Σὲ κατανυκτικὸ κλῖμα ἐτελέσθη ὁ Α’ Κατανυκτικὸς Ἑσπερινός, στὸν μεγαλοπρεπῆ Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου Πατρῶν, χοροστατοῦντος τοῦ Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Πατρῶν κ.κ. Χρυσοστόμου.
Πληθύς Ἱερέων συμμετεῖχε στὸν Κατανυκτικὸ Ἑσπερινό, στὸν ὁποῖο συγχοροστάτησε ὁ Θεοφιλέστατος Ἐπίσκοπος Κερνίτσης κ. Χρύσανθος, καὶ συμμετεῖχε πλῆθος εὐσεβῶν Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι παρέμειναν, ὑπομονετικὰ, μέχρι τὸ τέλος προκειμένου νὰ ἀσπασθοῦν τὸν Σταυρὸ καὶ τὸ χέρι τοῦ Σεβασμιωτάτου, λαμβάνοντες καὶ δίδοντες συγγνώμη.
Στὸ κήρυγμά του ὁ Σεβασμιώτατος ὡμίλησε μὲ τρόπο γλαφυρὸ καὶ βαθειὰ θεολογικὸ καὶ κατανοητό, περὶ τῆς ἀσκητικῆς πορείας τῶν θεουμένων, τὸν ἀγῶνα τῶν ὁποίων ἐνισχύει ἡ Ἐκκλησία ἰδιαιτέρως κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς, μὲ τὰ σωτήρια μέσα της.
Ἐπίσης ὁ Σεβασμιώτατος μίλησε γιὰ τὴν ἐκκοσμίκευση ἡ ὁποία ἔχει εἰσέλθει στὴ ζωή μας, μὲ κίνδυνο νὰ ἀλλοιωθῇ τὸ Ὀρθόδοξο φρόνημά μας, νὰ ὑπάρξουν συμβιβασμοὶ ὡς πρὸς τὴν πίστη, τὴν ζωή, τὴν μαρτυρία καὶ τήν ὁμολογία μας.
Ὁ Ἱεράρχης ἐπὶ τοῦ θέματος αὐτοῦ ἀνέλυσε τὸ κείμενο ἀπό τὸν Εὐαγγελιστὴ Ἰωάννη (Α’ Ἰωάνν. Β 16-17).
«Μὴ ἀγαπᾶτε τὸν κόσμον, μηδέ τά ἐν τῷ κόσμῳ. Ἐὰν τὶς ἀγαπᾶ τὸν κόσμον, οὐκ ἔστιν ἡ ἀγάπη τοῦ Πατρὸς ἐν αὐτῷ. Ὅτι πᾶν τῷ ἐν τῷ κόσμῳ, ἡ ἐπιθυμία τῆς σαρκὸς καὶ ἡ ἐπιθυμία τῶν ὀφθαλμῶν καὶ ἡ ἀλαζονεία τοῦ βίου, οὐκ ἔστιν ἐκ τοῦ Πατρός, ἀλλ΄ ἐκ τοῦ κόσμου ἐστί. Καὶ ὁ κόσμος παράγεται καὶ ἡ ἐπιθυμία αὐτοῦ, ὁ δὲ ποιῶν τὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ, μένει εἰς τὸν αἰῶνα».
Ὁ Σεβασμιώτατος, ἐξέφρασε τὴν βαθειά του συγκίνηση γιὰ τὴν ἀθρόα συμμετοχὴ τῶν Κληρικῶν καὶ τοῦ πλήθους τῶν εὐσεβῶν Χριστιανῶν, οἱ ὁποῖοι κατέκλυσαν, κατὰ χιλιάδες, τὸν Ἴερο Ναὸ τοῦ Ἀποστόλου Ἀνδρέου καὶ εὐχήθηκε εἰς ὅλους, εὐλογημένο τὸ στάδιο τῆς Ἁγίας καὶ Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς καὶ μὲ τὸ καλὸ καὶ ἐν ὑγιείᾳ ψυχῆς τε καὶ σώματος νὰ ἑορτάσωμε τὴν Ἀνάσταση.











































