του Νικολάου Καρύδη, Φοιτητού Θεολογίας

Με απλά γεγονότα της καθημερινότητας που ζούμε, μπαίνουμε σε ορισμένες σκέψεις. Άραγε, έχουμε καταλάβει το νόημα της πίστης μας, το νόημα της ζωής μας, το ρόλο του Χριστού και της Εκκλησίας. Άραγε γιατί εκκλησιαζόμαστε; Γιατί κάνουμε λειτουργίες; Γιατί κοινωνούμε; Ξέρουμε γιατί; Μήπως είναι ένα έθιμο που έχουμε για τις μεγάλες γιορτές ή μια συνήθεια που κληρονομήσαμε από τους γονείς; Μήπως έτσι για το καλό ή επειδή έτσι μάθαμε;

Γιατί πηγαίνουμε στην Εκκλησία; Τι κερδίζουμε; Κερδίζουμε κάτι;

Άλλες φορές αναρωτιόμαστε για άλλα πράγματα, ίσως για κάποιους σημαντικότερα, για άλλους αδιάφορα. Γιατί υπάρχει το κακό στον κόσμο;, Γιατί πεθαίνουν οι άνθρωποι; Γιατί πεθαίνουν τα παιδιά; Γιατί υπάρχουν οι αρρώστιες; Γιατί όλοι οι κακοί βλέπουμε ότι ευδοκιμούν και πλουτίζουν, ενώ οι καλοί και άκακοι άνθρωποι βασανίζονται και περνούν θλίψεις και δυσκολίες; Και πολλές φορές άνθρωποι που δε θρησκεύουν και δεν πιστεύουν, μας προκαλούν και μα; την μπαίνουν και μας λένε: «Που είναι ο Θεός; Ο Θεός που πιστεύεις είδες που σε κατήντησε; Είδες που δε σε προστάτεψε; Σου πήρε το παιδί, το σύζυγο. Σε άφησε να αρρωστήσεις. κλπ.»

Και ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα του  κόσμου; Ποιο είναι το πρόβλημα εκείνο το οποίο ανησυχούσε και δυστυχώς ακόμα ανησυχεί πολλούς; Ένα πρόβλημα που οδηγεί σε πολλές συζητήσεις, θεολογικές, φιλοσοφικές, ψυχολογικές και κάθε λογής. Λοιπόν, το μεγαλύτερο πρόβλημα που οδηγούσε σε άγνοια όλους τους ανθρώπους από τότε που δημιουργήθηκε ο κόσμος ήταν ο θάνατος.

Ακόμη και σήμερα, επειδή η πίστη μας είναι χλιαρή έως και μηδαμινή, βλέπουμε τους ανθρώπους μας να φεύγουν – λες και δεν το ξέραμε ότι θα φύγουν κάποτε – και τα βάφουμε όλα μαύρα, κατεβάζουμε τα μούτρα, τα βάζουμε με το Θεό, τους γύρω μας… Ντυνόμαστε στα μαύρα. Κατεβάζουμε τα ρολά. Και δώστου κλάματα, θρήνοι και οδυρμοί, πολλές φορές, ασταμάτητοι και αδικαιολόγητοι. Και τότε, ενώ ο θάνατος έρχεται στο σπίτι μας, αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε και να λέμε: «Και που πάνε τώρα οι άνθρωποί μας; Που να βρίσκονται; Άραγε, να μας ακούν; Να μας βλέπουν; Άραγε, η μάνα μου που πέθανε προχθές, πήγε και βρήκε τη δική της μάνα, τη γιαγιά κ.ο.κ.;».  Κι αρχίζουμε τέτοιες σκέψεις μετά… «Υπάρχει ζωή μετά το θάνατο;».  Νομίζω πως τέτοιες σκέψεις όλοι μας τις έχουμε. Έχω άδικο;

Κι εκτός από αυτά έχουμε να αντιμετωπίσουμε ένα σωρό προβλήματα, θέματα που μας αφορούν και μας βασανίζουν το μυαλό. Άγχος, σκοτούρες, αποτυχίες, πόνο, δυσκολίες κ.α. Εσείς τα ξέρετε  καλύτερα. Καθένας έχει το δικό του σταυρό.

Τις πιο πολλές φορές, εκείνο το οποίο παρατηρείται, είναι ότι οι άνθρωποι έχουν την εντύπωση ότι ο Θεός είναι Αυτός ο οποίος θέλει να γίνονται όλα αυτά τα πράγματα. Πολλές φορές συμβαίνει σε ανθρώπους που έχουν πένθος να αναρωτιούνται «Γιατί ο Θεός μου πήρε το παιδί, το σύζυγο κλπ;». «Γιατί ο Θεός, η Παναγία δεν τους έσωσε;».  «Γιατί ο Θεός δε μου άφησε λίγο ακόμα τον άνθρωπό μου;». Και μετά ακόμη από ένα θάνατο αρχίζουμε και διατυπώνουμε κι άλλες απόψεις και λέμε: «Τον πήρε ο Θεός για να μη βασανίζεται» ή «τον πήρε ο Θεός για να τον κάνει άγγελο στον ουρανό, τον πήρε κοντά Του ». Άλλος πάλι λέει ότι ο άνθρωπος που έφυγε ήταν τόσο ευτυχισμένος που τον ζήλεψε ο Θεός και τον πήρε κοντά Του. Τι να κάνουμε; Πρέπει να κάνουμε υπομονή κλπ κλπ. Ακούγεται επίσης, ότι αυτό είναι απόφαση του Θεού κι εμείς πρέπει να υποτασσόμαστε στο θέλημα και στις αποφάσεις του Θεού.» Κι έτσι δίνεται η εντύπωση ότι ο Θεός κάθεται πάνω από τον καθένα μας και περιμένει πότε να βρει αφορμή να μας αρπάξει. Και φτάνουμε σε σημείο να πιστεύουμε ότι ο Θεός είναι εκείνος ο οποίος έφερε το κακό αυτό ή αν δε το έφερε τουλάχιστον το επέτρεψε. Το ήξερε. Κι αφού το ήξερε και το επέτρεψε, ΆΡΑ, κατά τη λογική του κόσμου σημαίνει ότι το ήθελε κιόλας. Έτσι, κι αφού ο Θεός ΣΑΝ ΠΑΝΤΟΓΝΩΣΤΗΣ ήξερε όλο αυτό, ήξερε ότι ο άνθρωπός μου θα αρρωστήσει, ήξερε ότι το παιδί μου θα χτυπήσει, ΑΡΑ κι ο Θεός έχει μερίδιο ευθύνης που έχασα τον άνθρωπό μου, αφού το άφησε να γίνει. Άρα ο Θεός φταίει για το ατύχημα, για την αρρώστια, για όλα τα κακά που μου συμβαίνουν. Ο Θεός είναι που σκοτώνει τα μικρά παιδιά, που επιτρέπει τις πυρκαγιές, τις αρρώστιες, τις θλίψεις, τον πόνο. Ο Θεός είναι που προκαλεί το κακό στον κόσμο και επιτρέπει τον θάνατο. Αυτά τα ακούμε και στις κηδείες. Εκεί να δείτε βλασφημίες που λέγονται. Ακούμε να λέμε: «Ο Θεός ήθελε να σε πάρει κοντά του, γιατί ήσουν ένας άγγελος». Ε, άρα αφού αυτός που πέθανε ήταν ένας άγγελος, εγώ που ζω, να γίνω διάβολος, για να μη με πάρει ο Θεός. Καλύτερα να γίνω δαίμονας να μη με πάρει. Άμα γεράσω, ας γίνω ένας γερασμένος άγγελος – χάθηκε ο κόσμος; – να με πάρει και μένα. Σαν να είναι ο Θεός ένας δράκος να παίρνει του καλούς μόνο και αφήνει τους κακούς. (καλούς, έτοιμους, να μην είμαστε… να μη μας πάρει)

Άρα, συμπέρασμα από όλα αυτά είναι ότι εμείς πιστεύουμε και λατρεύουμε ένα κακό Θεό, που του αρέσει να μας στενοχωρεί και να αφαιρεί ζωές.

Μέσα στον πόνο, το πένθος και τις θλίψεις μας, μπαίνουμε σε σκέψεις και αναρωτιόμαστε: Πως ο Θεός, ο Οποίος είναι Αγάπη, επιτρέπει και ανέχεται όλο αυτό το κακό, ανέχεται τον πόνο του ανθρώπου;          Δυστυχώς, η άγνοιά μας σε ορισμένα θέματα μας οδηγεί στο να λέμε και να κάνουμε πράγματα εκτός της λογικής της πίστης μας, παράλογα, και οδηγούμαστε και οδηγούμε και τους συνανθρώπους μας σε κρίσης συνείδησης, κρίσης πνευματικής, απιστία και σε ένα σωρό άλλα προβλήματα.

Δε νομίζω ότι ο Θεός θα ήθελε να του δώσουμε τέτοιο πρόσωπο, ο Οποίος (Θεός) είναι μόνο Αγάπη. Αγάπη, αγάπη, αγάπη.

Ας πιάσουμε τα πράγματα από την αρχή.

Κατ’ αρχήν ο Θεός, ο Καλός Θεός, ξέρουμε ότι έφτιαξε τον κόσμο καλά λίαν. Έφτιαξε και τον άνθρωπο και τον τοποθέτησε μέσα στον Παράδεισο. (εν τω Παραδείσω της τρυφής). Τον έβαλε μέσα στον κήπο!!! Μέσα σε αυτόν τον ωραίο «χώρο», που ήταν ένας χώρος απόλαυσης, ηδονής, που ήταν ένας χώρος απόλαυσης από κάθε έννοια – όχι κατάχρησης- αλλά σωστής χρήσης. Κι όταν λέμε σωστής χρήσης εννοούμε ότι ζούσε σε κατάσταση ευεξίας και απόλαυσης πλήρους. Έτσι, ώστε ο άνθρωπος ως σύνολο, ως ενιαίος άνθρωπος, (ψυχή & σώμα) να απολαμβάνει τον Παράδεισο, και δια της απολαύσεως του Παραδείσου να ανάγεται στη σχέση του με το Θεό. Να ευχαριστεί ο άνθρωπος το Θεό, ψυχή τε και σώματι. Του προσέφερε όλα τα αγαθά. Του έδωσε το δικαίωμα να χρησιμοποιεί τα πάντα. Να κάνει ό,τι θέλει. Του έδωσε την ικανότητα να επικοινωνεί με τη φύση, τα ζώα ακόμη και με τον ίδιο. Ο άνθρωπος ήταν το αγαπημένο  δημιούργημα του Θεού. Τόσο πολύ τον αγάπησε, ώστε τον έφτιαξε κατ’ εικόνα και ομοίωση δική του. Του έδωσε τη δυνατότητα να γίνει κι αυτός θεός κατά χάρη, όπως ο Ίδιος. Άρα, ο Θεός έφτιαξε το άνθρωπο πλήρη, για να χαίρεται, να απολαμβάνει τη ζωή του, να ευχαριστείται με το κάθε τι. Να μην έχει τίποτα που να τον δυσκολεύει και να τον ταλαιπωρεί. Κι είναι ο άνθρωπος το μόνο όν πάνω στη γη που του έδωσε τη λογική, την ελευθερία, το αυτεξούσιο, να πράττει ελεύθερα σύμφωνα πάντα με τη θεία εντολή. Αυτό ήταν το όραμα του Θεού για τον άνθρωπο. Να γίνει ο άνθρωπος τέλειος, όμοιος με τον Θεόν, και να απολαμβάνει  κι εκείνος, όλα όσα έχει και ο Ίδιος ο Θεός. Για φανταστείτε τι ευλογία ήταν αυτήν!! Για φανταστείτε τι χάρη μας έκανε ο Θεός !! Για σκεφθείτε πόσο αγάπη μπορεί να έχει ο Θεός ! Κι από την αρχή ήδη φαίνεται ότι ο Θεός είναι όντως Πατέρας. Κι εκεί φαίνεται η πατρική στοργή και αγάπη. Ο Θεός ήταν πραγματικός πατέρας και άνθρωπος ένα πραγματικό παιδί του και άνθρωπος και Θεός να ζούνε μέσα σε ένα δεσμό αγάπης πραγματικής.

Όμως, επέρχεται το γεγονός της πτώσης ! Όπως είπαμε ο άνθρωπος είχε προικισθεί με την ελευθερία, ελεύθερη βούληση. Μπορούσε να πράττει ό,τι ήθελε και όπως ήθελε. Ο Θεός του τα έδωσε όλα και δεν του έλειπε τίποτα. Η ελευθερία, όμως, ακόμη και τώρα, είναι επίφοβη, αν ο άνθρωπος δεν τη χρησιμοποιήσει σωστά. (πόλεμοι, ναρκωτικά, πάθη, σκοτωμοί… ακόμη και τα ζώα, αν τα αφήσεις ελεύθερα κι αφήσεις την πόρτα ανοιχτή θα φύγει, θα χαθεί και τρέχα γύρευε ύστερα…). Η ελευθερία που δώρισε ο Θεός στον άνθρωπο ήταν η κλωστή, το οποίο ένωνε Θεό και άνθρωπο. Δεν ήταν δουλεία, δεν ήταν αλυσίδα. Ήταν ένα καλώδιο από το οποίο ο άνθρωπος έπαιρνε ζωή, γευόταν τη ζωή από τον Ίδιο το Θεό.

Ο άνθρωπος, όμως, έκανε κακή χρήση της ελευθερίας τους και απομακρύνθηκε από το Θεό. Ξέχασε την εντολή του Θεού και θέλησε να γίνει Θεός, δια της πλαγίας οδού. (Μέσω Τρικάλων, όπως λέμε). Χωρίς αγώνα. Χωρίς χρόνο. Κατευθείαν. Ήθελε να φτάσει το Θεό.

Έδωσε την εντολή ο Θεός και τους είπε ότι αν δεν την τηρήσετε «θανάτω αποθανείσθε». Θα πεθάνετε. Με το που θα τραβήξετε, να ξέρετε, το καλώδιο θα κοπεί το ρεύμα.  Δεν τους απείλησε, αλλά τους μίλησε με αγάπη. Τους προειδοποίησε, διότι Εκείνος ήξερε καλύτερα. «Παιδί μου, πρόσεξε. Μην πας εκεί γιατί θα πέσεις. Θα σκοτωθείς! Θα έχουμε τρεξίματα. Θα χτυπήσεις!». Έτσι δε λένε οι γονείς στα παιδιά τους; Έτσι είπε κι ο Θεός. Τα παιδιά, όμως, πάντα θέλουνε να δοκιμάζουν το καινούργιο. Πάντα έχουν την περιέργεια. Έτσι, λοιπόν, την πάτησε κι ο άνθρωπος. Διασπάστηκε από το Θεό. Έσπασε την εικόνα του Θεού. Χάλασε την αρμονία που υπήρχε. Όπως μια ηλεκτρική συσκευή ή ένα σπίτι. Αν βγάλουμε το καλώδιο, αν γίνει μια διακοπή ρεύματος, ξαφνικά όλα σταματούν. Έγινε black out στη φύση. Ο Θεός είναι Πηγή Ζωής. Από τη στιγμή που διακόπηκε η επαφή, η σχέση με το Θεό, όλα ανατρέπονται. Όλα αλλάζουν. Οι νόμοι της φύσεως, η αρμονία του σύμπαντος, η ροη των υδάτων, η οικολογική ισορροπία, η επικοινωνία μεταξύ των ανθρώπων, η επικοινωνία των δύο φύλων, η επικοινωνία του ανθρώπου με το Θεό, η επικοινωνία του ανθρώπου με τα ζώα.  Και όλα τα χαρίσματα που Θεός στον άνθρωπο έγιναν πάθη και αμαρτίες.

Από εκείνη, λοιπόν, τη στιγμή (πότε?)… Από τότε που ο άνθρωπος έκανε λάθος κίνηση, έκανε λάθος επιλογή, έβαλε το Θεό στην άκρη και προσπάθησε από μόνος του να συνεχίσει την πορεία του, ήρθε στον κόσμο η αμαρτία, ήρθε στον κόσμο το κακό. Και ποιο ήταν το αποτέλεσμα; Να φάει ο άνθρωπος τα μούτρα του. Τότε μπήκε ο θάνατος στον κόσμο, οι αρρώστιες, τα πένθη, η λύπη, η στενοχώρια και κάθε τι κακό. Τα γηρατειά, οι ασθένειες… Έτσι ο άνθρωπος υποτάχθηκε στη φθορά και στο θάνατο. Κι όχι μόνο ο άνθρωπος, αλλά όλη η κτίση. Γιατί και η κτίση κατασκευάσθηκε για να υπηρετεί τον άνθρωπο, κι αφού ο ίδιος ο άνθρωπος – που ήταν ο κύριός της – πήρε λάθος δρόμο, επακόλουθο είναι και η φυσική καταστροφή και η επανάστασή της κατά του ανθρώπου.

Για πείτε μου τελικά… Είναι κακός ο Θεός; Ή μάλλον ποιος είναι ο κακός και ποιος είναι ο καλός ; Ο Θεός ή ο άνθρωπος;  Αυτή είναι η πτώση. Και όλα αυτά τα γεγονότα εισήλθαν στη ζωή εξ’ αιτίας του ανθρώπου. Ο άνθρωπος είναι ο υπεύθυνος για όλα αυτά. Όλα από εκεί και πέρα ακολουθούν την πορεία της καταστροφής.

 Ωραία !!! Πως σας φαίνονται όλα αυτά;

Πάμε τώρα παρακάτω.

Είπαμε ότι ο Θεός είναι καλός. Πανάγαθος ! Και έφτιαξε τον άνθρωπο ως το τελειότερο δημιούργημα, το πιο αγαπητό του, το αγαπημένο του. Θα μπορούσε να αφήσει το δημιούργημά του σε τέτοια κατάσταση; Απέδειξε την αγάπη του ακόμη περισσότερο. Πως; Τι λέει το ευαγγέλιο; «Όταν ήλθε το πλήρωμα του χρόνου, εξαπέστειλεν ο Θεός τον Υιόν Αυτού…ίνα την υιοθεσίαν απολάβωμεν.». Όταν έκρινε δηλαδή ο Θεός, όποτε αποφάσισε ο Θεός, όταν θεώρησε καλό ότι πρέπει, τι έκανε; Από την πολλή του την αγάπη έστειλε το Χριστό, τον Υιό του. Κατέβηκε ο Ίδιος ο Θεός για να τραβήξει τον άνθρωπο προς τα πάνω. Είχε φτάσει σε τέτοιο σημείο ο άνθρωπος, που, ενώ είχε κατασκευαστεί για να γίνει Θεός, κατήντησε χειρότερος κι από τα ζώα στην πνευματική του κατάσταση κι έτσι, όπως λέει ο Μέγας Αθανάσιος «ο Θεός ενανθρώπησε (έγινε άνθρωπος), ίνα ημείς  θεοποιηθώμεν» ή αλλού «ίνα τον άνθρωπον Θεόν απεργάσηται». Αφού ο άνθρωπος δεν έγινε Θεός, έγινε ο Θεός άνθρωπος. Άμα δεν πάει ο Μωάμεθ στο βουνό… Ήρθε, λοιπόν, ο Θεός ως νέος Αδάμ, σαν νέος άνθρωπος, νέα μαγιά και μας υπέδειξε το δρόμο της σωτηρίας. Ενώ είχαμε ξεστρατίσει, μας επανέφερε στη σωστή πορεία. Μας άρπαξε, μας εξέλεξε και μας είλκυσε προς το σωστό δρόμο, τη σωστή οδό. Γι αυτό ήρθε ο Χριστός και μας είπε: «Ε άνθρωποι, που πάτε; Λάθος δρόμο πήρατε. Εγώ είμαι η Οδός, η Αλήθεια και η Ζωή». «Εγώ ειμί ο ποιμήν ο καλός, υμείς τα πρόβατα.» Εγώ είμαι ο βοσκός κι εσείς είστε τα πρόβατα. Ακολουθήστε εμένα και δε θα χαθείτε. Εγώ θα σας οδηγήσω στη νομή, στη στάνη, τη μάντρα της σωτηρίας.

Αυτή η μάντρα της σωτηρίας είναι η Εκκλησία. Η Εκκλησία του Χριστού, η οποία οδηγεί στον αρχικό στόχο, τη θέωση. Είναι η νέα Κιβωτός του Χριστού (όχι του Νώε) στην οποία καλούμαστε να εισέλθουμε όλοι για να οδηγηθούμε στη Βασιλεία του Θεού. Η Εκκλησία είναι η μόνη οδός της σωτηρίας. Η μόνη ! Κατά τον Άγιο Κυπριανό Καρθαγένης «Εκτός Εκκλησίας ούκ έστι σωτηρία».  Δεν υπάρχει σωτηρία έξω από την εκκλησία. Όπως είχε πει κι ο Χριστός «πάντες όσοι ήλθον προ Εμού, κλέπται εισί και λησταί». Μόνο με το Χριστό σωζόμαστε.

Καλούμαστε να κάνουμε μια ζωή κάπως διαφορετική. Να πετάξουμε από πάνω μας τον παλιό μας εαυτό, τον παλιό άνθρωπο και να ντυθούμε το νέο, τον ανακαινισμένο, να ενωθούμε με το Χριστό και να γίνουμε κι εμείς Χριστοί. Μπορούμε; Εσείς τι λέτε; Μπορούμε εμείς να γίνουμε Χριστοί; Μπορούμε να κάνουμε κι εμείς όλα αυτά που έκανε κι ο Χριστός; Μπορούμε να κάνουμε θαύματα; Μπορούμε να αναστηθούμε; Τι λέτε; (…) Αν πιστεύουμε ότι δεν μπορούμε, δεν έχει νόημα ούτε να πιστεύουμε, ούτε να ελπίζουμε. Αυτός είναι ο στόχος μας! Αυτό επιδιώκουμε όλοι μας.

Προηγουμένως, σας έθεσα κάποια ερωτήματα. Μεταξύ αυτών ήταν και το εξής: «Υπάρχει ζωή μετά τον θάνατο;». Υπάρχει άραγε; Θα σας κάνω άλλο ερώτημα. Υπάρχει ζωή πριν το θάνατο; Άλλο ζωή και άλλο βίος, όμως! Άλλο ο βίος, η βιολογική πορεία του ανθρώπου, κι άλλο η ζωή. Να ζείς όμως ! Να ζεις και να το λέει η ψυχή σου. Να ζεις μια ζωή και να λες : Αυτό είναι ζωή! Να ευχαριστιέται η ψυχή σου. Να μην έχεις καμιά έννοια, καμιά σκοτούρα. Να λάμπεις από ευτυχία, ευχαρίστηση, αγάπη. […] Σας διαβεβαιώνω πως ζωή πριν το θάνατο δεν υπάρχει, ούτε πρόκειται να υπάρξει, παρά μόνο η εν Χριστώ ζωή. Η πνευματική ζωή. Η ζωή της Εκκλησίας. Η ζωή του Χριστού. Μια ζωή μέσα στην Ανάσταση, μια σταυροαναστάσιμη πορεία με οδηγό το Χριστό. Μόνο αυτή η ζωή υπάρχει πριν το θάνατο.

Αυτή τη ζωή πρέπει να έχουμε ως στόχο. Οφείλουμε να αγωνιστούμε από φιλότιμο, όπως έλεγε και ο νέος Όσιος Παΐσιος ο Αγιορείτης. Από αγάπη προς το Χριστό. Και τότε θα ευφραίνεται η ψυχή μας και θα αγάλλεται από τούτη εδώ τη ζωή. Μια ζωή δίπλα στο Χριστό, μαζί με το Χριστό.

Αυτός είναι και ο ρόλος της Εκκλησίας. Να μας δείξει αυτήν τη ζωή. Αυτό τον τρόπο αντιμετώπισης των πραγμάτων. Μας βάζει σε μια εγρήγορση πνευματική, σε μια άλλη διάσταση, σε μια άλλη συχνότητα, ανώτερη από κάθε τι στον κόσμο. «Ο τρώγων μου την σάρκα και πίνων μου το αίμα εν εμοί μένει, καγώ εν αυτώ».  Ο Χριστός, από την πολλή του αγάπη μας θέλει ενωμένους μαζί Του. Μας θέλει να είμαστε ένα με Εκείνον. Να είμαστε κοντά του, δίπλα Του. Να είναι μέσα μας. Τόσο πολύ μας αγαπά ο Θεός. Μεταλαμβάνοντας το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, κάνοντας λίγο ταπείνωση και συμπεριφερόμενοι με λίγο αγάπη, τότε έρχεται η Χάρη του Θεού και μας τυλίγει, μας σκεπάζει και τότε φωτίζονται τα μάτια της ψυχής μας, ανοίγουν οι οφθαλμοί μας και κατανοούμε πράγματα αδιανόητα, «α οφθαλμός ουκ είδε». Τότε μας λύνονται και όλες οι απορίες μας. Τότε θα καταλάβουμε τι σημαίνει Εκκλησία. Τότε θα καταλάβουμε το μέγα μυστήριο που συντελείται. Το πώς ο Θεός έγινε άνθρωπος. Το πώς μπορούμε και εμείς να γίνουμε θεού. Τότε μας ομιλεί ο Ίδιος ο Χριστός. Έχει τον τρόπο του. Εξάλλου μας είχε πει: «Η Βασιλεία του Θεού εντός υμών εστίν». Μέσα μας είναι ο Θεός. Μέσα μας είναι η Βασιλεία Του. Μέσα μας είναι ο Παράδεισος. Αρκεί να τον ζούμε.

Ο Μέγας Αθανάσιος είχε πει ότι το κακό δεν υπάρχει. Πράγματι, το κακό δεν υπάρχει. Δεν έχει υπόσταση. Αφού είπαμε ότι ο Θεός εποίησε τα πάντα καλά λίαν. Το κακό δεν υπάρχει στη ζωή μας, απλά είναι η απουσία του καλού. Αν λείπει το καλό, θα υπάρχει το κακό. Ποιο κακό να υπάρχει από τη στιγμή που στη ζωή μας μπαίνει ο Χριστός; Εμείς είμαστε του Χριστού. Άρα, καμιά σχέση δεν έχουμε με το κακό. Δε μας αφορά το κακό. Στόχος μας είναι να γίνουμε «μικροί Χριστοί». Να γίνουμε σύσσωμοι και σύναιμοι Χριστού. Πως; Με τη μετάνοια και τη συχνή θεία μετάληψη. Έτσι, μπαίνουμε και πάλι στην πορεία μας για να συναντήσουμε το Θεό.

Και επανέρχομαι πάλι στο προηγούμενο ερώτημα «Υπάρχει ζωή πριν το θάνατο;». Πολλοί εκτός Εκκλησίας κατηγορούν εμάς τους Χριστιανούς, ότι αρνούμαστε την επίγεια ζωή για χάρη της επουράνιας. Ότι στερούμαστε κάποια αγαθά, για να κερδίσουμε υποτίθεται κάποια άλλα κ.ο.κ.. Ο Χριστός δεν ήρθε στον κόσμο για να μας δώσει μόνο τον τρόπο να κερδίσουμε την Βασιλεία των Ουρανών, αλλά και τον τρόπο να ζήσουμε αυτήν τη ζωή. Μάλιστα, αν δε ζήσουμε σωστά αυτή τη ζωή, δε θα κερδίσουμε ούτε την άλλη.  Καμιά φορά ρωτούν και αναρωτούνται κάποιοι: «Άραγε υπάρχει Παράδεισος; Υπάρχει Κόλαση;». Απαντώ εγώ:

  • Εσύ τι λές; Υπάρχει;
  • Εγώ λέω ότι δεν υπάρχει.
  • Ωραία, δεν υπάρχει.
  • Άρα δεν υπάρχει μου λες.
  • Εσύ το είπες. Δεν το λέω εγώ.
  • Εσύ που ξέρεις καλύτερα τι λές;
  • Δηλαδή, τι; Ο Παράδεισος είναι γι αυτούς που γνωρίζουν ή αγνοούν την ύπαρξή του;

Από εδώ καταλαβαίνουμε ότι υπάρχει Παράδεισος ή κόλαση. Αν σε αυτή τη ζωή ζούμε τον Παράδεισο, και στην άλλη ζωή στον Παράδεισο θα είμαστε. Αν σ αυτή τη ζωή ζούμε την κόλαση, και στη άλλη ζωή την κόλαση θα ζούμε.

Ο συνειδητός Χριστιανός ζει τον Παράδεισο μόνο, γιατί ζει με το Χριστό. Δεν είναι ένα αποτραβηγμένο αδιάφορο όν, που περιμένει τον θάνατο, αλλά ένας εξαιρετικά δραστήριος άνθρωπος, που προσπαθεί να εκμεταλλευτεί κάθε στιγμή της ζωής του για να προσφέρει στους συνανθρώπους του. Να προσφέρει όμως τι; Να προσφέρει αγάπη, να προσφέρει Χριστό, να τους οδηγήσει στο Χριστό. Να τους οδηγήσει στον Παράδεισο τον οποίο κι αυτός ζει και βιώνει. Ο Χριστιανός, που ζει κατά το θέλημα του Θεού αυτή τη ζωή, είναι ευτυχισμένος και σ’ αυτή και στην άλλη. Μάλιστα, όσο πιο πολύ γεμίζει η καρδιά του από αγάπη, τόσο πιο πολύ προγεύεται την Βασιλεία των Ουρανών. Κι αυτό είναι το ευαγγέλιο της εκκλησίας. Το μήνυμα του Παραδείσου. Το μήνυμα της χαράς και της ανάστασης.  «Πορευθέντες μαθητεύσατε πάντα τα έθνη, βαπτίζοντες αυτούς εις το Όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, διδάσκοντες αυτούς τηρείν πάντα όσα ενετειλάμην, και ιδού εγώ μεθ’ υμών ειμί πάσας τας ημέρας έως της συντελείας του αιώνος».

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.