγας καί Ἱερός Φώτιος μᾶς διέσωσε περίληψη τοῦ ἔργου τοῦ Διοδώρου ἐπισκοποῦ Ταρσοῦ «Κατά Εἱμαρμένης» πού ἀποτελεῖται ἀπό ὀκτώ λόγους, διηρημένους σέ πενήντα τρία κεφάλαια. Σ’ αὐτό ὁ ἱερός συγγραφέας ἀποδεικνύει τήν ἀ-λογία τῆς ἀστρολογίας. Ἡ μαντική «τέχνη» τῶν ἀστρολόγων δέν εἶναι ἁπλῶς παράλογος, ἀλλά τελείως ἄλογος, χωρίς λογική.

Σημειώνει χαρακτηριστικά:

«Τό δέ τῆς εὐσεβείας γένος οὐχ ὑβρίζει Θεὸν δι’ ὧν δοκεῖ τιμᾶν, οὐδέ τήν αὐτοῦ ἀναιρεῖ ἀγαθότητα, τῶν κακῶν αὐτῷ τήν ἐξουσίαν παρέχον. Ἀδικεῖν γάρ οὔτε οἶδεν οὔτε δυνήσεται ἡ τοῦ Θεοῦ ἐξουσία· οὐ ποιεῖ φονέα καί κολάζει, οὐδ’ ἀπαγορεύει πταίειν καί βιάζεται παρακούειν καί παρακούσαντα τιμωρεῖται. Ταῦτα οὔτε πρέπει Θεῷ οὔτε εὐσεβής οὐδείς δέχεται λογισμός…Ἀληθῆ δέ Θεοῦ ἐξουσίαν ἴσμεν τό μήτε πονηρῶν ἡττᾶσθαι καί ὡς τό τῶν δημιουργημάτων συμφέρον κεχρῆσθαι τῇ ἀγαθότητι»

«Τό εὐσεβές τῶν χριστιανῶν δέν ὑβρίζει τόν Θεόν ἀφαιρώντας ἐκεῖνα, τά ὁποῖα νομίζει ὅτι τόν τιμοῦν. Οὔτε ἀναιρεῖ τήν ἀγαθότητά του παρέχοντας εἰς τόν Θεόν τήν ἐξουσίαν τῶν κακῶν. Ἡ ἐξουσία τοῦ Θεοῦ δέν γνωρίζει τήν ἀδικία οὔτε θά μπορέσει νά ἀδικήσει. Ὁ Θεός δέν κάνει κάποιον φονιά καί μετά τόν τιμωρεῖ, οὔτε ἀπαγορεύει νά πταίωμεν καί μετά μᾶς παραβιάζει νά παρακούσωμεν καί τόν παρακούσαντα τιμωρεῖ. Αὐτά δέν ταιριάζουν στό Θεό, οὔτε ὁ εὐσεβής λογισμός, ἡ εὐσεβής σκέψις τό ἀποδέχεται…Γνωρίζομεν δέ τήν ἀληθινή ἐξουσία καί δύναμι τοῦ Θεοῦ, ὅτι δέ ἡττᾶται ἀπό τούς πονηρούς καί κακούς καί ὅτι — χρησιμοποιεῖ τήν ἀγαθότητά του πρός τό συμφέρον τῶν δημιουργημάτων» (Διόδωρος Ταρσοῦ)[56].

δ΄.  Ἰωάννης Χρυσόστομος.

Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος ἐπανειλλημένως στούς λόγους του καί ἰδιαιτέρως στούς ἕξ (6) λόγους του «Περί εἱμαρμένης καί Προνοίας» ἐλέγχει ὅσους παρασύρονται ἀπό τίς δοξασίες περί εἱμαρμένης τονίζοντας ὅτι ὁ κόσμος κυβερνᾶται μέ τούς νόμους τοῦ Θεοῦ καί ὅτι ὁ ἄνθρωπος ὡς ἐλεύθερο ὄν πράττει τήν ἀρετή ἤ τήν κακία.[57]

ε΄. Ἐπίσης ὁ Κύριλλος Ἱεροσολύμων ἐπιτίθεται κατά τῶν ἀστρολόγων, ὅπως καί οἱ Κυρήνης Συνέσιος, Ἀλεξανδρείας Εὐσέβιος, Γρηγόριος ὁ Θεολόγος.

στ΄. Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός.

Ὁ πρύτανις τῆς Θεολογίας ἅγιος Ἰωάννης ὁ Δαμασκηνός ἀναφέρεται στό θέμα τῆς Ἀστρολογίας στό ἔργο του: «Ἔκδοσις ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου – Πίστεως»[58].

Σ’ αὐτό τό ἔργο ὁ ἅγιος Πατέρας μας παραδέχεται, ὅτι ἡ κίνηση, ἡ στάση, ἡ μεταβολή καί ἡ θέση τῶν Ἀστέρων διαμορφώνουν μόνο τό κλῖμα τῆς γῆς καί προκαλοῦν διάφορα φυσικά φαινόμενα ἐξηγούμενα μέ τούς νόμους τῆς φυσικῆς.

Ἀντιθέτως καμμία ἐπίδραση δέν ἔχουν στήν ψυχολογία, τήν συμπεριφορά καί τήν ἐν γένει ζωή τῶν λογικῶν, ἐλεύθερων καί αὐτοβούλων ὑπάρξεων, ὅπως εἶναι οἱ ἄνθρωποι. Ὑπεραμύνεται μάλιστα τῆς ἐλευθερίας καί τοῦ αὐτεξουσίου τοῦ ἀνθρώπου. Ἰσχυρίζεται, ὅτι ἐπειδή ἀκριβῶς ὁ ἄνθρωπος εἶναι ἐλεύθερος καί αὐτεξούσιος θά εἶναι ἄξιος τιμῆς γιά τήν ἀρετή του, ἤ ἄξιος τιμωρίας γιά τήν κακία του. Λέγει μάλιστα:

«Οἱ μέν οὖν Ἕλληνες διά τῆς τῶν ἄστρων τούτων ἡλίου τε καί σελήνης ἀνατολῆς καί δύσεως καί συγκρούσεώς φασι πάντα διοικεῖσθαι τά καθ’ ἡμᾶς· περί ταῦτα γάρ ἡ ἀστρολογία καταγίνεται. Ἡμεῖς δέ φαμεν, ὅτι σημεῖα μέν ἐξ αὐτῶν γίνονται, ὄμβρου καί ἀνομβρίας, ψύξεώς τε καί θέρμης, ὑγρότητος καί ξηρότητος καί ἀνέμων καί τῶν τοιούτων, τῶν δέ ἡμετέρων πράξεων οὐδαμῶς· ἡμεῖς γάρ αὐτεξούσιοι ὑπό τοῦ δημιουργοῦ γενόμενοι κύριοι τῶν ἡμετέρων ὑπάρχομεν πράξεων. Εἰ γάρ ἐκ τῆς τῶν ἄστρων φοράς πάντα πράττομεν, κατ’ ἀνάγκην πράττομεν, ἃ πράττομεν· τό δέ κατ’ ἀνάγκην γινόμενον οὔτε ἀρετή οὔτε κακία ἐστίν. Εἰ δέ μήτε ἀρετήν μήτε κακίαν κεκτήμεθα, οὔτε ἐπαίνων καί στεφάνων, οὔτε ψόγων ἤ κολάσεων ὑπάρχομεν ἄξιοι· εὑρεθήσεται δέ καί ὁ θεὸς ἄδικος τοῖς μέν ἀγαθά, τοῖς δέ θλίψεις διδούς. Ἀλλ’ οὐδὲ κυβέρνησιν οὐδὲ τῶν ἑαυτοῦ κτισμάτων ὁ θεός ποιήσεται πρόνοιαν, εἰ κατ’ ἀνάγκην ἄγονται τά πάντα καί φέρονται. Καί τό λογικόν δέ περιττόν ἐν ἡμῖν ἔσται· μηδεμιᾶς γάρ ὄντες πράξεως κύριοι περιττῶς βουλευόμεθα. Τό δέ λογικόν πάντως τῆς βουλῆς ἡμῖν ἕνεκεν δέδοται· ὅθεν πᾶν λογικόν καί αὐτεξούσιον».

Δηλαδή : «Οἱ Ἕλληνες παραδέχονται ὅτι μέ τήν ἀνατολή καί τή δύση καί τή σύγκρουση τῶν ἀστεριῶν αὐτῶν, τοῦ ἡλίου καί τῆς σελήνης καθορίζονται ἡ ζωή καί οἱ πράξεις μας. Μέ αὐτά καταγίνεται ἡ ἀστρολογία. Ἐμεῖς ὅμως παραδεχόμαστε ὅτι ἀπ’ αὐτά διαμορφώνονται καιρικές καταστάσεις, ἡ βροχή καί ἡ ἀνομβρία, τό κρύο καί ζέστη, ἡ ὑγρασία καί ἡ ξηρασία καί οἱ ἄνεμοι καί τά παρόμοια, ἀλλά μέ κανένα λόγο οἱ πράξεις μας. Γιατί ἐμεῖς, ἐπειδή γίναμε αὐτεξούσιοι ἀπό τόν δημιουργό, εἴμαστε κύριοι σ’ αὐτές. Ἄν λοιπόν ἀπό τήν κίνηση τῶν ἀστεριῶν κάνουμε τά πάντα, κατ’ ἀνάγκη κάνουμε, αὐτό πού κάνουμε, καί αὐτό πού γίνεται κατ’ ἀνάγκη οὔτε ἀρετή οὔτε κακία εἶναι. Καί ἄν οὔτε ἀρετή οὔτε κακία ἔχουμε, δέν εἴμαστε ἄξιοι οὔτε γιά τούς ἐπαίνους καί τά στεφάνια, οὔτε γιά τίς κατηγορίες ἤ τίς τιμωρίες. Ἐπιπλέον θά βρεθεῖ καί ὁ Θεός ἄδικος, δίδοντας σέ ἄλλους ἀγαθά καί σέ ἄλλους θλίψεις. Ἀλλ’ ἀκόμη οὔτε ὁ Θεός θά κυβερνᾶ οὔτε θά προνοεῖ γιά τά κτίσματά του, ἄν τά πάντα κατ’ ἀνάγκην ἄγονται καί φέρονται. Ἐπίσης καί ἡ λογική θά μᾶς εἶναι περιττή. Ἀφοῦ δέν εἴμαστε κύριοι καμμιᾶς πράξεως, σκεφτόμαστε περιττά. Τό λογικό πάντως μᾶς ἔχει δοθεῖ γιά τήν σκέψη. Κατά συνέπεια κάθε λογικό ὄν εἶναι καί αὐτεξούσιο»[59].

ζ΄. Μεταγενέστεροι

Ἀργότερα, ὅταν ἡ Ἀστρονομία εὑρίσκετο σέ ἀκμή, διακεκριμένοι ἀστρονόμοι, ὅπως οἱ Θεόδωρος Μετοχίτης (1270-1331 μ.Χ.) ἐξέτασε στά ἔργα του διάφορα ζητήματα σχετιζόμενα μέ τήν φιλοσοφία, τά μαθηματικά, τήν ἀστρονομία, πολλές φορές ὅμως μέ ἐντελῶς νέο γιά τήν ἐποχή τρόπο. Ἀποσπάσματα ἔχουν ἐκδοθεῖ ἀπό τόν Migne στήν PG, 144, 936-954. Ὁ Θεόδωρος Μετοχίτης καλλιέργησε σοβαρῶς τήν Ἀστρονομία προμηνύοντας τούς ἀστρονόμους τοῦ ΙΖ΄ αἰῶνος. Μεταξύ ἄλλων ὑποστήριξε ὅτι ἡ χριστιανική πίστη δέν ἔχει τίποτε νά φοβεῖται ἀπό τήν πρόοδο τῆς Ἀστρονομίας. «Ἡ γνῶσις καί ἡ θεωρία τῆς φύσεως οἱουδήποτε ὄντος, περί ὅσα ἀσχολεῖται ἡ φιλοσοφία, δέν ἔχει τίποτε τό κακόν διά τήν πίστιν. Ἐπί πλέον οὐδεμία ὠφελιμότης προκύπτει ἐκ τούτου γιά τήν καθαρήν πίστην, διότι καί ἡ ἀστρονομία ἐπίσης δέν εἶναι εἰ μή μία μεθοδική γνῶσις τῶν κτισμάτων. Ἡ σκέψις αὕτη φωτεινή καί σαφής χαράσσει μία γραμμήν ὁροθετικήν μεταξύ τῆς ἐπιστήμης καί τῆς πίστεως καί δεικνύει ὅτι οὐδεμία ἀντίθεσις ὑφίσταται τούτων»[60]. Ὁμοίως καί ὁ Νικηφόρος Γρηγορᾶς (1296-1359 μ.Χ.) καταδίκασε μέ δριμύτητα τίς ἀπόκρυφες ἐπιστῆμες.

Ἀξίζει δέ νά σημειωθεῖ ἡ ἀκόλουθος κρίση τοῦ Βυζαντινολόγου Φ. Κουκουλέ[61]: «Κρίνομεν σκόπιμον νά εἴπωμεν, ὅτι οἱ Βυζαντινοί ἐγνώριζον δύο εἴδη Μαθηματικῶν, τά ἐπιστημονικά, τῶν ὁποίων ἡ διδασκαλία ἐπετρέπετο, ἀφοῦ, ὡς λέγει ὁ Γρηγόριος ὁ Νύσσης δι’ αὐτῶν, “θίγεται πρός ἀρετήν ἡ διάνοια καί διά τοῦ ἀριθμοῦ κατανοεῖται ἡ ἀλήθεια”[62], καί τά ἀπόκρυφα, ἅτινα αὐστηρῶς ἀπηγορεύοντο· ἡ Ἀστρονομία π.χ. ἐφ’ ὅσον ἐξέταζε τίς κινήσεις, τά μεγέθη καί τάς ἀπ’ ἀλλήλων ἀποστάσεις τῶν οὐρανίων σωμάτων διδασκόταν, ὅταν ὅμως κατήντα Ἀστρολογία, ὑποστηρίζουσα ὅτι ἡ τύχη τοῦ ἀνθρώπου ἐξαρτᾶται ἐκ τῶν Ἄστρων, τότε ἐθεωρεῖτο ἀπόβλητος καί κατεδιώκετο. Ὅταν λοιπόν ἀναγινώσκουμεν εἰς διάφορα κείμενα, ὅτι ἀπηγορεύοντο τά Μαθηματικά καί κατεδιώκοντο οἱ Μαθηματικοί, ὧν ζητεῖται ἡ καταστροφή τῶν βιβλίων, δέον νά ἔχουμεν ὑπ’ ὄψιν ὅτι περί τῶν ἀπόκρυφων μόνον μαθηματικῶν καί ἀστρολόγων πρόκειται»[63].

«Ἡ Ἀστρολογία δέν στηρίζεται, γράφει ὁ  JHerrmann[64], οὔτε εἰς ἐπιστημονικάς βάσεις, οὔτε εἰς τήν διαίσθησιν, οὔτε ἔχει ἐπαφήν μέ τήν φύσιν. Ἡ μέθοδος τῶν ἀστρολόγων εἶναι ἀντιφατική καί ἀντιεπιστημονική. Ἀκόμη δέ τά συμπεράσματά των δέν ἐπαληθεύονται εἰς τήν πραγματικότητα. Ὅμως ἔχει καί σήμερον ἀρκετούς ὀπαδούς, τά σχετικά δέ μέ αὐτήν βιβλία καί περιοδικά κυκλοφοροῦν, οὐχί μόνον μεταξύ τῶν μετρίας ἀναπτύξεως ἀνθρώπων, ἀλλά καί τῶν περισσότερον μορφωμένων. Ἀναφέρομεν τό γεγονός, ὅτι εἰς τάς ἐφημερίδας δημοσιεύονται τακτικῶς τά ὡροσκόπια—ἀναφερόμενα εἰς θέματα ἐπιδράσεως τῶν ἄστρων ἐπί τῶν ἀνθρώπινων χαρακτήρων κ.λπ. ἀκόμη τήν ὕπαρξιν συλλόγων καί ἑταιριῶν διά τήν καλλιέργειαν τῶν ἀστρολογικῶν καί ἀπόκρυφων ἐπιστημῶν· τήν πίστιν τοῦ Χίτλερ καί τοῦ καθεστῶτος του εἰς τάς προρρήσεις τῶν περί αὐτόν ἀστρολόγων. Ἀκόμη δέ καί τό γεγονός ὅτι ἑκατομμύρια Ἀμερικανῶν διακινδυνεύουν κατ’ ἔτος τήν σταδιοδρομίαν των καί τήν εὐτυχίαν τῆς οἰκογενείας των, δίδοντες πίστιν εἰς τούς ἀστρολόγους. Μάλιστα ἔχομεν περιπτώσεις, καθ’ ἅς οἰκογένειαι «κανονίζουν τήν τεκνοποιίαν ἀναλόγως τῆς μελλοντικῆς συζυγίας ὡρισμένων πλανητῶν», ὑπάρχουν δέ καί μητέρες προβαίνουσαι εἰς καισαρικήν τομήν, διά νά γεννηθῆ τό τέκνον των τήν ἀκριβή ἡμερομηνίαν, τήν καθορισθεῖσαν ὑπό τοῦ ἀστρολόγου».

Τά γεγονότα αὐτά μαρτυροῦν ἀναμφιβόλως καί τήν βαθύτερη τάση καί τόν πόθο τοῦ ἀνθρώπου, νά ἐξαρτηθεῖ ἀπό κάτι, τό ὁποῖο δέν σχετίζεται μέ τόν τεχνικό πολιτισμό, οὔτε μπορεῖ νά προσφερθεῖ ἀπό αὐτόν. Εἶναι ἕνα ὑποκατάστατο τῆς θρησκείας, στό ὁποῖο καταφεύγει, συνειδητῶς ἤ μή, ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος δέν συνδέεται βαθύτερα μέ τόν Δημιουργό του.

* * * * *

  1. Ἡ Ἀστρολογία κατά τό Κανονικό Δίκαιο.

Μέ τήν πάροδο τῶν αἰώνων διαχωρίζεται ἡ ἔννοια τῆς Ἀστρονομίας, ὡς ἰδιαίτερης ἐπιστήμης, ἡ μελέτη τῆς ὁποίας ἐπιτρέπεται σέ ὅλους καθώς καί σέ Κληρικό[65], ἀπό τῆς Ἀστρολογίας, πού θεωρεῖ ὅτι συνιστᾶ τήν διάπραξη τοῦ κανονικοῦ ἀδικήματος τῆς μαγείας, ἐπειδή περιέχει καθ’ ἑαυτήν ἀπηγορευμένη πράξη, ἤτοι μαντεία.

 Ἔτσι οἱ Ἀστρολόγοι κατατάσσονται κανονικῶς στήν κατηγορία τῶν μάντεων, θεωρούμενοι «οἱ συνεργείᾳ δαιμόνων μαντευόμενοι δι’ ἀστέρων, καί οἷα θεοῖς τοῦτοι προσέχοντες»[66] καί «τύχην, καί εἱμαρμένην, καί γενεθλιαλογίαν καί τοιούτων ρημάτων ὄχλον φωνοῦντες, κατά τούς τῆς πλάνης λήρους, οἱ τό μέν, εἰς ἡμέραν φασί γεννηθῆναι κακοποιόν, τόν δ’ αὖ, εἰς ἀστέρα ἀγαθόν»[67].

Ἀστρολόγοι, ἀσκοῦντες τήν τέχνη νά προλέγουν τά μέλλοντα νά συμβοῦν ἀπό τήν παρατηρήση τῶν Ἀστέρων καί τῆς γνώσεως ἐπιρροῆς καθενός ἀπό αὐτούς, ὑπάρχουν καί σήμερα. Συντάσσουν γιά τό πρόσωπο πού τούς ἐρωτᾶ ἴδιο διάγραμμα μέ σημεία καί σύμβολα, καλούμενο ὡροσκόπιο, ἀπό τό ὁποῖο κατ’ αὐτούς συνάγεται ἡ διάρκεια τῆς ζωῆς τοῦ ἀνθρώπου, ἡ ἱκανότητα, τά προτερήματα καί τά πάθη του, τά μέλλοντα νά συμβοῦν σ’ αὐτόν καί οἱ ἀσθένειές του. Οἱ Ἀστρολόγοι, ἐξαρχῆς καταδικάσθηκαν ἀπό τήν Ἐκκλησία ὡς «συνεργείᾳ δαιμόνων μαντευόμενοι δι’ ἀστέρων» ἀσκοῦντες τέχνην, ἡ ὁποία θεωρεῖται ὡς «ἐκεῖθεν προμάντευσις, καί καθ’ εἱρμόν δῆθεν τῶν οὐράνιων ἐκβαίνουσα καί τό μέλλον γνωρίζουσα, ἥτις οὐδαμοῦ τοῖς Πατράσι ἐκδέδοται, ἅτε τούς ἁπλουστέρους γενέσει τε καί εἱμαρμένη προσέχειν καταναγκάζουσα»[68], ἐν ἀντιθέσει πρός τήν Ἀστρονομία «ἥτις καί τοῖς ἁγίοις συγκεχώρηται, ἅτε τήν τῶν οὐράνιων ἁπάντων διδάσκουσα θέσιν τε καί κίνησιν, καί τήν ἔκτακτον αὖθις αὐτῶν συμπλοκήν καί διάστασιν»[69].

Αὐτός πού ἀσκεῖ τό ἔργο Ἀστρολόγου, ἐπειδή ὑποπίπτει στήν διάπραξη τοῦ κανονικοῦ ἀδικήματος τῆς μαγείας, ἄν μέν εἶναι Κληρικός τιμωρεῖται μέ τήν ποινή τῆς καθαιρέσεως, ἄν δέ εἶναι λαϊκός ἤ Μοναχός, διά μέ τήν ποινή τοῦ παντελοῦς ἀφορισμοῦ ἤ τοῦ ἁπλοῦ ἀφορισμοῦ εἴκοσι ἐτῶν. Αὐτός πού προσφεύγει στούς ἀσκοῦντες ἔργο ἀστρολόγου, ἐπειδή διαπράττει τό ἴδιο κανονικό ἀδίκημα, ἄν εἶναι Κληρικός τιμωρεῖται μέ τήν  ποινή τῆς καθαιρέσεως, ἄν εἶναι Λαϊκός δέ ἤ Μοναχός μέ τήν ποινή τοῦ ἁπλοῦ ἀφορισμοῦ ἡ ὁποία ἐπιμετρᾶτε ἀναλόγως μέ τήν κρίση τοῦ δικάζοντος τό παράπτωμα, ἀπό ἕξ ἕως εἴκοσι ἐτῶν. Σέ περίπτωση δέ ὑποτροπῆς, ἐφ’ ὅσον ἐπιμένει στό ἁμάρτημα, τιμωρεῖται μέ τήν ποινή τοῦ παντελοῦς ἀφορισμοῦ.

Ἡ Ἐκκλησία συμπερασματικῶς κρίνει τήν ποικιλώνυμη μαντεία ὡς εἰδωλολατρεία καί ἀπιστία πού στρέφεται ἐναντίον τῆς ἀγαθότητας, τῆς πανσοφίας, τῆς δικαιοσύνης καί τῆς παντοδυναμίας τοῦ Τριαδικοῦ Θεοῦ. Γι’ αὐτό καί ἐπιβάλλει αὐστηρές ποινές τόσο σέ ἐκείνους πού ἀσκοῦν τήν πολλῶν εἰδῶν μαντεία καί μαγεία, ὅσο καί σέ ἐκείνους πού καταφεύγουν σ’  αὐτούς. Ἐνώπιον ὅλων αὐτῶν τῶν φαινομένων παρακμῆς ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νά ἔχουμε ἐμπιστοσύνη στόν Παντοδύναμο Κυβερνήτη τοῦ σύμπαντος κόσμου, στό χέρι του Ὁποίου εὑρίσκεται ὄχι μόνο τό δικό μας μέλλον ἀλλά οἱ ἐξελίξεις ὁλόκληρου τοῦ ἀνθρώπινου γένους ἕως τῆς συντελείας τῶν αἰώνων. Ὁ Θεός δέν θεᾶται ἀδιαφόρως τά συμβαίνοντα στόν κόσμο, τήν ἱστορία καί τήν οἰκουμένη. Προνοεῖ καί κυβερνᾶ τόν κόσμο. Γι’ αὐτό κι ἐμεῖς, κατά τήν προτροπή τῆς προσευχῆς τῆς Ἐκκλησίας, «ἑαυτούς καί ἀλλήλους καί πᾶσαν τήν ζωήν ἡμῶν Χριστῷ τῷ Θεῷ παραθόμεθα».

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος διαστέλει τόν Κτίστη ἀπό τήν κτίση. Διακηρύσσει τήν ἀλλοίωση, τήν μεταβολή καί τό τέλος τῶν κτισμάτων σέ ἀντίθεση μέ τόν αἰώνιο, ἀναλοίωτο Δημιουργό Θεό.

«Καί σύ κατ’ ἀρχάς, Κύριε, τήν γῆν ἐθεμελίωσας, καί ἔργα τῶν χειρῶν σου εἰσιν οἱ οὐρανοί  αὐτοί ἀπολοῦνται, σύ δέ διαμένεις· καὶ πάντες ὡς ἱμάτιον παλαιωθήσονται, καί ὡσεὶ περιβόλαιον ἑλίξεις αὐτούς, καί ἀλλαγήσονται» (Πρός Ἑβραίους α΄ 10-12).

Δηλαδή «Ἐσύ, Κύριε, ἀρχικά στερέωσες τή γῆ κι ἔργο δικό σου εἶναι οἱ οὐρανοί. Αὐτοί θά ἐξαφανιστοῦν, ἐνῶ ἐσύ παραμένεις. Τά πάντα θά παλιώσουν σάν ροῦχο. Σάν μανδύα θά τούς τυλίξεις, καί θ’ ἀλλάξουν. Ἐσύ ὅμως παραμένεις ὁ ἴδιος, τά χρόνια σου ποτέ δέ θά τελειώσουν».

Ὁ Κύριος προανείγγειλε ὅτι τά οὐράνια σώματα μέ τούς νόμους πού τά διέπουν θά παρέλθουν, ἐνῶ οἱ λόγοι Του πού ἀποτελοῦν τούς πνευματικούς νόμους θά μείνουν ἀναλλοίωτοι αἰωνίως.

« Ὁ οὐρανός καί ἡ γῆ παρελεύσονται, οἱ δέ λόγοι μου οὐ μή παρέλθωσι» (Λουκᾶ κα΄, 33)

Δηλαδή : «Ὁ οὐρανός καί ὁ γῆ θά πάψουν νά ὑπάρχουν, τά λόγιά μου ὅμως ποτέ».

«Εὐθέως δὲ μετὰ τὴν θλῖψιν τῶν ἡμερῶν ἐκείνων ὁ ἥλιος σκοτισθήσεται καὶ ἡ σελήνη οὐ δώσει τὸ φέγγος αὐτῆς, καὶ οἱ ἀστέρες πεσοῦνται ἀπὸ τοῦ οὐρανοῦ, καὶ αἱ δυνάμεις τῶν οὐρανῶν σαλευθήσονται» (Ματθαίου κδ΄, 29).

Δηλαδή : «μέσως στερα πό τά δεινά κείνης τς ποχς,  λιος θά σκοτεινιάσει, καί τό φεγγάρι θά πάψει πιά νά φέγγει, τ’ στρα θά πέσουν πό τόν ορανό, καί ο οράνιες δυνάμεις πού κρατον τήν τάξη το σύμπαντος, θά σαλευτον».

Ὁ ἀπόστολος Πέτρος ἀναφέρεται στόν τρόπο διαλύσεως τοῦ σύμπαντος μέσα σέ μία κοσμική ἀναστάτωση καί πυρκαγιά.

«Ἥξει δὲ ἡ ἡμέρα Κυρίου ὡς κλέπτης ἐν νυκτί, ἐν ᾖ οὐρανοὶ ροιζηδὸν παρελεύσονται, στοιχεῖα δὲ καυσούμενα λυθήσονται, καὶ γῆ καὶ τὰ ἐν αὐτῇ ἔργα κατακαήσεται» (Β΄ Πέτρου γ΄, 10).

Δηλαδή : «Ὡστόσο,  μέρα το Κυρίου θά ρθει πως  κλέφτης τή νύχτα, καί τότε ο ορανοί θά ξαφανιστον μέ τρομερό πάταγο, τά στοιχεα τς φύσης θά διαλυθον στή φωτιά, καί  γπως κι λα σα γιναν πάνω  ατήν, θά κατακαον».

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] Ἐν. Θ.Η.Ε. τ. 1. σελ. 419-421.

[2] Κωτσάκης Δημήτριος : Ἀστρονόμος, καθηγητής στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν. Γεννήθηκε τό 1909 στά Φιλιατρά. Σπούδασε Μαθηματικά στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν καί ἀναγορεύθηκε Διδάκτορας μέ εἰδίκευση στήν Ἀστρονομία. Ἐργάσθηκε στά Ἀστεροσκοπεῖα Ἁμβούργου, Χαϊδελβέργης, Φρειβούργου. Διετέλεσε ἀπό τό 1932 ἕως τό 1936 βοηθός τοῦ ἀστεροσκοπείου Ἀθηνῶν. Τό 1936 τοποθετήθηκε βοηθός τοῦ ἐργαστηρίου ἀστρονομίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἀθηνῶν, τό δέ 1941 ἐπιμελητής αὐτοῦ. Τό 1943 ἐξελέγη ὑφηγητής τῆς ἀστρονομίας στόν Πανεπιστήμιο καί τό Πολυτεχνεῖο. Στό μεταξύ (1938-1939) διετέλεσε καθηγητής στόν Σχολή Ἰκάρων, τό δέ 1940 στήν Σχολή Εὐελπίδων. Καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου ἐξελέγη τήν 3η Αὐγούστου 1965. Ἀπό τά ἔργα του σημειώνουμε : α΄. Ἡ ἀρχή τῆς αἰτιότητας καί ἡ ἐλευθερία τῆς βουλήσεως (1953), β΄. Θεωρία τῶν σφαλμάτων καί μέθοδος ἐλαχίστων τετραγώνων (1953), γ΄. Ὑπάρχει ζωή στούς ἄλλους κόσμους ; (1954).

[3] Εν Θ.Η.Ε. ἐνθ’ ἀνωτέρω.

[4] Ὁ Σάρος (ἤ σάρος, μέ μικρό) στήν Ἀστρονομία εἶναι μία χρονική περίοδος ἴση μέ 223 συνοδικούς μῆνες ἀκριβῶς, δηλαδή 6585,3213 ἡμέρες ἤ 18 ἔτη καί 11 ἡμέρες περίπου. Αὐτή ἡ περίοδος χρησιμεύει ἀπό τήν ἀρχαιότητα γιά τήν πρόβλεψη τῶν ἐκλείψεων Ἡλίου καί Σελήνης. Ἕνα (1) Σάρο μετά ἀπό μία ἔκλειψη, ὁ Ἥλιος,
ἡ Γῆ καί ἡ Σελήνη ἐπανέρχονται σχεδόν στίς ἴδιες σχετικές θέσεις, καί μία σχεδόν ταυτόσημη ἔκλειψη θά συμβεῖ. Εἶναι ὁ λεγόμενος «κύκλος τοῦ Σάρου».

[5] Ἡ Αἰκατερίνη τῶν Μεδίκων (Caterina de’ Medici, Φλωρεντία, 13 Ἀπριλίου 1519 – Μπλουά, 5 Ἰανουαρίου 1589) ἦταν Ἰταλίδα εὐγενής, κόρη τοῦ Λαυρέντιου Β’ τῶν Μεδίκων καί τῆς Μαγδαληνῆς τῆς Ὠβέρνης, καί βασίλισσα της Γαλλίας ἀπό τό 1547 ἕως τό 1559 ὡς σύζυγος τοῦ βασιλιά Ἐρρίκου Β’ τῆς Γαλλίας.

[6] Ὁ Γιοχάνες Κέπλερ, γνωστός παλαιότερα καί μέ τόν ἐξελληνισμένο τύπο Κέπλερος (γερμ. Johannes Kepler, 27 Δεκεμβρίου 1571 – 15 Νοεμβρίου 1630), ἦταν Γερμανός ἀστρονόμος καί καταλυτική φυσιογνωμία στήν ἐπιστημονική ἐπανάσταση τῶν νεότερων χρόνων. Ὑπῆρξε ἐπίσης μαθηματικός καί συγγραφέας, ἐνῶ ἄσκησε κατά καιρούς καί τήν Ἀστρολογία γιά βιοποριστικούς λόγους. Εἶναι περισσότερο γνωστός ὡς ὁ «Νομοθέτης τοῦ οὐρανοῦ» ἀπό τούς φερώνυμους Νόμους πού ἀφοροῦν τήν κίνηση τῶν πλανητῶν γύρω ἀπό τόν Ἥλιο καί περιγράφονται στά ἔργα του Astronomia nova, Harmonices Mundi και Epitome of Copernican. Αὐτά τά ἔργα ἀποτελοῦν θεμελίωση τῆς Θεωρίας τοῦ Νεύτωνα γιά τήν παγκόσμια ἕλξη.

[7] Ἐν Θ.Η.Ε. ἐνθ’ ἀνωτέρω.

[8] Πρβλ. Ἀριθμῶν 22, 24· Ψαλμοῦ 148, 2 ἑξ.

[9] Γενέσεως 2,1.

[10] Ἀμώς 5,8· Γενέσεως 1,14 ἑξ· Ψαλμοῦ 32,6· 135,7 ἑξ.

[11] Βαρούχ 3,33 ἑξ.

[12] Ἰησοῦς τοῦ Ναυή 10, 12 ἑξ· Κριτῶν 5,20.

[13] Γενέσεως 1,15 ἑξ.

[14] Ψαλμοῦ 18,5 ἑξ.

[15] Ἄσμα Ἀσμάτων 6,10

[16] Σοφία Σολομῶντος 7, 18

[17] Ψαλμοῦ 18,2,

[18] Ἰώβ 38,31 ἑξ.

[19] Σοφία Σολομῶντος 13,5.

[20] Γενέσεως 15,5.

[21] Ἀριθμῶν 24,17.

[22] Ἡσαΐου 60,1 ἑξ· Μαλαχίου 3,20.

[23] Δανιήλ 12,3.

[24] Δ΄ Βασιλειῶν 17,16· 213.5. Ἰεζεκιήλ 8,16

[25] Ἱερεμίου 7,18· 5117 ἑξ.

[26] Ἱερεμίου 10,2.

[27] Ἡσαΐου, 47.13.

[28] Δευτερονομίου 4,19· 17,3.

[29] Ὁ Ἰωσίας φέρεται ὡς γιός τοῦ Ἀμώς καί ὑπῆρξε Βασιλιάς τοῦ Ἰούδα ἀπό τοῦ 639 μέχρι 608 π.Χ. ὅπου καί φονεύθηκε στή Μεγιδδώ ἤ Μαγεδδή πολεμώντας κατά τοῦ Βασιλιᾶ τῆς Αἰγύπτου (Φαραώ) Νεχαῶ. Στό θρόνο ἀνῆλθε μόλις σέ ἡλικία 8 ἐτῶν καί ἡ βασιλεία του διακρίθηκε ἀπό τή δρομολόγηση μιᾶς σχολαστικῆς θρησκευτικῆς ἀναμόρφωσης μέσα ἀπό τό πλῆθος καί τήν ἔκταση τῶν μεταρρυθμίσεων τίς ὁποῖες καί ἐφάρμοσε ὡς Ἡγεμόνας ὅταν ἐνηλικιώθηκε.

[30] Δ΄ Βασιλειῶν κγ΄, 4 ἑξ. 11.

[31] Ὁ Ἱερεμίας εἶναι ἕνας ἀπό τούς μεγάλους προφῆτες τῶν Ἰουδαίων καί τῶν Χριστιανῶν. Γεννήθηκε κοντά στήν Ἰερουσαλήμ, στήν Ἀναθώθ, καί καταγόταν ἀπό εὔπορη ἱερατική οἰκογένεια. Κλήθηκε στό προφητικό ἀξίωμα τό 627 π.Χ.. Ὡς προφήτης ἔδρασε κυρίως στήν Ἱερουσαλήμ ὅπου καί προφήτευσε τά ἐπερχόμενα δεινά τοῦ Βασιλείου τοῦ Ἰούδα πού τελοῦσε ὑπό διαρκῆ ἀπειλή τόσο τῆς Αἰγύπτου ὅσο καί τῶν Βαβυλωνίων, ὅπου καί ζητοῦσε ἀπό τόν λαό τή διατήρηση τῆς πίστης πρός τόν Θεό καί τήν εἰλικρινή μετάνοιά του. Οἱ προφητεῖες του ὅμως αὐτές προκάλεσαν τό ἐναντίον του μῖσος ἀπό τούς ἄρχοντες τῶν Ἰουδαίων, ὅπου καί τόν φυλάκισαν μέχρι πού ἀπελευθερώθηκε ἀπό τούς Αἰγυπτίους μετά τήν ὑπ’ αὐτῶν καταστροφή τῆς Ἱερουσαλήμ.

[32] Ἱερεμίου 8.1 ἑξ.

[33] Βλ. Ἰώβ 3 1.26 ἑξ.

[34] Σοφία Σολομῶντος 13,1-5.

[35] Κολοσσαεῖς 2.8.15-18· Γαλάτας 4,3.

[36] Ματθαίου 2,2.

[37] Ἀποκαλύψεως 2.28· 22,16.

[38] Β΄ Πέτρου 1.19.

[39] Λουκᾶ 1,78 ἑξ.

[40] Ματθαίου 24,29 πρλ· Ἡσαΐου 13.9 ἑξ· 34,4· Ἰωήλ 4,15.

[41] Ματθαίου 27,45.

[42] Ἀποκαλύψεως 21,23.

[43] Λευϊτικόν κεφ. 19· Δευτερονόμιον κεφ. 18· Ἔξοδος κεφ. 23).

[44] Ματθαίου δ΄ 1-11.

[45] Πράξεων η΄ 18-24.

[46] Πράξεων ιστ΄ 16-40.

[47] Πράξεων ιθ΄ 13-20.

[48] Πράξεων ιγ΄ 8-12.

[49] Βλ. Γ.Α. Ράλλη –Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καί Ἱερῶν Κανόνων, τ. Γ΄. σ. 203

[50] Διδαχή τῶν Δώδεκα Ἀποστόλων, IΙ, ΒΕΠΕΣ τ. 2, σ. 216.

[51] Βλ. Μεγάλου Βασιλείου, Ὁμιλίαι εἰς τήν Ἑξαήμερον, (Α΄), ΒΕΠΕΣ 51, σ. 187. PG 29, 9 C.

[52] Μεγάλου Βασιλείου, Ὁμιλίαι εἰς τήν Ἑξαήμερον, (ΣΤ), ΒΕΠΕΣ 51, σ. 236. PG 29, 133BC

[53] Μεγάλου Βασιλείου, Ὁμιλίαι εἰς τήν Ἑξαήμερον, (ΣΤ), ΒΕΠΕΣ 51, 239-240. ΕΠΕ τ. 4, 236-240. PG 29, 133BC.

[54] PG 45, 145 κ. ἑξ.

[55] PG 103, στ. 827-877.

[56] Διοδώρου  Ταρσοῦ,  Κατά Εἱμαρμένης, στό Φωτίου Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως, Μυριόβιβλος ἤ Βιβλιοθήκη (ΣΚΓ΄) PG 103, 869 A. Ὁ Διόδωρος Ταρσοῦ ἦταν ἐπιφανής Ἀντιοχειανός ἑρμηνευτικός κυρίως θεολόγος, τοῦ Δ΄ αἰῶνος, κάτοχος τῆς θύραθεν παιδείας καί δή τῆς Ἑλληνικῆς, γνώστης τῆς φυσικῆς καί τῆς ἀστρονομίας, στῦλος τῆς Ὀρθοδοξίας καί ὁ ἀντιπροσωπευτικότερος ἐκπρόσωπος τῆς Ἀντιοχειανῆς Σχολῆς.

[57] Εἰς τό «Κύριε, οὐχί τοῦ ἀνθρώπου ἡ ὁδός αὐτοῦ» ΕΠΕ 8Α, 476-478. PG 56, 155-156. A΄ Πρός Τιμόθεον Α΄. ΕΠΕ 23, 134-138. PG 62, 507-510. Εἰς τό «Ἔχοντες τό αὐτό Πνεῦμα…» Α΄ ΕΠΕ 27, 308-310. PG 51, 280. Περί τελείας ἀγάπης, ΕΠΕ 31, 342-348. PG 56, 282-283. Εἰς τόν ναόν τοῦ Ἁγίου Παύλου, ΕΠΕ 33, 320-326. PG 63, 509-510. Περί εἱμαρμένης καί προνοίας, Β΄. ΕΠΕ 34, 560-562. PG 50, 755. Περί εἱμαρμένης καί προνοίας, Β΄. ΕΠΕ 34, 562-566. PG 50, 756. Περί εἱμαρμένης καί προνοίας, Β΄. ΕΠΕ 34, 566-568. PG 50, 755-756. Περί εἱμαρμένης καί προνοίας, Γ΄. ΕΠΕ 34, 574. PG 50, 757-758. Περί εἱμαρμένης καί προνοίας, Γ΄, ΕΠΕ 34, 574-576. PG 50, 759. Περί εἱμαρμένης καί προνοίας, Γ΄, ΕΠΕ 34, 578. PG 50, 759-760. Περί εἱμαρμένης καί προνοίας, Δ΄. ΕΠΕ 34, 582-584. PG 50, 762-764. Περί εἱμαρμένης καί προνοίας, Δ΄. ΕΠΕ 34, 590-592. PG 50, 763. Περί εἱμαρμένης καί προνοίας, Ε΄. ΕΠΕ 34, 600. PG 50, 765. Περί εἱμαρμένης καί προνοίας, Δ΄. ΕΠΕ 34, 602. PG 50, 765-766. Περί εἱμαρμένης καί προνοίας, Δ΄. ΕΠΕ 34, 604-606. PG 50, 767-768. Περί εἱμαρμένης καί προνοίας, Δ΄. ΕΠΕ 34, 606-608. PG 50, 767-768. Περί εἱμαρμένης καί προνοίας, Δ΄. ΕΠΕ 34, 608-610. PG 50, 768. Περί εἱμαρμένης καί προνοίας, ΣΤ΄. ΕΠΕ 34, 614-628. PG 50, 769-774.

[58] Βλ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, Κείμενο- Μετάφραση- Εἰσαγωγή- Σχόλια Νίκου Ματσούκα, ἐκδ. Π. Πουρναρᾶ, Θεσσαλονίκη 1983,  σσ. 124-126 (κεφάλαιον 21). PG 94, 892D-893B.

[59] Βλ. Ἰωάννου Δαμασκηνοῦ, Ἔκδοσις Ἀκριβής τῆς Ὀρθοδόξου Πίστεως, ὅπου παραπ.

[60] B. Tatakis, La philosophie Byzantine, Paris 1949, σελ. 253-254. Ὁ Βασίλειος Τατάκης ὑπῆρξε ἐπιφανής ἀκαδημαϊκός διδάσκαλος τῆς Φιλοσοφίας, καθηγητής τοῦ Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Γεννήθηκε στήν Ἄνδρο τό 1896 καί πέθανε στήν Ἀθήνα τό 1986. Σπούδασε Φιλολογία καί Φιλοσοφία στά Πανεπιστήμια τῶν Ἀθηνῶν καί τῆς Σορβόννης. Εἶναι ἀπό τούς κορυφαίους σύγχρονους ἐρευνητές καί μύστες τῆς Θεολογικῆς καί Φιλοσοφικῆς σκέψεως στόν χῶρο τοῦ ἀνατολικοῦ Χριστιανισμοῦ.

[61] Ὁ Φαίδων Κουκουλές (1881-15 Ἰανουαρίου 1956) ἦταν Ἕλληνας βυζαντινολόγος καί μέλος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν. Γεννήθηκε στήν Ἑρμούπολη τῆς Σύρου. Σπούδασε στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν στή Φιλοσοφική Σχολή (1900-1904), τῆς ὁποίας ἀναγορεύθηκε διδάκτορας τό 1907. Ἀκολούθως ὑπηρέτησε ὡς σχολάρχης στήν Κωνσταντινούπολη καί στή Βαμβακοῦ τῆς Λακωνίας (1904-1907), γιά νά ἀναχωρήσει γιά τό Μόναχο καί τήν Ἰένα, ὅπου εἰδικεύτηκε στή γλωσσολογία τή βυζαντινολογία, παπυρολογία καί κλασική φιλολογία, (1907-1911), κοντά σέ καταξιωμένους καθηγητές καί ἐρευνητές. Τό 1926 διορίστηκε καθηγητής τοῦ Πανεπιστήμιου Θεσσαλονίκης, ὅπου ὅμως δέν δίδαξε. Τό 1931 διορίστηκε καθηγητής δημοσίου καί ἰδιωτικοῦ βίου τῶν βυζαντινῶν στό Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, θέση στήν ὁποία παρέμεινε μέχρι τό 1951. Τό ἴδιο ἔτος μέ τήν συνταξιοδότησή του ἐξελέγη καί μέλος τῆς Ἀκαδημίας Ἀθηνῶν. Τό ἐρευνητικό καί συγγραφικό του ἔργο προσδιορίστηκε ἀπό τήν προσπάθεια νά καταδειχθεῖ ἡ πολιτισμική συνέχεια τοῦ ἑλληνικού λαοῦ. Συνολικά τό συγγραφικό καί ἐρευνητικό του ἔργο ἀριθμεῖ περί τούς 235 τίτλους.

[62] Βλ. ΡG 46, 181.

[63] Φ. Κουκουλέ, Βυζαντινός βίος καί πολιτισμός, ΑΙ, σ. 125, Ἀθῆναι 1946.

[64] Βλ. J. Herrmann, Das falsche Weltbild, Stutgart, 1962, σ. 76. Ὁ Joachim Herrmann γεννήθηκε τήν 19η Ἀπριλίου 1931 στό Tubingen. Εἶναι κορυφαῖος γερμανός Ἀστρονόμος καί συγγραφέας πολλῶν ἐπιστημονικῶν ἔργων Ἀστρονομίας καί τῆς ἔρευνας τοῦ Διαστήματος. Διετέλεσε γιά πολλά χρόνια ἐπικεφαλής τῆς Βεστφαλικοῦ Δημοσίου Παρατηρητηρίου. Ἔχει σπουδάσει ἀστρονομία, μαθηματικά καί φυσική στήν Χαϊδελβέργη καί τό Μόναχο. Ὁ Joachim Herrmann ἔγινε γνωστός γιά τά βιβλία καί τά ἄρθρα του πού ἐκδόθηκαν ἐκτός τῆς Γερμανίας καί πραγματοποίησε πολυάριθμες διαλέξεις σέ ὅλη τή χώρα. Ἀπό τή δεκαετία τοῦ 1970 μέχρι τό 1995 διετέλεσε τακτικός ἀστρονομικός συνεργάτης τοῦ περιοδικοῦ Cosmos μέ πολλές δημοσιεύσεις καί σέ πολλά ἄλλα περιοδικά καί ἐφημερίδες. Εἶναι ἕνας ἀπό τούς πιό εὑρέως διαβασμένους συγγραφεῖς ἐπιστημονικῶν βιβλίων ἀστρονομίας. Ἀπό τό 1957 ἕως τό 1966 ἐπιμελήθηκε καί τό ἐνημερωτικό δελτίο τοῦ Συλλόγου Ἐρασιτεχνῶν Ἀστρονόμων.

[65] Ἀναφέρουμε ὡς παράδειγμα τόν Χρύσανθο Νοταρᾶ, Πατριάρχη Ἱεροσολύμων. Ὑπῆρξε διαπρεπής Ἱεράρχης καί ἀστρονόμος. Γεννήθηκε τό ἔτος 1663 στήν Ἀράχωβα Ἀχαΐας σημερινή Ἐξονή καί κοιμήθηκε τό ἔτος 1731.  Ὑπῆρξε πολυγραφώτατος σέ συγγράμματα γεωγραφικοῦ, ἱστορικοῦ, μαθηματικοῦ καί κυρίως ἐκκλησιαστικοῦ περιεχομένου. Μεταξύ αὐτῶν ἀναφέρουμε ἐνδεικτικά τά ἑξῆς: «Εἰσαγωγή εἰς Γεωγραφικά καί Σφαιρικά», «Ἱστορία καί περιγραφή τῆς Ἁγίας Γῆς καί Ἁγίας Πόλεως Ἱερουσαλήμ», «Πίναξ Γεωγραφικός τῆς τε πάλαι καί νέας ἁπάσης ἐγνωσμένης Γῆς», «Ἑρμηνεία καί καταγραφή τοῦ τεταρτημορίου τῆς σφαίρας». Πρβλ. Μητροπολίτου Καισαριανῆς, Βύρωνος καί Ὑμηττοῦ Δανιήλ, Προέδρου τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Παρακολουθήσεως Εὐρωπαϊκῶν Θεμάτων στό : Ἡ συμβολή τῶν Ἑλλήνων Κληρικῶν στόν Ἑλληνικό Διαφωτισμό καί στήν Ἀναγέννηση τῶν Θετικῶν Ἐπιστημῶν, Πρακτικά Ἡμερίδος ὑπό τῆς Εἰδικῆς Συνοδικῆς Ἐπιτροπῆς Παρακολουθήσεως Εὐρωπαϊκῶν Θεμάτων (Πεντέλη, 5 Νοεμβρίου 2009) ἔκδ. Ἱερᾶς Συνόδου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, Ἀθῆναι 2011, σ. 25.

[66] Βλ. Ματθαίου Βλαστάρη, Σύνταγμα, Μ΄, α΄. στό Γ.Α. Ράλλη –Μ. Ποτλῆ, Σύνταγμα τῶν θείων καί  Ἱερῶν Κανόνων, τ. ΣΤ΄. σ. 359.

[67] Ἔνθ’ ἀνωτέρω, σ. 356.

[68] Ἔνθ’ ἀνωτέρω, σ. 359.

[69] Ἔνθ’ ἀνωτέρω, σσ. 358-359.

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.