Τήν ἐπέτειον τῶν 200 ἐτῶν ἀπό τῆς ἡρωϊκῆς Ἐξόδου τοῦ Μεσολογγίου ετίμησε τήν Κυριακήν τῶν Βαΐων ἡ Ἱερά Μητρόπολις Χίου, Ψαρῶν καί Οἰνουσσῶν. Κατὰ τὴν διάρκειαν τῆς Ἀρχιερατικῆς Θείας Λειτουργίας κατὰ τὴν ὁποίαν ἐλειτούργησεν ὁ Σεβ. Μητροπολίτης Χίου , Ψαρῶν καὶ Οἰνουσσῶν κ. Μᾶρκος καὶ δή κατὰ τὴν ὥραν τοῦ Κοινωνικοῦ ὁ Ἱστορικὸς κ. Παναγιώτης – Ἀγαπητὸς Λάλας ὁμίλησε καί εἶπε τὰ ἑξῆς:
<<Σεβασμιώτατε Πατέρα, με την ευχή και την άδειά σας, αιτούμαι να εκφωνήσω την ομιλία μου.
Το Έθνος των Ελλήνων, πάντα θεοσεβούμενο στο διάβα των αιώνων, χρειάστηκε να δοκιμαστεί υπό του οθωμανικού ζυγού για 400 χρόνια. Σε αυτά τα 400 χρόνια δοκιμάστηκαν η πίστη και τα δομικά στοιχεία της φυλής μας. Ο πατέρας της Ιστορίας Ηρόδοτος, στο 7ο βιβλίο του, την Πολύμνια αναφέρει: «μένοντας εν τη τάξι, επικρατέειν ή απόλλυσθαι». Και κάπως έτσι αυτή η φράση, ως πατρική συμβουλή από την αρχαία Ελλάδα μετουσιώθηκε το 1821 στο “Ελευθερία ή Θάνατοςʺ.
Τον Μάιο του 1821, δύο μήνες μετά το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης στην Πελοπόννησο, οι οπλαρχηγοί της Στερεάς Ελλάδας, καθώς επίσης της Ηπείρου και της Μακεδονίας, θα ακολουθήσουν τον γενικό ξεσηκωμό του Γένους. Η πόλη του Μεσολογγίου, θα αποτελέσει το επαναστατικό κέντρο του αγώνα της Δυτικής Ελλάδας. Η στρατηγική σημασία της πόλης τονίζεται από τους χρονικογράφους και ιστορικούς της περιόδου, που χαρακτηρίζουν το Μεσολόγγι ως “το κλειδί της Στερεάς Ελλάδας και την κολώνα της Πελοποννήσουʺ. Την κρίσιμη ώρα του αγώνα, το Μεσολόγγι θα καταστεί η κιβωτός των φυλών του ελληνισμού, καθώς πλάι στους γηγενείς αμυνόμενους συρρέουν προς ενίσχυσηΠελοποννήσιοι, Στερεοελλαδίτες, Επτανήσιοι, Μακεδόνες, Βλάχοι, Αρβανίτες, Ηπειρώτες, Αιγαιοπελαγίτες, Κρητικοί αλλά και Φιλέλληνες από όλη την Ευρώπη.
Ο Σουλτάνος Μαχμούτ, θέλοντας να καταστείλει την επανάσταση και πιεζόμενος από την Ιερά Συμμαχία του Μέτερνιχ, τον Οκτώβριο του 1822, στέλνει τον Ομέρ Βρυώνη και τον Μεχμέτ Ρεσίτ γνωστό ως Κιουταχή, με δύναμη 8.000 ανδρών, ώστε να ισοπεδώσουν το Μεσολόγγι. Η πρώτη πολιορκία διήρκησε δύο μήνες, μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1822. Υπερασπιστής και αρχηγός της φρουράς του Μεσολογγίου είναι ο 23χρονος Αθανάσιος Ραζη-Κότσικας, γόνος της εύπορης οικογένειας των Ραζήδων από την Κεφαλληνία. Ο Ραζη-Κότσικας, διακρίνεται στο πεδίο της μάχης και παράλληλα διαθέτει όλη του την περιουσία, ώστε να οχυρωθεί η πόλη με τα κατάλληλα οχυρωματικά έργα. Σε αυτή την πρώτη πολιορκία θα ξεχωρίσει επίσης η ηγετική μορφή του Σουλιώτη οπλαρχηγού Μάρκου Μπότσαρη. Ο Μπότσαρης κράτησε το Μεσολόγγι όρθιο και απώθησε τους επίδοξους πολιορκητές, δίνοντας παράταση ζωής στους πολιορκημένους. Κι όταν ο Μάρκος ξεψύχησε λίγους μήνες αργότερα στη μάχη του Κεφαλόβρυσου, λίγο έξω από το Καρπενήσι, οι σύντροφοί του δεν βρήκαν πουθενά αλλού πιο φιλόξενη, ελεύθερη και ιερή γη από αυτή του Μεσολογγίου για να θάψουν το σώμα του ήρωα.
Μετά από αυτή την πρώτη νίκη, οι Μεσολογγίτες δεν εφησυχάζουν. Αντιθέτως ετοιμάζονται και οργανώνονται εκ νέου. Ο Χιώτης μηχανικός Μιχαήλ Κοκκίνης, οργανώνει την οχύρωση της πόλης ενισχύοντας τα τείχη, την τάφρο και τους προμαχώνες, που οι ντόπιοι αποκαλούν ʺντάπιες“. Η ιδιοφυΐα του Κοκκίνη καθιστά το Μεσολόγγι απόρθητο. Όσο συμβαίνουν αυτά, ο Φιλέλληνας Λόρδος Βύρων το 1824, βαριά άρρωστος, αφήνει την τελευταία του πνοή στο Μεσολόγγι, συγκινώντας όλο τον ελεύθερο κόσμο της εποχής. Στον τάφο του στην Αγγλία διαβάζει κανείς: ʺΠροσέφερα στην Ελλάδα τα χρήματά μου, την υγεία μου και το χρόνο μου. Τώρα προσφέρω και τη ζωή μουʺ.
Τον Απρίλιο του 1825, ξεκινάει η δεύτερη πολιορκία του Μεσολογγίου. Ο Σουλτάνος στέλνει αυτή τη φορά οργανωμένο στρατό 20.000 ανδρών, υπό τον Κιουταχή. Η εντολή που του δίνει είναι:ʺΤο Μεσολόγγι ή το κεφάλι σουʺ. Μέσα στο Μεσολόγγι, 11.000 ψυχές θα επιβεβαιώσουν τη ρήση του Θουκυδίδη “ελεύθερον το εύψυχονʺ. Παρά τις επί σειρά μηνών προσπάθειες, ο Κιουταχής αποτυγχάνει να καταλάβει την πόλη. Το αξιόμαχο των πολιορκημένων, το έργο του Χιώτη μηχανικούΚοκκίνη αλλά και οι επιδρομές του Γεώργιου Καραϊσκάκη στα νώτα του Κιουταχή, καθηλώνουν το ογκώδες στράτευμα των Οθωμανών. Παράλληλα, ο Υδραίοςναύαρχος Ανδρέας Μιαούλης με το στόλο του, ανεφοδιάζουν δια θαλάσσης συνεχώς τους πολιορκημένους με τρόφιμα και πολεμοφόδια. Τον Αύγουστο, μέσα σε κλίμα ενθουσιασμού, μπαίνει στο Μεσολόγγι ο Κίτσος Τζαβέλας με 580 επίλεκτους Σουλιώτες, αναπτερώνοντας το ηθικό των πολιορκημένων.
Ακόμα και όταν ο Ιμπραήμ κατέφτασε στο Μεσολόγγι το Δεκέμβριο του 1825, προς ενίσχυση του Κιουταχή, με επιπλέον 10.000 άντρες, 145 πλοία και σύγχρονα πυροβόλα και κανόνια, δεν κατέστη δυνατό να κυριεύσει την πόλη. Οι Τουρκοαιγύπτιοι έχοντας αποκλείσει δια ξηράς το Μεσολόγγι, στράφηκαν προς τη λιμνοθάλασσα της πόλης και τις οχυρωμένες νησίδες της. Την 25η Μαρτίου του 1826, 130 λέοντες θα γράψουν ιστορία στην νησίδα της Κλείσοβας, συντρίβοντας 6.000 Τουρκοαιγυπτίους. Ήταν τέτοια η αντίσταση των υπερασπιστών, που ο εθνικός ποιητής Διονύσιος Σολωμός αναφέρει στους Ελεύθερους Πολιορκημένους: ʺΤα μάτια μου δεν είδαν τόπο ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκιʺ.
Όμως ο κλοιός έσφιγγε και η αντίστροφη μέτρηση για τους πολιορκημένους είχε ξεκινήσει. Ο ανεφοδιασμός από ξηράς και θάλασσας ήταν αδύνατος, τα πολεμοφόδια και τα τρόφιμα στέρευαν. Αυτό που δεν μπορούσε να καταφέρει για χρόνια ο εχθρός, άρχισε να το καταφέρνει η πείνα, η λειψυδρία και οι αρρώστιες. Οι μαρτυρίες του Μάγερ, του Αρτεμίου Μίχου, του Νίκου Μακρή, του Νίκου Κασομούλη και άλλων αυτοπτών μαρτύρων συγκλονίζουν.
Καθώς η πείνα θέριζε, οι πολιορκημένοι, αφού εξάντλησαν τα καθαρά ζώα, στράφηκαν προς τα ακάθαρτα. Θρέφονται πλέον με κάθε είδους χόρτο που φυτρώνει από τη ματωμένη γη, ενώ σε κάποιες περιπτώσεις παρατηρείται ακόμα και το φαινόμενο της ανθρωποφαγίας πτωμάτων. Ο ναύαρχος Μιαούλης, με επιστολή του προς την ελληνική κυβέρνηση, ενημερώνει για την τραγική κατάσταση που επικρατεί στην πόλη εξαιτίας της πείνας και της δίψας, τονίζοντας πως η πτώση του Μεσολογγίου είναι ζήτημα ημερών.
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει.
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε, στα μάτια η μάνα μνέει,
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει.
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω `γώ στο χέρι;
Οπού συ μου `γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».
Οι Μεσολογγίτες, παρά την εξαθλίωση τους, απορρίπτουν κάθε πρόταση του εχθρού για παράδοση. Απαντούν γενναία στις δελεαστικές προτάσεις του Ιμπραήμ: ʺΤο κάστρο μας θέλεις; Τα κλειδιά του είναι κρεμασμένα στις μπούκες των κανονιών μας. Έλα να τα πάρεις!ʺ. Οι πολιορκημένοι έχοντας υπερβεί τα ανθρώπινα όρια, εξομολογούνται, κοινωνούν και εναποθέτοντας τις ελπίδες τους στο Θεό, αποφασίζουν να πραγματοποιήσουν το βράδυ της 10ης προς 11η Απριλίου,την ηρωική έξοδο προς την αθανασία. Οι γυναίκες ντύνονται άντρες, παίρνουν τα όπλα και δίνουν στα παιδιά τους αφιόνι, για να μη καταλάβουν το χαλασμό που θα ερχόταν. Με τρεις φάλαγγες, υπό του Νότη Μπότσαρη, του Κίτσου Τζαβέλα και του Αθανάσιου Ραζη-Κότσικα, 3.000 περίπου ψυχές κραδαίνοντας τα όπλα, εφορμούν στους πολιορκητές, προσπαθώντας να ανοίξουν το δρόμο προς την ελευθερία και τη λύτρωση. Η φάλαγγα του Ραζη-Κότσικα με τα γυναικόπαιδα θα υποστεί τις πιο βαριές απώλειες. Από τους 3.000 εξοδίτες επέζησαν τελικά 1.300, το σχέδιο της Εξόδου είχε προδοθεί.
Μέσα στο Μεσολόγγι, έχουν μείνει πέντε με έξι χιλιάδες γυναικόπαιδα, ηλικιωμένοι και όσοι ήταν ανήμποροι να ακολουθήσουν τις φάλαγγες των μαχητών της Εξόδου. Ο γηραιός προύχοντας της πόλης Χρήστος Καψάλης, καλεί τον άμαχο πληθυσμό να συγκεντρωθεί στην πυριτιδαποθήκη για να βρει ένδοξο θάνατο. Την ώρα που οι Τουρκοαιγύπτιοι πλησιάζουν, ο Καψάλης ανατινάζει την πυριτιδαποθήκη, παίρνοντας μαζί του 6.000 Τουρκοαιγύπτιους. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης γράφει:
Στον τάφο του κλεισμένο, το Μεσολόγγι,
σκέλεθρο, γυμνό, ξεσαρκωμένο,
δεν παραδίδει τα άρματα,
δεν γέρνει το κεφάλι…
Κρατεί για νεκροθάφτη του το Χρήστο τον Καψάλη…
Η σφαγή του άμαχου πληθυσμού που ακολουθεί είναι γενική. Μητέρες πετάνε στα πηγάδια τα παιδιά τους για να μην πέσουν στα χέρια των βαρβάρων. Σύζυγοι σκοτώνουν τις γυναίκες τους για να μην ατιμαστούν. Χιλιάδες γυναικόπαιδα εξανδραποδίζονται και στέλνονται δούλοι στα σκλαβοπάζαρα. Λίγο πιο πέρα, στο νησάκι του Ανεμόμυλου, ο εθνομάρτυρας επίσκοπος Ρωγών Ιωσήφ, ο ιερέας που άλλοτε γυρνούσε ακούραστος από προμαχώνα σε προμαχώνα για να ευλογήσει τους μαχητές, ο ιερέας που κοινώνησε τους εξοδίτες, ταμπουρώνεται στον μύλο μαζί με γυναικόπαιδα και βάζει φωτιά στο λιγοστό μπαρούτι που του είχε απομείνει. Οι Τουρκοαιγύπτιοι τον πιάνουν ζωντανό και ο Ιμπραήμ τους δίνει εντολή να τον γδάρουν και να τον κρεμάσουν.
Και έτσι το Μεσολόγγι μπορεί να έπεσε αλλά κέρδισε την αθανασία. Η θυσία των πολιορκημένων, έγινε κραυγή ελευθερίας μέσα από την ποίηση, τη λογοτεχνία και τη ζωγραφική της εποχής. Ο αγώνας του δικαίου έναντι του αδίκου, του αδυνάτου έναντι του ισχυρού, του ελευθέρου πνεύματος έναντι του βαρβαρισμού, υμνήθηκε από τον Γκαίτε, τον Ουγκώ, το Σολωμό και πλήθος άλλων. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ελευθερία, ο ηρωισμός και η αυτοθυσία πήραν πρόσωπο, μέσα από τα χρώματα του Ντελακρουά, του Ντε Λανσάκ καιτου Θεόδωρου Βρυζάκη. Αν η σφαγή της Χίου και το ολοκαύτωμα των Ψαρών ήταν τα γεγονότα που έστρεψαν τα μάτια της Ευρώπης στο ελληνικό ζήτημα, η θυσία του Μεσολογγίου ήταν η ληξιαρχική πράξη γέννησης του ελληνικού κράτους.
Το μήνυμα του Μεσολογγίου,εξακολουθεί να πορεύεται αναλλοίωτο στο διάβα του χρόνου, εμπνέοντας κάθε ελεύθερο άνθρωπο, κάθε ευγενική και ρομαντική ψυχή. Είναι μήνυμα υπερεθνικό, παγκόσμιο και πανανθρώπινο. Μέσα από τα χαλάσματα και τους κλαυθμούς, μία φλόγα πίστης και ελπίδας εξακολουθεί να καίει και να βάζει φωτιά στις καρδιές μας. Αν και εσείς λοιπόν νιώθετε σήμερα ʺελεύθεροι πολιορκημένοιʺ, σε έναν κόσμο που πνίγει τοελεύθερο πνεύμα σας, σε έναν κόσμο που η κακία και η αδικία πολιορκούν το ʺαλωνάκιʺ σας, τότε κρατήστε μέσα σας τη φλόγα του Μεσολογγίου. Σαν τον Χιώτη μηχανικό Κοκκίνη, προετοιμαστείτε και περιχαρακώστε την ψυχή σας σκάβοντας βαθιές τάφρους. Ανυψώστε τείχη για να συντριβεί πάνω τους κάθε κακία και βαρβαρισμός. Βρείτε τη δύναμη εκείνου του μικρού Σουλιώτη καισταθείτε με καρτερικότητα στους προμαχώνες σας, τις ʺντάπιες“ για να υπερασπιστείτε τις αρχές, τις αξίες και τα ιδανικά σας. Κι όταν ο εχθρός σας προτείνει δελεαστική παράδοση και συμβιβασμό, επιδείξτε εκείνη την αρετή που μας έφερε μέχρι σήμερα εδώ ελεύθερους ως Έθνος, την αρετή της αδιαλλαξίας.Μη διστάσετε την ύστατη στιγμή με πίστη και όραμα, να πραγματοποιήσετε και εσείς τη δική σας “έξοδο“για νέους αγώνες, νέα Μεσολόγγια.
Χαίρε ω χαίρε Ελευθεριά…
Χαίρε ω χαίρε Έθνος των Ελλήνων!
Αιωνία τους η μνήμη
Καλή Ανάσταση σε εσάς και τις οικογένειές σας>>.
Ἐν συνέχεια ἀναπέμφθη δέησις ὑπέρ τῶν ἡρώων Ἐξοδιτῶν. Εἰς τό κέντρον τοῦ Ἱεροῦ Ναοῦ ἐτέθη ἀντίγραφον τοῦ πίνακος τῆς Ἐξόδου τοῦ Μεσολογγίου, τό ὁποῖον ἐδώρισεν ὁ μακαριστός Μητροπολίτης Αἰτωλίας καί Ἀκαρνανίας ΚΟΣΜΑΣ εἰς τόν Σεβασμιώτατον Μητροπολίτην μας.


















































