Μ. Γ. ΒΑΡΒΟΥΝΗΣ, Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης
Οπως αναφέρθηκε και σε προηγούμενο άρθρο, (Εκκλησιαστικών παρασήμων ιστορία) τόσο η Εκκλησία της Ελλάδος, όσο και η Εκκλησία της Κύπρου, έχουν καθιερώσει από ένα βασικό παράσημο, με κατά περιστάσεις διάκριση τάξεων. Η μεν Εκκλησία της Ελλάδος το συνοδικό παράσημο του αποστόλου Παύλου, το διάσημο του οποίου συνίσταται από έναν σταυρό που κρεμιέται από τον λαιμό με κορδέλα, η δε Εκκλησία της Κύπρου το παράσημο του αγίου Βαρνάβα, που αποτελείται από έναν δικέφαλο μεταλλικό αετό, κρεμασμένο με γωνιόσχημη κορδέλα από τον λαιμό επίσης.
Στην πρώτη περίπτωση, η πρώτη τάξη συνίσταται σε διάσημο που μοιάζει με μεγαλόσταυρο, χωρίς όμως να ονομάζεται έτσι, και περιλαμβάνει κορδέλα που φέρεται διαγώνια, με τον σταυρό στην άκρη και αστέρα, ο οποίος μιμείται τον ανάλογο αστέρα του τάγματος του Σωτήρος της Ελληνικής Πολιτείας. Στη δεύτερη, η πρώτη τάξη αποτελείται από μεγαλυτέρου μεγέθους και καλλίτερης ποιότητος διάσημα, χωρίς ωστόσο να αλλάζει η μορφολογία τους. Και στις δύο περιπτώσεις, η διαφορά δηλώνεται σαφώς στο δίπλωμα της απονομής. Την συνήθεια αυτή όμως άρχισαν, σταδιακά από τη δεκαετία του ’90, να μιμούνται διάφορες μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος -σπανιότερα δε και της Εκκλησίας της Κύπρου- με πρωτοβουλία των κατά καιρούς Μητροπολιτών τους.
Η τάση αυτή έγινε πιο αισθητή κατά τη διάρκεια της αρχιεπισκοπικής θητείας του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χριστοδούλου Α’ (1988 – 2008). Κατά την περίοδο αυτή, άρχισαν να εμφανίζονται παράσημα διαφόρων Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, συνήθως με την ονομασία «χρυσός σταυρός», τα οποία απονέμονται με απόφαση του οικείου Μητροπολίτη, προς άτομα που εκείνος αποφασίζει ότι πρέπει να τιμηθούν για την εν γένει προσφορά τους, ή για συγκεκριμένες συνεισφορές τους στο έργο κάθε Μητρόπολης.
Μάλιστα, καθιερώθηκε η συνήθεια να απονέμονται και διάσημα του ίδιου παρασήμου σε μορφή μεγαλόσταυρου, με μεγαλύτερη διαγωνίως φερόμενη ταινία, μεγαλύτερο σταυρό στην άκρη της και αστέρα, ο οποίος και πάλι κατά κανόνα μιμείται τη βασική διάταξη του αστέρα του ελληνικού τάγματος του Σωτήρος, σε πατριάρχες, αρχηγούς αυτοκέφαλων εκκλησιών, αρχηγούς κρατών και πρωθυπουργούς, αν τύχει να επισκεφθούν τη συγκεκριμένη Μητρόπολη.
Η συνήθεια αυτή επεκτείνεται καθημερινά, με αποτέλεσμα σε κάθε πανήγυρη ή σε κάθε εορτασμό τοπικών εορτών και επετείων να εμφανίζονται ολοένα και νέα εκκλησιαστικά «παράσημα», χωρίς να υπάρχει σχετική καταγραφή, ώστε να μην μπορεί εύκολα να γίνει καταγραφή και ταξινόμηση αυτών των εκκλησιαστικών διακρίσεων. Τα «παράσημα» αυτά συνήθως τιμώνται στο όνομα του αποστόλου στον οποίο κατά την παράδοση αποδίδεται η ίδρυση της τοπικής Εκκλησίας -κάτι που όπως είδαμε συμβαίνει γενικότερα και με τα παράσημα πατριαρχείων και αυτοκέφαλων Εκκλησιών- ή ενός σημαντικού και προβεβλημένου τοπικού αγίου, ή του αγίου στο όνομα του οποίου τιμάται ο μητροπολιτικός ναός.
Η πρακτική αυτή εύκολα μπορεί να παραβληθεί με τις πρακτικές που κυριαρχούν στη σύγχρονη ελληνική εκκλησιαστική τέχνη. Πέρα από τις όποιες κατά περιπτώσεις αισθητικές αντιρρήσεις ή παρατηρήσεις, είναι η ιδέα της προβολής των τοπικών ιδιαιτεροτήτων και συνθηκών που κυριαρχεί, όπως άλλωστε συμβαίνει και στα είδη ευσεβείας και στα αντίγραφα εικόνων, τα φυλακτά κ.λπ. που προσφέρονται σε σημεία πώλησης ναών και μονών: πρόκειται για μια κοινή πρακτική, η οποία σχετίζεται με την τάση προβολής της τοπικής ταυτότητας μέσω εκκλησιαστικών και λατρευτικών συμβολισμών, η οποία διαπιστώνεται σε πολλά και διαφορετικά στοιχεία της νεωτερικής λαϊκής θρησκευτικότητας των ημερών μας, και για την οποία έχουμε γράψει αναλυτικότερα, με άλλη ευκαιρία.
Μέσα από τα διάσημα των εκκλησιαστικών «παρασήμων» των Μητροπόλεων της Εκκλησίας της Ελλάδος, προβάλλονται οι τοπικοί άγιοι και τα πρόσωπα ή τα μνημεία που αποτελούν οριακά σημεία για τη συγκρότηση της τοπικής λατρευτικής ταυτότητας. Παραλλήλως δε καλλιεργείται ένα πλέγμα κοινωνικών και προσωπικών σχέσεων, που δια των πρακτικών του ευεργετισμού, της φιλανθρωπίας και των δωρεών για κοινωφελείς σκοπούς, διευκολύνει τόσο τη συντήρηση μνημείων και αντικειμένων, όσο και την οργάνωση του έργου των ενοριών και μάλιστα στην παρούσα συγκυρία της δεινής οικονομικής κρίσης που μαστίζει την ελληνική κοινωνία.
Εφημερίδα «Κιβωτός της Ορθοδοξίας»