Το μεγαλύτερο δώρο που μας έχει δώσει ο Θεός και το οποίο δείχνει και το μέγεθος της μακροθυμίας του, είναι ο χρόνος. Μας τον δίνει το χρόνο αυτό για να καθαριστούμε, να μετανοήσουμε, να φωτιστούμε, να αγιαστούμε, να γίνουμε μικροί Χριστοί κατά τη χάρη Του μέσα από τη ζωή και τα μυστήρια της Εκκλησίας Του.
Ιερά αγρυπνία τελέσθηκε το Σάββατο 31 Οκτωβρίου (Κυριακή Ε´ Λουκά, Κοσμά και Δαμιανού των αναργύρων και της μητρός αυτών Θεοδότης, Δαυίδ οσίου του εν Ευβοία, Ιακώβου ιερομάρτυρος του εν Αιτωλία και των μαθητών αυτού), στον Ιερό Ναό Ευαγγελιστρίας Πειραιώς, στην οποία προεξήρχε και κήρυξε τον θείο λόγο, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Προικοννήσου κ. Ιωσήφ.
Η αγρυπνία και η ομιλία εντάσσονται στο πλαίσιο του προγράμματος «ΕΝΟΡΙΑ εν δράσει».
Το κήρυγμα του Σεβασμιωτάτου ήταν αφιερωμένο στην ευαγγελική παραβολή του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου, όπως αυτή περιγράφεται από τον Ευαγγελιστή Λουκά. Η παραβολή παρουσιάζει δύο εντελώς διαφορετικούς ανθρώπους. Από τη μία πλευρά βρίσκεται ένας πλούσιος άνθρωπος, ο οποίος ζει μέσα στην πολυτέλεια, διαθέτει μεγάλα αγαθά, απολαμβάνει καθημερινά πλούσια γεύματα και περνά τη ζωή του με ανέσεις και διασκεδάσεις. Παρά την κοινωνική και οικονομική του επιφάνεια, το όνομά του δεν διασώζεται στην ευαγγελική διήγηση.
Από την άλλη πλευρά βρίσκεται ο φτωχός Λάζαρος, ένας άνθρωπος άρρωστος, εξαθλιωμένος, γεμάτος πληγές και εγκαταλειμμένος έξω από την κατοικία του πλουσίου. Η μοναδική του ελπίδα είναι να χορτάσει από τα περισσεύματα που πέφτουν από το τραπέζι του πλουσίου. Ακόμη και τα σκυλιά δείχνουν μεγαλύτερη συμπόνια προς αυτόν, καθώς πλησιάζουν και γλείφουν τις πληγές του, προσφέροντάς του μια στοιχειώδη ανακούφιση.
Ιδιαίτερη σημασία αποδίδεται στο όνομα του Λαζάρου, το οποίο σημαίνει «ο Θεός είναι βοηθός μου». Το όνομα αυτό, όπως εξήγησε ο Σεβασμιώτατος, εκφράζει την εμπιστοσύνη του ανθρώπου στον Θεό, παρά τις δυσκολίες και τις δοκιμασίες που αντιμετωπίζει. Ο Λάζαρος δεν παρουσιάζεται ως άνθρωπος γεμάτος φθόνο ή μνησικακία απέναντι στον πλούσιο, ούτε ως κάποιος που αγανακτεί για την άνιση κατανομή των αγαθών, αλλά ως πρόσωπο ταπεινό και υπομονετικό, που στηρίζεται στην ελπίδα του Θεού. Αντίθετα, ο πλούσιος, παρά τις υλικές του δυνατότητες, αποδεικνύεται σκληρόκαρδος, καθώς αδιαφορεί για τον άνθρωπο που υποφέρει καθημερινά μπροστά στα μάτια του.
Στη συνέχεια, η παραβολή περιγράφει τον θάνατο των δύο ανθρώπων και την ανατροπή της επίγειας κατάστασής τους. Ο Λάζαρος πεθαίνει και οι άγγελοι παραλαμβάνουν την ψυχή του, οδηγώντας την στους κόλπους του Αβραάμ, έκφραση που συμβολίζει την αγκαλιά του Θεού και τη μακαριότητα της Βασιλείας Του.
Ο πλούσιος επίσης πεθαίνει και ενταφιάζεται, πιθανότατα με μεγαλοπρεπή τελετή, όπως αρμόζει στην κοινωνική και οικονομική του θέση. Ωστόσο, η επίγεια δόξα και η πολυτέλεια δεν έχουν καμία αξία μπροστά στην αιώνια πραγματικότητα. Ο πλούσιος βρίσκεται πλέον στον τόπο της βασάνου, ενώ ο Λάζαρος απολαμβάνει τη χαρά και την ειρήνη κοντά στον Θεό. Έτσι, η παραβολή φανερώνει ότι η επίγεια ανισότητα δεν αποτελεί την τελική κατάσταση του ανθρώπου.
Από τον τόπο της οδύνης ο πλούσιος βλέπει τον Λάζαρο κοντά στον Αβραάμ και ζητά να του σταλεί για να του προσφέρει λίγο νερό, ώστε να ανακουφιστεί από το μαρτύριό του. Ο Αβραάμ, όμως, του εξηγεί ότι κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής του εκείνος απόλαυσε τα αγαθά, ενώ ο Λάζαρος υπέμεινε τις δυσκολίες και τις στερήσεις. Τώρα η κατάσταση έχει αντιστραφεί. Επιπλέον, ανάμεσά τους υπάρχει ένα μεγάλο χάσμα, το οποίο δεν επιτρέπει τη μετάβαση από τη μία κατάσταση στην άλλη. Το χάσμα αυτό ερμηνεύεται ως αποτέλεσμα της αμετανοησίας και της οριστικής απομάκρυνσης από τη θεία χάρη.
Ο πλούσιος ζητά τότε από τον Αβραάμ να στείλει τον Λάζαρο στα πέντε αδέλφια του, προκειμένου να τους προειδοποιήσει και να τους οδηγήσει στη μετάνοια, ώστε να μην υποστούν την ίδια κατάληξη. Η απάντηση του Αβραάμ είναι ότι έχουν τον Μωυσή και τους Προφήτες, δηλαδή την Αγία Γραφή, και οφείλουν να ακούσουν τη διδασκαλία της. Η αποκάλυψη του Θεού και οι εντολές Του είναι ήδη διαθέσιμες στον άνθρωπο. Επομένως, εκείνος που δεν έχει διάθεση να μετανοήσει δεν θα αλλάξει απαραίτητα στάση ακόμη και αν δει κάποιο θαύμα ή κάποιον νεκρό να επιστρέφει στη ζωή.
Η μετάνοια και η πνευματική αλλαγή, συνέχισε ο Σεβασμιώτατος, πρέπει να πραγματοποιούνται κατά τη διάρκεια της επίγειας ζωής. Ο άνθρωπος καλείται όσο ζει να αγωνίζεται εναντίον των παθών, να απομακρύνεται από την αμαρτία, να εφαρμόζει τις εντολές του Θεού και να καλλιεργεί τις αρετές του Ευαγγελίου. Δεν πρέπει να αναβάλλει τη μεταμόρφωση της ζωής του, ούτε να στηρίζεται αποκλειστικά στις προσευχές, στα μνημόσυνα και στις ελεημοσύνες που ενδεχομένως θα προσφέρουν οι συγγενείς του μετά τον θάνατό του.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο γεγονός ότι ο πλούσιος δεν καταδικάστηκε επειδή διέπραξε κάποια συγκεκριμένη πράξη βίας εναντίον του Λαζάρου, αλλά επειδή η καρδιά του ήταν άδεια από αγάπη. Δεν έδειξε ενδιαφέρον για τον πάσχοντα συνάνθρωπό του, μολονότι είχε τη δυνατότητα να τον βοηθήσει. Εδώ βρίσκεται και η ουσία της χριστιανικής διδασκαλίας: η αγάπη δεν είναι μια θεωρητική έννοια, αλλά πρέπει να εκφράζεται με έμπρακτη συμπαράσταση. Ο λόγος του Αποστόλου Παύλου ότι χωρίς αγάπη ο άνθρωπος γίνεται «χαλκός ηχών και κύμβαλον αλαλάζον» υπογραμμίζει ότι ακόμη και τα μεγαλύτερα χαρίσματα και τα σπουδαία έργα χάνουν την αξία τους όταν απουσιάζει η αγάπη.
Παράλληλα, ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε στη σημασία του ονόματος του ανθρώπου και στη μνήμη του ενώπιον του Θεού. Το όνομα του Λαζάρου διατηρήθηκε στην αιωνιότητα, ενώ το όνομα του πλουσίου λησμονήθηκε. Η Εκκλησία, μέσα από τη Θεία Λειτουργία και την προσκομιδή, μνημονεύει τα ονόματα ζωντανών και κεκοιμημένων, εκφράζοντας την προσδοκία ότι θα είναι γραμμένα στα βιβλία της Βασιλείας του Θεού. Ωστόσο, η πνευματική κατάσταση του ανθρώπου και ο τρόπος ζωής του έχουν καθοριστική σημασία.
Τέλος, ο χρόνος είναι ένα από τα μεγαλύτερα δώρα του Θεού. Δεν μας δίνεται απλώς για να αποκτήσουμε περιουσία, γνώσεις, κοινωνική αναγνώριση ή υλικές επιτυχίες, αλλά για να μετανοήσουμε, να καθαριστούμε πνευματικά, να αγιαστούμε και να μοιάσουμε στον Χριστό. Αυτό επιτυγχάνεται με προσωπικό αγώνα και, κυρίως, με την άσκηση της φιλανθρωπίας, της συμπόνιας και της αλληλεγγύης.
Το κήρυγμα του Σεβασμιωτάτου ολοκληρώθηκε με μια ιδιαίτερα πρακτική προτροπή: να μάθουμε να αναγνωρίζουμε τον σύγχρονο Λάζαρο που βρίσκεται δίπλα μας. Μπορεί να είναι κάποιος που δεν έχει χρήματα για το ηλεκτρικό ρεύμα, το ενοίκιο ή τα κοινόχρηστα, κάποιος που αδυνατεί να εξασφαλίσει τα απαραίτητα για τα παιδιά του ή κάποιος που υποφέρει σιωπηλά, διατηρώντας την αξιοπρέπειά του. Ο χριστιανός καλείται να έχει ανοιχτά μάτια και ευαίσθητη καρδιά, ώστε να προσφέρει πραγματική βοήθεια και παρηγοριά.
Η σωτηρία συνδέεται άρρηκτα με την έμπρακτη αγάπη, τη μετάνοια και τη συμπόνια. Ο άνθρωπος δεν κρίνεται από όσα απέκτησε, αλλά από το κατά πόσο αγάπησε και στάθηκε δίπλα στον συνάνθρωπό του. Η επίγεια ζωή είναι η μοναδική ευκαιρία για πνευματική αλλαγή και προετοιμασία για την αιωνιότητα. Σκοπός όλων μας είναι να αξιωθούμε να ακούσουμε από τον Κύριο: «Ευ δούλε αγαθέ, είσελθε εις την χαράν του Κυρίου σου».
«Το μεγαλύτερο δώρο που μας έχει δώσει ο Θεός και το οποίο δείχνει και το μέγεθος της μακροθυμίας του, είναι ο χρόνος. Το ότι μας έχει δώσει χρόνια και ζούμε αυτή τη στιγμή. Δεν μας τα έδωσε ούτε για να κάνουμε περιουσίες, ούτε για να αποκτήσουμε διδακτορικά και μεγάλα ονόματα, ούτε για να μας γράψει η ιστορία του κόσμου τούτου. Μας τον δίνει το χρόνο αυτό για να καθαριστούμε, να μετανοήσουμε, να φωτιστούμε, να αγιαστούμε, να γίνουμε μικροί Χριστοί κατά τη χάρη Του μέσα από τη ζωή και τα μυστήρια της Εκκλησίας Του. Με τον προσωπικό μας αγώνα και προπαντός με την άσκηση της φιλανθρωπίας και της αγάπης, της σπλαχνικότητας, της αλληλεγγύης.»




































