Το Σάββατο του Αγίου Λαζάρου, 4 Απριλίου 2026, στον Ιερό Κοιμητηριακό Ναό Αγίου Λαζάρου Φαρσάλων, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Τιμόθεος χοροστάτησε στην ακολουθία του Όρθρου και στη συνέχεια τέλεσε τη Θεία Λειτουργία, μέσα σε κλίμα κατανύξεως και προσδοκίας της Αναστάσεως.
Κατά την ομιλία του, ο Σεβασμιώτατος υπογράμμισε ότι η ημέρα του Σαββάτου του Λαζάρου αποτελεί ένα καθοριστικό ορόσημο για τη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας, καθώς σηματοδοτεί το τέλος της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής και την απαρχή ενός νέου λειτουργικού κύκλου. Ήδη, όπως επεσήμανε, από την προηγουμένη, μέσα από την υμνολογία της Εκκλησίας και ιδιαιτέρως με τη φράση «την ψυχοφερή τελέσαντες Τεσσαρακοστή», οι πιστοί καλούνται να συνειδητοποιήσουν ότι ολοκληρώνεται μία περίοδος πνευματικού αγώνα και αρχίζει μία νέα, που επικεντρώνεται στο εκούσιο Πάθος, στον άδικο θάνατο και στην ένδοξη Ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού.
Αναφερόμενος στο γεγονός της Αναστάσεως του Λαζάρου, τόνισε ότι πρόκειται για μία σαφή και δυναμική προτύπωση της Αναστάσεως του Χριστού. Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε, ο Κύριος «πιστώσαι θέλων τους αυτού μαθητάς την εκ νεκρών Ανάστασιν», ανέστησε τον φίλο Του Λάζαρο, ώστε να ενισχύσει την πίστη των μαθητών Του και να τους προετοιμάσει για όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν.
Στη συνέχεια ανέλυσε με ζωντανό τρόπο τα γεγονότα που περιγράφει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης. Ο Χριστός, ως Παντογνώστης Θεός, γνωρίζει την ασθένεια και τον επικείμενο θάνατο του Λαζάρου, τον οποίο αποκαλεί «φίλο». Παρά ταύτα, καθυστερεί, αποκαλύπτοντας στους μαθητές Του ότι ο Λάζαρος «κεκοίμηται», ενώ εκείνοι, μη κατανοώντας, νόμισαν ότι πρόκειται για φυσικό ύπνο. Τότε ο Κύριος τους φανερώνει καθαρά: «Λάζαρος απέθανεν».
Η μετάβαση του Κυρίου στη Βηθανία, πλησίον των Ιεροσολύμων, και η συνάντησή Του με τη Μάρθα και τη Μαρία, αναδεικνύουν την ανθρώπινη διάσταση του πόνου, αλλά και την πίστη στην παντοδυναμία του Θεού. Οι αδελφές, γνωρίζοντας τα θαύματα του Κυρίου, εκφράζουν το παράπονό τους, λέγοντας ότι αν ήταν παρών, ο αδελφός τους δεν θα είχε πεθάνει. Ο Σεβασμιώτατος επισήμανε ότι η καθυστέρηση αυτή δεν ήταν τυχαία, αλλά έγινε «ίνα φανερωθή η δόξα του Θεού».
Ιδιαιτέρως στάθηκε στο γεγονός ότι ο Λάζαρος ήταν ήδη τετραήμερος νεκρός, γεγονός που καθιστά το θαύμα μοναδικό. Σε αντίθεση με άλλες αναστάσεις που επιτέλεσε ο Χριστός, εδώ η φθορά του σώματος είχε ήδη αρχίσει. Όπως ανέφερε, στις θερμές εκείνες περιοχές η αποσύνθεση επέρχεται ταχύτερα, γεγονός που υπογραμμίζει ακόμη περισσότερο τη δύναμη του θαύματος.
Σε αυτό το σημείο, τόνισε ότι ο Χριστός αποκαλύπτεται όχι μόνο ως Παντοδύναμος Θεός, αλλά και ως Δημιουργός, ο οποίος αναδημιουργεί το ανθρώπινο σώμα, επαναφέροντάς το από τη φθορά στην αφθαρσία. Πρόκειται για μία πράξη θεϊκής δημιουργικής δυνάμεως, που φανερώνει τη δόξα του Θεού και καλεί τον άνθρωπο σε μετάνοια και πίστη.
Συνδέοντας το γεγονός αυτό με το αποστολικό ανάγνωσμα από την προς Εβραίους επιστολή, ο Σεβασμιώτατος ανέδειξε τη μεγάλη δωρεά που έχει προσφερθεί στον άνθρωπο, την «ασάλευτη βασιλεία» του Θεού, η οποία είναι αιώνια και άφθαρτη. Σε αντίθεση με τις επίγειες βασιλείες που κλονίζονται και φθείρονται, η βασιλεία του Θεού παραμένει αμετακίνητη και ακατάλυτη.
Ωστόσο, όπως τόνισε, η συμμετοχή σε αυτή τη βασιλεία προϋποθέτει πνευματική καθαρότητα και εγρήγορση. Υπενθύμισε μάλιστα τον λόγο της Γραφής ότι «ο Θεός πυρ καταναλίσκον», επισημαίνοντας ότι ο άνθρωπος καλείται να προσεγγίζει τα μυστήρια της πίστεως με καθαρή καρδιά και συνείδηση.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις αρετές που προβάλλει ο Απόστολος Παύλος: τη φιλαδελφία, τη φιλοξενία και τη μέριμνα για τους πάσχοντες. Κάλεσε τους πιστούς να στέκονται με αγάπη και συμπαράσταση προς όσους δοκιμάζονται, υπενθυμίζοντας ότι και οι ίδιοι θα βρεθούν κάποτε σε ανάγκη. Παράλληλα, τόνισε την αξία της εγκράτειας και της αγνότητας, υπογραμμίζοντας ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως αντικείμενο ηδονής, αλλά ως πρόσωπο που καλείται να ζει μέσα στην αγάπη, την τιμή και τη συναντίληψη.
Αναφέρθηκε επίσης στη μεγάλη παρηγοριά που προσφέρει η υπόσχεση του Θεού «ου μη σε ανώ, ουδ’ ου μη σε εγκαταλείψω», επισημαίνοντας ότι ο άνθρωπος που πλησιάζει τον Θεό φωτίζεται και αγιάζεται, ζώντας μία ζωή φωτιστική, δηλαδή μία ζωή αναστάσιμη.
Ιδιαίτερη μνεία έκανε και στους Αγίους και μάρτυρες της Εκκλησίας, υπενθυμίζοντας τα μαρτύρια του Αγίου Ιακώβου και του Αγίου Στεφάνου. Οι μορφές αυτές, όπως σημείωσε, αποτελούν πρότυπα πίστεως και σταθερότητας, ενισχύοντας τους πιστούς στον αγώνα τους.
Στο τέλος της ομιλίας του, ο Σεβασμιώτατος κάλεσε όλους να συνειδητοποιήσουν το μεγαλείο της ασάλευτης βασιλείας του Θεού, η οποία προσφέρεται μέσα από το Πάθος, τον Σταυρό και την Ανάσταση του Χριστού, και να αγωνιστούν ώστε αυτή η βασιλεία να εγκαθιδρυθεί μέσα στις καρδιές τους.
Τέλος, απηύθυνε θερμή προτροπή για προσευχή υπέρ της ειρήνης στον κόσμο, επισημαίνοντας την ανάγκη να ειρηνεύσουν οι ταραγμένες διάνοιες των ανθρώπων, ώστε να πάψουν οι πόλεμοι, οι θλίψεις και οι απώλειες. Κάλεσε τους πιστούς να ευαισθητοποιηθούν απέναντι στον ανθρώπινο πόνο και να ζητούν διαρκώς την παρουσία του Θεού στη ζωή τους και στη ζωή των άλλων.
Ολοκληρώνοντας, ευχήθηκε σε όλους καλή και ευλογημένη Μεγάλη Εβδομάδα, με βίωση του Θείου Πάθους και χαρμόσυνη προσδοκία της Αναστάσεως του Κυρίου.










































