Το απόγευμα της Κυριακής 22 Φεβρουαρίου 2026, στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Καρδίτσης, τελέσθηκε ο Α΄ Κατανυκτικός Εσπερινός, ο λεγόμενος και Εσπερινός της Συγγνώμης, στον οποίο χοροστάτησε ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Τιμόθεος.
Αμέσως μετά, στο πλαίσιο των καθιερωμένων εσπερινών κηρυγμάτων, ο Σεβασμιώτατος συνέχισε την ερμηνευτική προσέγγιση της προς Ρωμαίους επιστολής του Αποστόλου Παύλου, ολοκληρώνοντας την ανάπτυξη του 7ου κεφαλαίου, με αφορμή την έναρξη της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Τόνισε ότι η Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή αποτελεί «στάδιο αρετών» και περίοδο πνευματικών αγωνισμάτων, όπου η νηστεία, η άσκηση και η μετάνοια δεν περιορίζονται σε μια εξωτερική προσπάθεια, αλλά οδηγούν στην ένδυση των ψυχικών χαρισμάτων και στην επανατοποθέτηση του ανθρώπου μέσα στο μυστήριο της σωτηρίας. Σκοπός της πορείας αυτής είναι να βιώσουμε, όσο είναι δυνατόν, το εκούσιο Πάθος, τον Σταυρό και τη θεόσωμη Ταφή του Κυρίου μας, ώστε να οδηγηθούμε στην χαρά της Αγίας Αναστάσεως, συναναστημένοι μαζί Του.
Στη συνέχεια, αναφερόμενος στο περιεχόμενο του 7ου κεφαλαίου της προς Ρωμαίους, έθεσε ως χαρακτηριστικό τίτλο της ενότητας το «Άλλο θέλω και άλλο πράττω», υπογραμμίζοντας ότι ο Απόστολος Παύλος περιγράφει με ακρίβεια την εσωτερική πάλη του ανθρώπου, την τραγωδία του διχασμού ανάμεσα στο καλό που επιθυμεί και στο κακό που τελικά πράττει. Η φράση αυτή, όπως επισήμανε, δεν αφορά μόνο μια θεωρητική κατάσταση, αλλά αποτυπώνει μια εμπειρία διαχρονική, που εμφανίζεται σε κάθε εποχή.
Ο Σεπτός μας Ποιμενάρχης στάθηκε ιδιαίτερα στην ανεκτίμητη αξία του ανθρώπου και της ψυχής του. Υπενθύμισε τον λόγο του Κυρίου, «Τί γὰρ ὠφελήσει ἄνθρωπον ἐὰν κερδήσῃ τὸν κόσμον ὅλον καὶ ζημιωθῇ τὴν ψυχὴν αὐτοῦ», σημειώνοντας ότι δεν υπάρχει μέτρο ανθρώπινο που να μπορεί να υπολογίσει την τιμή της ψυχής. Όταν ο άνθρωπος συνειδητοποιήσει αυτό το μέγεθος, κατανοεί βαθύτερα, αφενός το ενδιαφέρον του Θεού, που του χαρίζει τον νόμο και τις εντολές ως φωτεινά ορόσημα, αφετέρου την τραγικότητα της αμαρτίας, που σκλαβώνει τον άνθρωπο και τον απομακρύνει από τον προορισμό του.
Ερμηνεύοντας την αποστολική φράση, «ὁ νόμος πνευματικός ἐστίν, ἐγὼ δὲ σαρκικός εἰμι, πεπραμένος ὑπὸ τὴν ἁμαρτίαν», διευκρίνισε ότι ο νόμος του Θεού, τόσο ο Μωσαϊκός όσο και ο έμφυτος ηθικός νόμος, είναι αγαθός και πνευματικός, θεϊκό δώρο που αποβλέπει στην αποκατάσταση της κοινωνίας του ανθρώπου με τον Θεό, με τον συνάνθρωπο και με τον ίδιο τον εαυτό του. Η ευθύνη της απομακρύνσεως δεν ανήκει στον νόμο, ούτε στον Θεό, αλλά στον άνθρωπο, ο οποίος γίνεται «σαρκικός», προτιμώντας τη σκοτεινή σκλαβιά της αμαρτίας από την ελευθερία του Θεού.
Εξήγησε ότι η αμαρτία δεν πρέπει να νοείται ως μια αφηρημένη «δύναμη» έξω από τον άνθρωπο, αλλά σχετίζεται άμεσα με τη βούληση, την επιθυμία και τη συγκατάθεση του ανθρώπου. Η αρχή γίνεται με μια προσωπική παραχώρηση, όμως, με την κατάχρηση και την επανάληψη, η αμαρτία οδηγεί στο στάδιο της εξάρτησης, όπου ο άνθρωπος αισθάνεται ότι δεν μπορεί να αποδεσμευθεί. Έτσι γίνεται κατανοητή η κραυγή του Αποστόλου, που παρουσιάζει τον άνθρωπο να θέλει το καλό, να συμφωνεί με τον νόμο, αλλά να αδυνατεί να τον εφαρμόσει, επειδή ένας «άλλος νόμος» μέσα στα μέλη του αντιστρατεύεται τον «νόμο του νοός» και τον αιχμαλωτίζει.
Η παύλεια αυτή περιγραφή, όπως υπογράμμισε, δεν περιορίζεται μόνο στο εσωτερικό πεδίο, αλλά προεκτείνεται και στην κοινωνική ζωή. Ο Σεβασμιώτατος παρατήρησε ότι, στη σύγχρονη πραγματικότητα, υπάρχουν και νόμοι που αντιστρατεύονται το Ευαγγέλιο και τις θεμελιώδεις αρχές της χριστιανικής ζωής, δημιουργώντας μια ευρύτερη σύγκρουση ανάμεσα στη συνείδηση και σε επιλογές που τραυματίζουν τον άνθρωπο και την κοινωνία.
Καθώς ο Απόστολος Παύλος φθάνει στην αγωνιώδη κραυγή, «ταλαίπωρος ἐγὼ ἄνθρωπος, τίς με ῥύσεται ἐκ τοῦ σώματος τοῦ θανάτου τούτου;», ο Σεβασμιώτατος ανέδειξε ότι η απάντηση δεν βρίσκεται σε ανθρώπινη δύναμη, αλλά στον Θεάνθρωπο Σωτήρα. Ο Χριστός είναι Εκείνος που «ἐξηγόρασεν ἡμᾶς» με το Τίμιο Αίμα Του, χαρίζοντας απολύτρωση και άφεση αμαρτιών. Γι’ αυτό και ο Παύλος ξεσπά σε ευχαριστία: «Εὐχαριστῶ τῷ Θεῷ διὰ Ἰησοῦ Χριστοῦ τοῦ Κυρίου ἡμῶν», αναγνωρίζοντας ότι το έργο της σωτηρίας είναι έργο της Αγίας Τριάδος.
Διευκρίνισε ότι, ακόμη και μετά την έλευση του Χριστού, η πάλη μέσα στον άνθρωπο δεν παύει, όσο ζούμε θα αισθανόμαστε την έλξη της αμαρτίας και, ταυτόχρονα, την έλξη του φωτός. Ωστόσο, τώρα υπάρχει η Εκκλησία ως «ιατρείο», υπάρχει το «φάρμακο» του Σώματος και του Αίματος του Χριστού, η δύναμη της μετανοίας, η προσευχή, τα δάκρυα, η επιστροφή, όλα όσα τροφοδοτούν τον αγώνα και καθιστούν δυνατή την απεξάρτηση από τα πάθη.
Κλείνοντας, ο Σεβασμιώτατος ευχαρίστησε τον Θεό που απέστειλε τον Μονογενή Υιό Του για τη σωτηρία του ανθρώπου και χαρακτήρισε την Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή ως «πεμπτουσία της πνευματικής ζωής», ως χρόνο αναζήτησης του κάλλους της παρουσίας του Θεού, μετανοίας και πνευματικής προσπάθειας, ώστε να γευθούμε το φως της Αναστάσεως. Τέλος, κάλεσε όλους, κατά το πνεύμα του Εσπερινού της Συγγνώμης, να ζητήσουν αμοιβαία συγχώρηση, ευχόμενος καλή δύναμη και ευλογημένη Αγία και Μεγάλη Τεσσαρακοστή.
O Εσπερινός της «Συγγνώμης» στην Καρδίτσα
Το απόγευμα της Κυριακής 22 Φεβρουαρίου 2026, στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης Καρδίτσης, τελέσθηκε ο Α΄ Κατανυκτικός...
Read more





































