Ὁ Ὄρθρος καὶ ἡ θεία Λειτουργία ἁγίασαν τὸ ξεκίνημα τῆς 6ης ἡμέρας τῶν ΥΠΑΠΑΝΤΙΩΝ. Στὶς 12:00 τὸ μεσημέρι ἐψάλη Ἱερὰ Παράκληση στὸν Ἅγιο Φώτιο Τὸν Μέγα, Πατριάρχη Κων/πόλεως, τοῦ ὁποίου τὴν μνήμη τιμᾶ σήμερα ἡ Ἐκκλησία μας. Στὶς 5:00 μ.μ. ἔγινε τὸ ἑβδομαδιαῖο Λειτουργικὸ Σεμινάριο μὲ τὸν π. Θεμιστοκλῆ Χριστοδούλου μὲ θέμα: «Οἱ ἱεροὶ Κανόνες καὶ ἡ θεία Λατρεία». Στὶς 6:00 μ.μ. ἔγινε ὁ Ἑσπερινὸς καὶ ἀκολούθησε τὸ Μικρὸ Ἀπόδειπνο μετὰ Χαιρετισμῶν στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ ἡ Μονολόγιστη Εὐχή.
Στὶς 7:30 μ.μ. στὴν σύναξη τῶν νέων μίλησε ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμανδρίτης π. Νεκτάριος Πέττας μὲ θέμα: «Ὁ Ἅγιος Χριστόφορος ὁ Παπουλᾶκος».
Προλογίζοντας τὴν ὁμιλία ὁ Προϊστάμενος τοῦ Ναοῦ, Αἰδεσιμολογιώτατος Πρωτ. π. Θεμιστοκλῆς Χριστοδούλου, ἐξέφρασε τὴν χαρά του, διότι στὸ πλαίσιο τῶν 3ων ΥΠΑΠΑΝΤΙΩΝ καὶ μὲ τὶς εὐλογίες τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ.κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ τοῦ Β΄ καὶ τὶς εὐχὲς τοῦ Σεβασμιωτάτου Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως κ. Νικηφόρου ἡ ἐνορία ὑποδέχεται τὸν Πανοσιολογιώτατο Ἀρχιμανδρίτη π. Νεκτάριο Πέττα, τὸν ὁποῖο παρουσίασε στὸ ἀκροατήριο. Εἰδικώτερα ἀνέφερε ὅτι ὁ π. Νεκτάριος εἶναι γόνος ἱερατικῆς οἰκογένειας. Πατέρας του ἦταν ὁ π. Νικόλαος Πέττας, μὲ τὴν προτροπὴ τοῦ ὁποἰου ἀγόρασε τὸ σπίτι καὶ τὰ κτήματα τοῦ Ἁγίου Χριστοφόρου Παπουλάκου. Ὁ π. Νεκτάριος διέπρεψε στὸν χῶρο τῆς ἐπιστημονικῆς μελέτης καὶ δράσης μὲ καθοδηγητὴ τὸν καθηγητὴ τῆς Βυζαντινῆς Ἀρχαιολογίας τοῦ Πανεπιστημίου Ἰωαννίνων, τὸν μακαριστὸ Ἀθανάσιο Παλιούρα.
Εὐχαριστώντας ἐκ μέρους ὅλων τὸν π. Νεκτάριο γιὰ τὴν παρουσία του, τοῦ παραχώρησε τὸ βῆμα.
Ὁ π. Νεκτάριος εὐχαρίστησε τὸν Μακαριώτατο Ἀρχιεπίσκοπο Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ.κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟ τὸν Β΄ καὶ τὸν Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Γόρτυνος καὶ Μεγαλοπόλεως ποὺ ἔδωσαν τὴν κανονικὴ ἄδεια ἀλλὰ καὶ τὸν π. Θεμιστοκλῆ γιὰ τὴν πρόσκληση καὶ τὴν εὐκαιρία ποὺ τοῦ δίνεται νὰ μιλήσει γιὰ μιὰ σπουδαία μορφὴ τοῦ 19ου αἰῶνος.
Ὁ π. Νεκτάριος ἔχοντας κάνει πολυετῆ καὶ μὲ ἀντίξοες συνθῆκες ἐμπεριστατωμένη ἐπιστημονικὴ μελέτη ἐρευνώντας ἀρχεῖα τῆς ἐποχῆς ποὺ ἔζησε καὶ ἔδρασε ὁ Παπουλάκος, παρουσίασε βάσει πηγῶν τὸν ἐν πολλοῖς ἄγνωστο ἀγωνιστὴ ἀλλὰ καὶ συκοφαντούμενο μέχρι σήμερα ἱερέα Χριστοφόρο Παναγιωτόπουλο ἢ Παπουλᾶκο ἢ Παπουλάκη, ὅπως τὸν ἀποκαλοῦσε ὁ λαός.
Στὴν ὀρεινὴ Ἀχαΐα ἀπὸ τὴν ἀρχοντικὴ οἰκογένεια Παναγιωτόπουλου γεννιέται ὁ Χρῆστος Παναγιωτόπουλος μέσα σὲ μιὰ δίκαιη, εὐλαβῆ οἰκογένεια. Ἐκεῖ ὁ Χρῆστος Παναγιωτόπουλος διάγει ἐν δικαιοσύνῃ τὴν ζωή του, συμμετέχοντας, ὅπως καὶ ὅλη ἡ οἰκογένειά του, στὰ ἐπαναστατικὰ γεγονότα. Σὲ ὥριμη ἡλικία, γύρω στὰ 60 μὲ 65 ἔτη, βλέπει σὲ ὅραμα τὸν Χριστὸ καὶ τὴν Παναγία νὰ τοῦ λένε: «Ἄφησε ὅλα τὰ ὑπάρχοντά σου στοὺς οἰκείους σου καὶ γίνε μοναχός, ἀφιερώσου, διότι ἡ πίστη χάνεται καὶ τὸ γένος καταστρέφεται».
Εἶναι ἡ ἐποχή, σχολιάζει ὁ π. Νεκτάριος, ποὺ ἀναρωτιόμαστε, τελικὰ ποιοί εἴμαστε, τί θὰ ἀκολουθήσουμε; Ἡ πραγματικότητα σκληρή. Βιαίως καὶ παρανόμως χωριζόμαστε ἀπὸ τὴν Μητέρα Ἐκκλησία, ὑπάρχει ἔντονη τάση ὁ Μεγαλοϊδεατισμὸς νὰ εὐνουχιστεῖ. Ἀπὸ τὴν ἄλλη, τὰ κρατικὰ κείμενα γράφονται στὴν Γερμανική. Ἀκόμα καὶ ἡ ψαλμωδία δέχεται δυτικὲς ἐπιρροές. Οἱ εἰκόνες ἀποσύρονται καὶ στὴν θέση τους τοποθετοῦνται δυτικότροπα ἀγάλματα.
Ἡ οικογένεια τοῦ Παπουλάκου καλοδέχτηκε τὸν Ὄθωνα, ἀλλὰ ὅταν εἶδαν ὅτι ἀκόμα καὶ ἡ Παιδεία ἐπηρεάζεται ἀπὸ τὸ σύστημα τῆς Ἀντιβασιλείας, νὰ χάνεται ἡ ἑλληνορθόδοξη Παιδεία, ἀντέδρασαν. Παρόμοια ἀντίδραση βλέπουμε καὶ σὲ κολλυβάδες τῆς ἐποχῆς, διότι οἱ Βαυαροὶ ἄρχισαν νὰ ἐπιβάλλουν μιὰ αὐστηρὰ ἐγκεφαλικὴ ὀρθολογικὴ Παιδεία, σὲ ἀντἰθεση μὲ τὴν Παιδεία ποὺ ὑπῆρχε ἀκόμα καὶ στὰ 400 χρόνια σκλαβιᾶς, τὴν Παιδεία ποὺ εἶχε πνευματικότητα, εἶχε ψυχή, εἶχε συνοχή, εἶχε μηνύματα γιὰ τὸ πῶς θὰ συνεχίσουμε νὰ εἴμαστε ρωμιοί.
Ὁ Χριστοφόρος πηγαίνει στὴν Μονὴ τοῦ Μεγάλου Σπηλαίου καὶ γίνεται μοναχός. Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο βλέποντας τὴν ἀποκοπὴ ἀπὸ τὶς ρίζες τῶν Ρωμιῶν, στέλνει τὸν Κων/νο τὸν ἐξ Οἰκονόμων καὶ τὸν Διονύσιο τὸν Ἐπιφανιάδη, καὶ στρατηγοῦν τὸν κύκλο τῶν Μεγαλοσπηλιωτῶν γιὰ νὰ ἀντιδράσουν σ΄ αὐτὴν τὴν λαίλαπα. Στὸν κύκλο τῶν Μεγαλοσπηλιωτῶν ἦταν καὶ ὁ Ἱερόθεος Μητρόπουλος, ὁ πιὸ ἐπιστήθιος φίλος τοῦ Νεκταρίου Πενταπόλεως, ὁ Ἰγνάτιος ὁ Λαμπρόπουλος, ὁ Εὐσέβιος Πανᾶς καὶ πολλοὶ ἄλλοι λόγιοι τῆς ἐποχῆς. Αὐτοὶ ξεχύνονται στὸν Μωριά, στὴν Ἀθήνα καὶ στὰ πέριξ νησιά μὲ τὴν εὐχὴ τῆς Μητρὸς Ἐκκλησίας γιὰ νὰ ἐνημερώσουν τὸν κλῆρο καὶ τὸν λαό. Ὅσον ἀφορᾶ στὸν Χριστοφόρο, ἀκόμα καὶ οἱ πολέμιοί του δὲν ἀμφισβητοῦσαν τὴν οὐράνια ἔμπνευση ποὺ εἶχε στὸ κήρυγμά του. Τονίζουν ὅτι πραγματικὰ στὸ κήρυγμά του εἶναι φωτισμένος ἀπὸ τὸ Ἅγιο Πνεῦμα.
Ἡ δημόσια ζωὴ τοῦ Παπουλάκου ξεκινᾶ ἀπὸ τὸ 1850 καὶ σταματᾶ τὸ 1852, ὁπότε μετὰ ἀπὸ προδοσία ἱερέα συλλαμβάνεται. Μάλιστα εἶναι ἐκπληκτικὸ ὅτι τὸ κράτος ἔστειλε μεγάλη στρατιωτικὴ δύναμη, κανονιοφόρους σὲ ὅλη τὴν Πελοπόννησο γιὰ νὰ συλλάβουν αὐτὸν ὁ ὁποῖος «ἐστάλη ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ἐν ζήλῳ Ἠλιού», ὅπως ἀναγράφει σὲ ἔγγραφό του ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης. Ὁ Παπουλᾶκος παραδίδεται γιὰ νὰ μὴ γίνει αἱματοκύλισμα, ἐνῶ τὸ κράτος τὸν ἔχει ἐπικηρύξει γιὰ 9.000 χρυσὲς λίρες, διότι ὅπου πήγαινε ὁ Παπουλάκος, ἐπικρατοῦσε ἀπόλυτη τάξη, ἐρχόταν ἡ χριστοκρατία, ἡ εὐλογία τοῦ Θεοῦ. Δυστυχῶς νίκησαν οἱ δυνάμεις τοῦ κακοῦ. Φυλακίζεται στὸ κάστρο τοῦ Ρίου. Ἐκεῖ εἶναι φυλακισμένοι καὶ ἀναπολόγητοι πάνω ἀπὸ 130 ρασοφόροι, ἀπὸ διάφορα μέρη τῆς Ἑλλάδος, μὲ τὴν κατηγορία ὅτι δῆθεν συμμετέχουν σὲ καλογερικὴ συνωμοσία κατὰ τοῦ πολιτεύματος. Ὅλους αὐτοὺς τοὺς θεοφόρους Πατέρες τοὺς κατέστρεψαν γιὰ δύο λόγους: 1. Γιὰ τὴν ἀγάπη στὴν Ἐκκλησία καὶ 2. Γιὰ τὴν ἀγάπη τους στὸ Γένος. Οἱ περισσότεροι άπὸ αὐτοὺς πέθαναν ἀπὸ πνευμονία.
Ὁ Παπουλάκος μεταφέρεται στὴν Ἀθήνα σὲ μιὰ δίκη παρωδία. Ἡ Ἐκκλησία δὲν μπορεῖ νὰ ἀντιδράσει, γιατὶ εἶναι ταπεινωμένη. Οἱ Βαυαροὶ κατόρθωσαν νὰ τὴν κάνουν ἀπὸ ἕνα θεοῒδρυτο ὀργανισμό, ἕνα σωματεῖο, τὸ ὁποῖο κυβερνοῦσε τὸ κράτος. Τελικά, τὸν Ἰανουάριο τοῦ 1846 τὸν φυλακίζουν καὶ τὸν στέλνουν ἐξόριστο στὴν Σαντορίνη καὶ μετὰ ἀπὸ ἕξι μῆνες, μὲ ἐκβιαστικὴ ἀπόφαση τοῦ κράτους πρὸς τὴν Σύνοδο, τὸν στέλνουν στὴν Ἄνδρο, ὅπου ἔχουμε ἕνα τραγικὸ γεγονός. Ἕνας Ἱεράρχης τὸν χτύπησε θανάσιμα καὶ ἔτσι ἐπῆλθε ὁ θάνατός του τὴν 18 Ἰανουαρίου 1861. Ὅμως οἱ διῶκτες του μέχρι σήμερα δὲνσταμάτησαν νὰ χύνουν τόνους μελάνι γιὰ νὰ τὸν συκοφαντήσουν.
Ὁ Παπουλᾶκος εἶναι μιὰ γνήσια ἔκρηξη τοῦ Μεγαλοϊδεατισμοῦ, μιὰ ἔκρηξη ἁγνοῦ Ρωμιοῦ, ἑνὸς ἀνθρώπου, ποὺ κήρυττε ὅτι οἱ ἐξουσίες τῆς Γῆς μποροῦν νὰ μᾶς φυλακίσουν, νὰ μᾶς σκλαβώσουν, ἀλλὰ τὸ πνεῦμα μας ζῆ, δὲν μποροῦν νὰ τὸ φυλακίσουν. Κι ἀπὸ τὴν ἄλλη, φώναζε ὅτι «ὁ λόγος τοῦ οὐ δέδεται» καὶ ὅτι τὰ ἄθεα γράμματρ θὰ γίνουν σάβανα τοῦ γένους μας.
Ὁ Παπουλᾶκος ἦταν φαινόμενο πνευματικό. Ἐκεῖ ποὺ σβήνει τὸ κολλυβαδικὸ κίνημα, ἐμφανίζεται τὸ χριστοφορίζον ἢ παπουλακικὸ κίνημα. Ὁ Οἰκουμενικὸς Πατριάρχης σὲ ἔγγραφό του πρὸς τὸν π. Νεκτάριο γράφει: «Ἠγαπήθη μὲν σφόδρα ὑπὸ τοῦ εὐσεβοῦς λαοῦ τοῦ Θεοῦ, ὅστις ἀνεγνώρισεν ἐν τῷ προσώπῳ αὐτοῦ τὸν ἐκφραστὴν τῆς γνησίας ἐκκλησιαστικῆς παραδόσεως καὶ εὐσεβείας, ἐδιώχθη δὲ ὑπὸ τῶν κρατούντων, δι’ οὕς ἐγένετο κατὰ τὸ ψαλμικόν «βαρὺς καὶ βλεπόμενος» Ὡς δῆθεν ὑποκινητῆς στάσεωσ κατὰ τοῦ πολιτεύματος, καὶ ἐκοιμήθη ὁσιακῶς ἐν τῇ Ἱερᾷ Μονῇ Παναχράντου τῆς Ἄνδρου, διανύων ἐν αὐτῇ τὴν ἐπιβληθεῖσαν αὐτῷ ἐκκλησιαστικὴν ποινὴν ἐγκλεισμοῦ».
Ἦταν βαριὰ συκοφαντημένος. Τὸν εἶπαν ἀγύρτη, λαοπλάνο καὶ ἀπατεώνα. Ὅσοι τὸν σεβάστηκαν, ἡ Χάρη τοῦ Κυρίου τοὺς πῆγε καλά, ὅσοι ὅμως τὸν δίωξαν, σὰν νὰ ἔπεφτε θεία ὀργή, δὲν πῆγαν καθόλου καλά. Ὁ Παπουλᾶκος σεβόταν τοὺς νόμους καὶ τὴν τάξη. Δὲν ἀνεχόταν ὅμως τὴν κατάσταση ποὺ δημιούργησαν οἱ Βαυαροὶ στὴν Ἐκκλησία. Ἔλεγε: «αὐτὸ ποὺ ἔκαναν, νὰ κόψουν τὸ σῶμα τῆς Ἐκκλησίας, δὲν ξεπλένεται οὔτε μὲ λουτρὸ αἵματος».
Καταλήγοντας ὁ π. Νεκτάριος ἀνέφερε ὅτι σὰν Ἄτλαντας σήκωσε στοὺς ὤμους του ὅλη τὴν Ρωμιοσύνη καὶ ὅλη τὴν πίστη. Τὸ 2024 ἡ Σύνοδος τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου κατέγραψε στὸ ὀρθόδοξο Ἑορτολόγιο τὸν Παπουλᾶκο ὡς Ὅσιο τῆς Ἐκκλησίας μας, ὡς ἕναν ἄνθρωπο ποὺ προσέφερε πολλὰ στὴν πίστη καὶ στὸ Γένος.
Στὴν συνέχεια πῆρε τὸν λόγο ὁ π. Θεμιστοκλῆς καί, ἀφοῦ εὐχαρίστησε τὸν π. Νεκτάριο, γιὰ τὴν ἐμπεριστατωμένη ὁμιλία του, προϊὸν ἐμβριθοῦς μελέτης, ποὺ μᾶς βοήθησε νὰ γνωρίσουμε τὸν Παπουλᾶκο, ἀναφέρθηκε στὴν κατάσταση ποὺ δημιούργησαν στὴν Ἐκκλησία οἱ Βαυαροὶ στὰ χρόνια 1832-1850. Οὑσιαστικὰ κατέστρεψαν τὴν Ἐκκλησία καταστρέφοντας τὰ μοναστήρια. Δυστυχῶς ἡ νοοτροπία αὐτὴ διαιωνίζεται μέχρι σήμερα στὴν πολιτικὴ σκέψη, ἀφοῦ ἡ πολιτεία θέλει νὰ ἀφαιμάσσει τὶς περιουσίες τῶν ἱερῶν Μονῶν. Εἶναι αὐτὸ τὸ σύστημα ποὺ δὲν θέλει τὴν ἑλληνικὴ γλῶσσα, ποὺ κλείνει τὶς βιβλιοθῆκες, ποὺ φέρνει τὴν ἀμάθεια, ποὺ δὲν θέλει τὰ παιδιά μας νὰ μάθουν ἑλληνικὰ γράμματα, εἶναι αὐτὸ ποὺ φέρνει ἐσωτερικὴ ἀντίσταση σὲ ἕναν ποὺ ἀγωνίζεται. Στὴ διάρκεια τῆς Βαυαροκρατίας ἀποκόπτεται ἡ ἑλλαδικὴ Ἐκκλησία ἀπὸ τὴν σχέση μὲ τὴν Μητέρα Ἐκκλησία, δὲν ὑπάρχει ἐπικοινωνία ἐκκλησιαστική, εἴμαστε ἕωλοι. Τὸ Οἰκουμενικὸ Πατριαρχεῖο ὡς μητέρα Ἐκκλησία δίδει στὴν Ἐκκλησία τῆς Ἑλλάδος τὴν συγγνώμη, ποὺ ἔπρεπε ἐμεῖς νὰ τὴν δώσουμε, καὶ ἀποκατέστησε αὐτὴ τὴν ἐπικοινωνία μέσα σὲ ἐποχὲς πολὺ δύσκολες.








































