Τό πρωΐ τῆς Κυριακῆς, 10 Μαΐου, ὁ Ὄρθρος ἄρχισε στίς 7. Στόν Ὄρθρο χοροστάτησε ὁ Σεβασμ. Μητροπολίτης Σταγῶν καί Μετεώρων κ. Θεόκλητος, ὁ ὁποῖος καί προέστη τῆς πολυαρχιερατικῆς θείας Λειτουργίας πού ἀκολούθησε.
Στό κήρυγμά του ὁ Σεβασμ. Σταγῶν ἄρχισε λέγοντας ὅτι στό ἐπίκεντρο τῆς σημερινῆς εὐαγγελικῆς περικοπῆς βρίσκεται ὁ ἄνθρωπος πού μέσα στήν κατρακύλα του, μέσα στήν πτώση καί μέσα στόν βόρβορο πού ἔχει πέσει, ἐάν συνεργαστεῖ μέ τόν Θεό, μπορεῖ νά φτάσει στά ὑψηλότερα ἐπίπεδα. Ἔτσι, λοιπόν, ὁ Θεός ἔσπασε ὅλα τά στερεότυπα τῆς ἐποχῆς καί μίλησε μέ μία γυναίκα, διότι οἱ Ραββίνοι τότε καί σήμερα, ὅπως καί οἱ μουσουλμάνοι ἀπαγορεύουν νά συνδιαλέγεσαι, να μιλᾶς μέ μία γυναίκα στή μέση τοῦ δρόμου. Μάλιστα δέ ὅταν αὐτή ἡ γυναίκα, ἡ Σαμαρείτιδα ἦταν αἱρετική, δεν ἦταν ὅπως ἦταν οἱ ἄλλοι Ἰσραηλίτες. Ἀλλά καί πέρα ἀπό αὐτό ἦταν μία γυναίκα πού εἶχε ἔκλυτη ζωή, ἤθη χαλαρά και πέντε ἄνδρες, ἐκ τῶν ὁποίων μέ κανένα δέν ἔμεινε μαζί καί αὐτόν πού τώρα εἶχε συζοῦσε χωρίς νά εἶναι παντρεμένη. Ὁ Κύριος τά γνώριζε αὐτά, παρόλα αὐτά σπάει τά στερεότυπα καί μόνος Του μίλησε μέ αὐτή τή γυναίκα, τῆς ὁποίας ἀκόμη δέν γνωρίζουμε τό ὄνομά της, πρίν τήν ὀνομάσουν Φωτεινή.
Σκηνοθέτησε ὁ Κύριος ὅλο αὐτό πού ἀκούσαμε στήν εὐαγγελική περικοπή. Περπατοῦσε ἀπό τήν Ἰουδαία γιά νά φθάσει στή Σαμάρεια. Ἔφθασε στή Σαμάρεια καί ἀπό κει στήν πόλη τῆς Σιχέμ ἤ Σιχάρ. Ἐκεῖ ἐπέλεξε ὁ Χριστός νά ξεκουραστεῖ μέσα ἀπό τόν σκληρό καί ἀπάνθρωπο καί ἀνηλεῆ ἤλιο τῆς Μέσης Ἀνατολῆς, τοῦ καλοκαιριοῦ, κουρασμένος «κεκοπιακώς», ὅπως λέει ἀπό τήν ὁδοιπορία, σταμάτησε σέ ἕνα πηγάδι γιά νά ξεκουραστεῖ. Στό χεῖλος, στό στόμιο αὐτό καί περίμενε «ὡς σκύμνος οἰκῶν ἐν ἀποκρύφοις», σάν ἕνα μικρό λιονταράκι πού περιμένει νά ἁρπάξει τό θύραμά του. Ἐπάνω στό χεῖλος τοῦ πηγαδιοῦ περίμενε ἐκείνη πού εἶχε κανονίσει μέσα στό σχέδιό Του. Τό στόμιο αὐτό, τά μάρμαρα δηλαδή αὐτά ὑπάρχουν καί βρίσκονται τά μέν μισά στό ὑπέρθυρο τῆς Ἁγίας Σοφίας Κωνστραντινουπόλεως καί τά ἄλλα μισά εἶναι ἡ Ἁγία Τράπεζα τοῦ Ναοῦ τῶν ἁγίων Σεργίου καί Βάκχου στήν Κωνσταντινούπολη.
Ἦρθε λοιπόν μία γυναίκα γιά νά ἁντλήσει ὕδωρ ἀπό τό πηγάδι. Καί τότε ἀρχίζει ὁ Κύριος νά ταπεινώνεται καί νά ἐξευτελίζεται μπροστά της λέγοντας: «Διψῶ». Ἤθελε νά Τοῦ δώσει νερό, καθώς τό πηγάδι ἦταν βαθύ καί δέν εἶχε μέ τί νά τό ἁντλήσει. Σκέφτηκε ὁ Κύριος αὐτό τό τέχνασμα γιατί, ὅπως λέει ὁ ἅγιος Γρηγόριος ὁ Παλαμᾶς, «ὡς ὄσμήν εὐωδίας», σάν μία ὄμορφη μυρωδιά τό μυαλό τῆς Σαμαρείτιδας, ἡ καρδιά της ἔψαχνε νά βρεῖ τήν Ἀλήθεια, τή σωστή ζωή, καί μάλιστα Τόν εἵλκυσε αὐτή ἡ πνευματική μυρωδιά καί ἔφτασε ὁ Κύριος νά μιλάει μέ μία γυναίκα ἀλλοεθνῆ, μέ μία γυναίκα χωρίς σωστή ζωή, γιά νά μᾶς δείξει ὅτι ὅσοι εἶναι κάτω ἀπό τόν Χριστό, εἶναι ὅλοι ἴσοι. Γιά νά ἔρθει ἀργότερα ὁ Παῦλος καί νά πεῖ: «Οὐκ ἔνι Ἕλλην καὶ Ἰουδαῖος, περιτομὴ καὶ ἀκροβυστία, βάρβαρος, Σκύθης, δοῦλος, ἐλεύθερος, ἀλλὰ τὰ πάντα καὶ ἐν πᾶσι Χριστός» (Κολοσ. 3, 11). Εἴμαστε ὅλοι τό ἴδιο, ἀρκεῖ νά εἴμαστε βαπτισμένοι Χριστιανοί. Δέν ὑπάρχουν Ἕλληνες, δέν ὑπάρχουν Ἰουδαῖοι, Ρῶσοι, Ρουμάνοι, δέν ὑπάρχει κανένας. Δέν ὑπάρχει καμία γλώσσα πού νά ἀγαπᾶ ὁ Χριστός, ἀλλά ὅλοι εἴμαστε ἴσοι καί ἀδέρφια. Αὐτή τήν ὑψηλή ἀλήθεια τήν εἶπε ὁ Θεός μέ τή Σαμαρείτιδα καί ὅταν ἄρχισε ἡ Σαμαρείτιδα νά ἀνοίγει τό μυαλό της καί νά καταλαβαίνει περισσότερα, τότε τῆς μίλησε ὁ Χριστός σάν τόν Ἴδιο τόν Θεό καί τῆς λέει πώς Ἐγώ εἶμαι ὁ Μεσσίας, καί Ἐγώ θά σοῦ πῶ πώς νά λατρεύσετε τόν Θεό, γιατί εἶμαι Ἐγώ ὁ Θεός. Τῆς εἶπε τόν τρόπο καί τόν τόπο. Παράλληλα, τήν ἔλεγξε γιά τούς πέντε ἄνδρες, χωρίς νά τήν κατακρίνει. Ἐγώ ἁπλῶς σοῦ τό λέω, χωρίς νά σέ μαλώνω ἀλλά σοῦ ἀναφέρω αὐτά πού ἔχεις κάνει γιά νά τά διορθώσεις. Δέν πρέπει νά ἐλέγχουμε τούς ἀνθρώπους, γιατί μετά μένει ἡ ἐνοχή μέσα τους.
Αὐτές τίς ἀλήθειες ἀποκάλυψε στήν τελευταία γυναίκα τοῦ χωριοῦ, πού δέν μποροῦσε νά βγεῖ ἔξω γιατί ἦταν δακτυλοδεικτούμενη καί παρόλα αὐτά τῆς ἀποκαλύφθηκε, γιατί πάνω ἀπό ὅλα ὑπάρχει ἡ συγχώρεση καί ἡ ἀγάπη. Καί ἔτσι ὅπως ἀνέχεται ὁ Θεός τούς ἀνθρώπους, ἔτσι πρέπει νά τούς ἀνεχόμαστε κι ἐμεῖς καί νά ἐργαζόμαστε γιά τή σωτηρία τους.
Στό τέλος, εὐχήθηκε χρόνια πολλά καί εὐλογημένα καί μέ τίς εὐχές τοῦ σεπτοῦ ποιμενάρχου τῆς Νέας Σμύρνης νά ἑορτάζουμε γιά πολλά-πολλά χρόνια τήν ἁγία Φωτεινή καί νά ἔχουμε τίς εὐχές τῶν προγόνων μας πού ἦρθαν ἀπό ἐκεῖνα τά ἁγιασμένα μέρη.















































