Την Κυριακή του Τυφλού, 17 Μαΐου 2026, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Τιμόθεος χοροστάτησε στην ακολουθία του Όρθρου και τέλεσε τη Θεία Λειτουργία στον Ιερό Ναό Αγίου Αθανασίου Τ.Κ. Μάρκου.
Κατά το θείο κήρυγμά του, ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε στη χαρά της Αναστάσεως του Κυρίου, την οποία συνεχίζει να βιώνει η Εκκλησία κατά την πασχάλια αυτή περίοδο, υπογραμμίζοντας πως ο Αναστημένος Χριστός πρέπει να πλημμυρίζει τις ψυχές, τις καρδιές και τη ζωή των πιστών. Τόνισε ότι η Εκκλησία καλεί όλους να ζουν αυτήν την ουράνια πραγματικότητα της Αναστάσεως, όχι ως μια ανάμνηση, αλλά ως διαρκή παρουσία του Θεού μέσα στη ζωή τους.
Αφορμή για την ομιλία του αποτέλεσε το Αποστολικό Ανάγνωσμα από το βιβλίο των Πράξεων των Αποστόλων, το οποίο αναφέρεται στην παρουσία και τη δράση του Αποστόλου Παύλου και του Σίλα στους Φιλίππους. Ο Σεβασμιώτατος στάθηκε ιδιαίτερα στο όραμα του Αποστόλου Παύλου στην Τρωάδα, όταν ένας Μακεδόνας τον κάλεσε λέγοντας «διαβάς βοήθησον ημίν», γεγονός που οδήγησε τον Απόστολο στην πρώτη διάδοση του Ευαγγελίου στον ελλαδικό χώρο, περνώντας από τη Θάσο και τη Νεάπολη, τη σημερινή Καβάλα.
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στη δαιμονισμένη γυναίκα, η οποία ακολουθούσε τους Αποστόλους και προφήτευε, προσφέροντας οικονομικό κέρδος σε όσους την εκμεταλλεύονταν. Συνέδεσε το γεγονός αυτό με τη σύγχρονη τάση πολλών ανθρώπων να καταφεύγουν σε μάγους, χαρτορίχτρες και διάφορες πλάνες, αντί να αναζητούν τη ζωή της Εκκλησίας, την προσευχή και την αποκάλυψη του Θεού μέσα στην καρδιά τους. Υπογράμμισε ότι ο άνθρωπος πολλές φορές, μέσα στην απιστία και τη φιλαυτία του, επιδιώκει να ελέγξει το μέλλον του, απομακρυνόμενος από την εμπιστοσύνη στον Θεό.
Ο Απόστολος Παύλος, με τη δύναμη του ονόματος του Ιησού Χριστού, απελευθέρωσε τη γυναίκα από το δαιμόνιο, προκαλώντας την οργή εκείνων που την εκμεταλλεύονταν. Έτσι, ο Παύλος και ο Σίλας συνελήφθησαν, ραβδίστηκαν και φυλακίστηκαν στο πιο βαθύ μέρος της φυλακής, δεμένοι στο ξύλο και υπομένοντας μεγάλη σωματική ταλαιπωρία.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στη στάση των δύο Αποστόλων μέσα στη δοκιμασία. Αντί να απελπιστούν ή να γογγύσουν, ύμνησαν και δοξολόγησαν τον Θεό, βρίσκοντας δύναμη και χαρά μέσα στα παθήματά τους, ακολουθώντας το παράδειγμα του Εσταυρωμένου Χριστού. Όπως σημείωσε, η αληθινή πίστη αποκαλύπτεται όταν ο άνθρωπος παραμένει σταθερός και δοξολογεί τον Θεό ακόμη και όταν όλα γύρω του κλονίζονται.
Περιέγραψε ακόμη το θαύμα που συνέβη στη φυλακή, όταν ισχυρός σεισμός έλυσε τα δεσμά των Αποστόλων και άνοιξε τις πόρτες της φυλακής. Τότε ο δεσμοφύλακας, φοβούμενος την τιμωρία, επιχείρησε να δώσει τέλος στη ζωή του, όμως ο Απόστολος Παύλος τον σταμάτησε, διαβεβαιώνοντάς τον ότι όλοι οι φυλακισμένοι παρέμεναν εκεί. Συγκλονισμένος από το γεγονός, ο δεσμοφύλακας ρώτησε τι πρέπει να κάνει για να σωθεί, λαμβάνοντας την απάντηση: «Πίστευσον επί τον Κύριον Ιησούν Χριστόν και σωθήση συ και ο οίκος σου».
Ο Ποιμενάρχης μας υπογράμμισε ότι η κλήση του Θεού προς σωτηρία δεν περιορίζεται μόνο στους ιερούς ναούς, αλλά μπορεί να φανερωθεί σε κάθε τόπο και σε κάθε στιγμή της ζωής του ανθρώπου, όταν εκείνος είναι ανοιχτός στην παρουσία του Αναστημένου Χριστού. Παράλληλα, συνέδεσε τη μεταστροφή του δεσμοφύλακα με την ομολογία του Εκατοντάρχου κάτω από τον Σταυρό του Κυρίου, τονίζοντας πως ο Θεός αποκαλύπτεται μέσα από τα γεγονότα και τα θαύματα της ζωής.
Ολοκληρώνοντας το κήρυγμά του, ο Σεβασμιώτατος επεσήμανε ότι τα ιερά αναγνώσματα της Εκκλησίας τοποθετούνται μέσα στη λατρευτική ζωή για να διδάσκουν, να προετοιμάζουν και να οδηγούν τους πιστούς στην πνευματική ωρίμανση και στη βίωση του Αναστημένου Χριστού μέσα στην καρδιά τους. Κάλεσε όλους να αγωνίζονται με πίστη, υπομονή και δοξολογία προς τον Θεό, ώστε να πορεύονται προς τη σωτηρία και την πνευματική ανύψωση.
Προ της απολύσεως, εξέφρασε με ιδιαίτερη συγκίνηση την αγάπη και τον σεβασμό του προς τον π. Θανάση, αναφερόμενος στην πολυετή και ευλογημένη διακονία του στον τόπο αυτό. Τόνισε πως επί πολλά χρόνια αγωνίσθηκε με θυσιαστικό πνεύμα για την ενορία, κοπίασε και υπηρέτησε τον λαό του Θεού με αφοσίωση, αποτελώντας πρόσωπο αγαπητό και σεβαστό από όλους. Ευχήθηκε δε ο Θεός να του χαρίζει υγεία, δύναμη και πολλά ακόμη χρόνια ζωής.
Παράλληλα, ευχαρίστησε θερμά και τον π. Στέφανο για τη διακονία και την παρουσία του κατά το προηγούμενο χρονικό διάστημα στην ενορία, επισημαίνοντας την καλή διάθεση, την προσπάθεια και τον αγώνα που κατέβαλε, προκειμένου να υπηρετήσει τόσο το εκκλησίασμα όσο και τις ανάγκες της ενοριακής ζωής με υπευθυνότητα και αγάπη.
Στη συνέχεια, ανακοίνωσε και εγκατέστησε επισήμως τον νέο εφημέριο της ενορίας, π. Δημήτριο, κάνοντας λόγο για έναν νέο κληρικό με γνώσεις, ήθος και εκκλησιαστική πορεία κοντά στην τοπική Εκκλησία επί σειρά ετών, γεγονός που τον καθιστά ήδη γνωστό και αγαπητό σε πολλούς από τους παρευρισκομένους. Εξέφρασε την ελπίδα και τη βεβαιότητα ότι θα συνεχίσει με συνέπεια το έργο των προκατόχων του και θα υπηρετήσει το έργο του Χριστού και της Εκκλησίας με ταπείνωση, ευπρέπεια και αξιοπρέπεια, διακονώντας με αγάπη τον λαό του Θεού.
Απευθυνόμενος τέλος προς το εκκλησίασμα, κάλεσε όλους να σταθούν δίπλα στον νέο εφημέριο με σεβασμό, αγάπη και πνεύμα συνεργασίας, να τον περιβάλλουν με εμπιστοσύνη και να τον ενισχύουν στην άσκηση των ποιμαντικών και εφημεριακών του καθηκόντων. Υπογράμμισε ότι μόνο μέσα από την ενότητα, τη συνεργασία και την κοινή προσπάθεια κληρικών και λαϊκών μπορεί να υπάρξει ουσιαστική πνευματική πρόοδος και να συνεχίσει η ενορία να αποτελεί ζωντανή μαρτυρία πίστεως και χριστιανικής ζωής στην τοπική κοινωνία.






































