Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Χριστούγεννα – Συλλογικός τόμος, ο Εορτασμός των Χριστουγέννων, Εκδόσεις Ακρίτας, 2006, σελ. 15-21

Πρέπει να ήμουνα στα μισά του Δημοτικού και να κοντοζύγωναν τα Χριστούγεννα ό,ας μου μας έφερε ένα καινούργιο βιβλί,ς, αντί για ήταν , θα’ πρεπε να λέει είναι ; Δίλημμα περί τα ψιμμύθια, για το ντεκόρ, δηλαδή, της πυξίδας; Ή μήπως δίλημμα περί τα ουσιώδη, ήτοι δυσκολία να διακρίνουμε με τη βελόνα της πυξίδας;

Το δίλημμα μου αν ο κόσμος της πίστης, στον οποίο με μυσταγωγούσε ο σκιαθίτης Αλέξανδρος, έχει ιστορικά απολεσθεί ή, αντιθέτως, είναι ζητούμενο μπορετό στο σήμερά μας, έχω την εντύπωση πως δεν μου το είχαν εμβρυουλκήσει καθαυτοί οι παρατατικοί και οι αόριστοι του ίδιου του συγγραφέα, αλλά το εισαγωγικό σημείωμα του επιμελητή της συγκεκριμένης έκδοσης, στο διήγημα «Τα συχαρίκια »: Έθιμα, παραδόσεις, προλήψεις, γύρω απ’ το γάμο, μά παν’ απ’ όλα η ξένοιαστη Μυρσούδα με την παιδική της αφέλεια, δίνουν ένα νοσταλγικό τόνο στο διήγημα αυτό. Αλλοίμονο! Χαθήκανε πια οι Μυρσούδες μέσα στην ανείπωτη πονήρια και μικρομεγαλίστικα καμώματα μιας εποχής σκεπασμένης απ’ την ομίχλη μιας ψυχικής διαφθοράς. (2)

Μα κι ο ίδιος ο συγγραφέας μου φανέρωνε πως ίδια θρηνωδούσαν δκαι σύγχρονοι του, ο παπα – Μπεφάνης και η θεία Αρετώ, στο διήγημα «Η Γλυκοφιλούσα», ανήμερα του αγίου Στεφάνου, Τρίτη ημέρα των Χριστουγέννων. «Εσείς, οι πλιότεροι », έλεγε σ’ ένα νεαρό βοσκό ο ιερέας, «είσθε αλιβάνιστοι. Δεν ζυγώνετε σ’ εκκλησιά!… Κανείς σας δεν ήρθε να εξομολογηθεί αυτές τις ημέρες. Αχ! Οι γονείς σας δεν δεν ήτανε τέτοιοι… Αχ! Οι παλιοί, οι παλιοί!- Οι παλιοί, οι πρωτινοί, ήταν άνθρωποι, είπεν επιβεβαιωτικά η θειά το Αρετώ ». (3)

Αυτά τα δύο σημεία αγκιστρώθηκαν στο νου μου τότε. Μιλώ εξομολογητικά και ειλικρινά δεν αποτελούν λάφυρο μεταγενέστερης ανάγνωσης. Έκτοτε, πάντως, δεν έχω σιγουρευτεί τί ήταν περισσότερο αυτό που κινούσαν μέσα μου: ένα είδος νοσταλγίας (εξάπαντος, για μια εποχή που ουδαμώς είχα προλάβει), μια τωρινή πρόσκληση σε νήψη ή μήπως λίγος θυμός («για τόσο, πια, άχρηστους μας έχουν;»).

Τα χρόνια πέρασαν, και η φοιτητική ασυλία με βρήκε να συγκινούμαι από τη θεολογική παραγωγή για τη ρωμιοσύνη που απεμπολήσαμε και για την έκπτωση μας από την εποχή τη σωστή (την εποχή του βιώματος, των κοινοτήτων, των κυκλοτερών χορών) στο σημερινό χάλι. Αυτή η νοσταλγία, μάλιστα, αρωμάτιζε έντονα και την ατμόσφαιρα του κατηχητικού που είχα αναλάβει, και με έσπρωχνε σε μια σπουδή και σ’ ένα ψάξιμο, ωστόσο, κάποιες στιγμές το πτύον μου, καθώς παραμέριζε ακάθεκτο τις επιχωματώσεις, χτύπησε απρόσμενα σε βράχο. Ψιλοξεβόλεμα, ιδού ένας από τους βράχους που είχε αναδυθεί, θυμάμαι, πάλι χριστουγεννιάτικα; Το σημείο όπου ο Παπαδιαμάντης ολόπικρα θυμάται πως, παιδί, δεν τον καταδέχονταν στα παιχνίδια τους οι συνομίληκοί του. «Με εμισούν », γράφει χαρακτηριστικά, «διότι ήμην παπαδοπαίδι ». Αιφνιδιάστηκα ! Είναι δυνατό; Είναι δυνταό, αυτή η αλλοτρίωση, που συνέβαινε στις δικές μου μέρες, να συνέβαινε και τότε, στις ευλογημένες ημέρες της Μυρσούδας ; Όσο κι αν το μελέτημα που διάβαζα πάσχιζε φιλότιμα να υποβαθμίσει τη σημασία του χωρίου, (4) εμένα με κέρδιζε η υποψία πως για τον Βορρά δεν πρέπει να κοιτάξουμε κατά που είναι στραμμένη η μύτη μας, αλλά κατά κει που δείχνει η βελόνα της πυξίδας.

Χριστούγεννα σημαίνει πανηγύρι!

Δεν γίνεται να δεχτώ τα γεννητούρια του Αγαπημένου δίχως γιορτή και γλέντι. Είναι τα δικά του γεννητούρια αυτό που γεννά σε μένα τη δυνατότητα να αναγεννηθώ, να συμμετάσχω σε μια ζωή που δεν έχει μεν γέννα, δεν έχει όμως και θάνατο. Κάτι που δεν μπορούσα να το φτιάξω από μόνος μου, κάτι ολότελα Καινούργιο ξεμύτισε στο κατώφλι μου, και γι’ αυτό τούτο το ξεμύτισμα είναι γεννήτρα χαράς και τραπεζοκόμος ξεφαντώματος.

Ένα βήμα παραπέρα όμως: ‘Αραγε, η αποδοχή αυτής της αλήθειας σημαίνει πως έχουμε στο τσεπάκι μας τη συμμετρία του νοήματος αφενός και της σάρκας του αφετέρου; Έχουμε, δηλαδή, εξασφαλίσει μια τελεσίδικη αντιστοιχία μεταξύ της Ενανθρώπισης του Χριστού αφενός και του τρόπου εορτασμού της αφετέρου; Ή μήπως-σε πείσμα κάθε φρεναπάτης ότι τάχα υπάρχουν τελεσιδικίες στην ανθρώπινη πορεία- καραδοκούν ανισορροπίες; Μία ανισορροπία μπορεί να είναι η τάση να αποδεχτείς ιδεολογικά την Εναθρώπιση δίχως να στήσεις πανηγύρι, δίχως, δηλαδή, να κάνεις την ύπαρξη και τον πολιτισμό σου υλικά για το γιορτινό τραπέζι. Μια άλλη ανισορροπία όμως μπορεί να είναι η αποφασιστικότητα να κρατήσεις μεν σαν τζοβαϊρικό πολύτιμο το πανηγύρι που στήθηκε χθές, δίχως όμως να σε νοιάζει η Ενανθρώπιση.

Αν ξεπεζέψουμε από το καλάμι των αυτονοήτων μας, θα δούμε ότι η απουσία της τελεσιδικίας είναι αδιάκοπα το στοίχημα της αυθεντικότητας του ανθρώπου. Μόλις τέσσερις αιώνες απείχε η γέννα του Χριστού ο Χρυσόστομος (κι όχι δεκαοχτώ όπως η Μυρσούδα, ή εικοσιέναν, όπως εμείς!), κι όμως διαμαρτυρόταν: «Νυν… εις τοσούτον ανοίας και καταφρονήσεως πολλοί των πιστών εληλάκασιν, ως… απλώς και ως έτυχεν εν ταις εορταίς τη τραπέζη ταύτη προσέρχονται ». (5)

Με το που θα καταλάβω, λοιπόν, πως ο εορτασμός δεν μπορεί να είναι ατράπεζος, δεν τελείωσα με τα προβλήματά˙ απλώς άρχισα. Ένα επόμενο πρόβλημα είναι πως θα κατορθώσω να στρώσω το τραπέζι με τον τσελεμεντέ, το τραπεζομάντιλο και τα σκεύη της καθημερινότητάς μου για να φέρω τσελεμεντέ, τραπεζομάντιλο και σκεύη από το παρελθόν, δηλαδή από την καθημερινότητα αλλονών˙ εκτός κι αν προτίθεμαι να καταργήσω τη λέξη «σήμερον » από τους ύμνους των Χριστουγέννων! Αν όμως, παρ ‘ όλ ‘ αυτά, διαπιστώσω ότι, ενώ η καθημερινότητα των παλιών προσφερόταν να γίνει τραπέζι και οι ίδιοι να γίνουν ομοτράπεζοι, η δική μου καθημερινότητα μοιάζει με προσφορά ατομικών μερίδων σε στοιχημένους επιβάτες αεροπλάνου, τι θα κάνω;

Έχω την εντύπωση πως, αναζητώντας την απάντηση σε μια διελκυνστίνδα παρελθόντος-παρόντος, κινδυνεύουμε να κάνουμε κύκλους, όπως ο σκύλος που δεν παίρνει είδηση πως αυτό που κυνηγά είναι η ουρά του. Η απάντηση, θαρρώ, μπορεί να ψηλαφηθεί σε άλλη κατεύθυνση: στη σχέση αμφοτέρων (παρελθόντος και παρόντος) με το μέλλον. Το ίδιο το ιστορικό γεγονός των Χριστουγέννων είναι γεγονός του παρελθόντος (αφού υπήρξε αληθινή και κυριολεκτική σάρκωση του Θεού σε πραγματικό ανθρώπινο χρόνο και χώρο), παράλληλα όμως δεν είναι εγκιβωτισμένο εκεί. Είναι απαρχή κι όχι τέρμα: είναι το αποφασιστικό και αδιαμφισβήτητο ξεκίνημα μιας διαδικασίας που απολήγει, πληρούται, ολοκληρώνεται στη Ανάσταση, και μάλιστα στην έσχατη, τη μελλούμενη Ανάσταση σύμπασας της κτίσης. Κάθε ιστορική στιγμή, λοιπόν, αυθεντίζεται ή ψευτίζει, όχι ανάλογα με μια δική της, οιονεί εγγενή, ιερότητα, αλλά ανάλογα με το αν γίνεται σκαλοπάτι προς το τελικό φτάσιμο. Σ’ αυτή την προοπτική, το σκαλοπάτι δεν είναι το νόημα, αποκτά όμως νόημα και γίνεται πολύτιμο, ως πραγμάτωση βηματισμού προς το ποθούμενο ραντεβού. Κι από την άλλη, παρόλο που είναι αναντικατάστατο, ρόλος του είναι να ξεπεραστεί.

Γι’ αυτό, το να δεχτώ να κάνω την καθημερινότητά μου γιορτινό τραπέζι είναι δημιουργία και όχι αυτοματισμός. Η καθημερινότητα, ο τρόπος, δηλαδή, συγκροτήματος του κοινού βίου, δεν είναι κάτι σαν τα κινηματογραφικά σκηνικά, τα φτιαγμένα από μονοκόμματα φελιζόλ. Είναι μάλλον κάτι σαν πηλός. Πλάθεται, μεταβάλλεται, ομορφαίνει ή ασχημίζει, πάντως δύναται να αλλάξει. Ο άνθρωπος καλείται να δράσει δημιουργικά, να πλάσει και να σπάσει. Κι αυτό σημαίνει πως, αν τυχόν νιώθουμε ότι ο κόσμος μας ασχημαίνει, λύση δεν είναι ο πνευματισμός για να επικοινωνήσουμε προσώρας με το πνεύμα μιας πεθαμένης ωραιότητας, αλλά η ιστορική δράση που θα θέσει με υλικούς όρους το αίτημα της ομορφιάς σήμερα. «Νυν και αεί˙ » όχι απλώς «μια φορά κι έναν καιρό».

Ας μου συγχωρεθεί να διατυπώσω μια πρόταση, δανειζόμενος ένα «μοντέλο» απ’ τον εορτασμό της Πρωτοχρονιάς. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει πιο σύγχρονη πρόταση ζωής και πανηγυρισμού από τη Βασιλόπιτα. Το πρώτο κομμάτι (το κομμάτι του Χριστού) φανερώνει μια κοσμοαντίληψη που δίνει προτεραιότητα στο ερώτημα περί της Αληθείας, στην ψηλάφηση του οντολογικού κέντρου των συμπάντων. Το δεύτερο κομμάτι (της Παναγίας) δείχνει πως ο άνθρωπος δεν είναι απλώς καταναλωτής, αλλά συνεργός, δωρητής σάρκας στον άσαρκο Υιό. Ήδη με τα δύο πρώτα κομμάτια εικονίσαμε τη φάτνη της Βηθλέεμ. Προχωράμε όμως και στο τρίτο, με το οποίο κάνουμε πληρέστερη την εικόνα της Σάρκωσης. Είναι το κομμάτι του φτωχού και του ξένου, αυτουνού, δηλαδή, με τον οποίο ο ίδιος ο Χριστός ταύτισε τον Εαυτό Του. Η αλληλεγγύη είναι ουσιώδης παράμετρος της χαράς εκείνης που σημαίνει κοινωνία νοήματος κι όχι εκθαμβωτικό αυτισμό˙ είναι ουσιώδης παράμετρος της χαράς εκείνης που στήνει πανηγύρι, αλλά δεν είναι για τα πανηγύρια.

Το αλεύρι, ωστόσο, για τη Βασιλόπιτα είναι (οφείλει να είναι) αυτό που δίνουν τα σημερινά χωράφια. Κι αν τον φιλότιμο άνθρωπο που θα ετοιμάσει τη Βασιλόπιτα τον νοιάζει να μην τρυπώσουν βρωμιές σ’ αυτό που θα ζυμώσει, κατά τον ίδιο τρόπο να μας νοιάσει κάθε βρωμιάπου σήμερα βεβηλώνει το αλεύρι˙ είτε αθέμιτες γενετικές μεταλλάξεις του σιταριού, είτε κερδολάγνα αποστέρηση του μεροκάματου των καλλιεργητών. Κι αυτό που θα κρυφτεί στα σπλάχνα της Βασιλόπιτας είναι το νόμισμα της καθημερινότητας. Ευρώ˙ όχι φλουρί.

Του Ιησού γεννηθέντος εν Βηθλέεμ της Ιουδαίας, γεννήθηκε καινή χαρά και καινή ευχή: Χριστός Γεννάται˙ καλή Ανάσταση!


1)  Παπαδιαμάντης, Τα Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα (απόδοση στη δημοτική Διονυσίου Μπατιστάτου ), εκδ. ‘Αγκυρα, Αθήναι 1968.

2)  Τα Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα , όπ., σ. 158.

3)  Τα Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα, όπ., σ. 136. Βλ. Το πρωτότυπο: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, ‘Απαντα (κριτική έκδοση Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος ), εκδ. Δόμος, τ. 3, Αθήνα 1989, σσ. 83-84.

4) Μ. Γ. Μερακλή, «Θέματα της διηγηματογραφίας του Παπαδιαμάντη»: Μνημόσυνο του ‘Αλεξ. Παπαδιαμάντη , Τετράδια Ευθύνης 15 (Αθήνα 1981), σ. 108.

5) Ιωάννης Χρυσόστομος, Περί ακαταλήπτου, προς ανομοίους λόγους έκτος , PG, 48, 755

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.