Δρ. Αχιλλέως Παπατόλιου, Διδάσκοντος Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και Χριστιανικού Πολιτισμού ΑΠΘ
Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός (1714–1779) αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά πρότυπα αποστολικής διακονίας στη νεότερη ιστορία της Ορθοδοξίας, γι’ αυτό και η Εκκλησία τον τιμά με τον τίτλο «Ισαπόστολος». Υπήρξε μοναχός, διδάσκαλος και φωτιστής του Γένους, εθνομάρτυρας και Άγιος της Εκκλησίας. Ο Άγιος Κοσμάς ήρθε λίγο πριν από την αυγή της λευτεριάς, όταν το σκοτάδι ήταν απελπιστικό και δεν υπήρχε φως και ελπίδα από πουθενά. Ήρθε να ξυπνήσει τις ναρκω¬μένες από τον φόβο συνειδήσεις. Το έργο του Αγίου είναι θρη¬σκευ¬τι¬κό, εκπαιδευτικό, εθνικό και κοινωνικό. Το θρησκευτικό αποτελεί το πρώτο. Ο Χριστός ήταν για αυτόν το θεμέλιο πάνω στο οποίο στήριξε την ζωή και το έργο του. Σε μια διδαχή του λέγει: «Το κορμί σας ας σας το κάψουν, ας σας το τηγανίσουν, τα πράγ¬μα¬τα σας ας σας τα πάρουν μην σας μέλει δώστε τα δεν είναι δικά σας, Χρι¬στός και ψυχή σας χρειάζεται».
Ο Αγ. Κοσμάς ήταν Ακόλουθος του Χριστού. Ακούγοντας τον απο-στολικό λόγο, «μηδείς το εαυτού ζητήτω αλλά το του ετέρου έκαστος» (Α΄ Κορ. 10, 24), αφήνει το δικό του καλό και περιέρχεται πόλεις και χωριά για την πνευματική αναμόρφωση του γένους. Τρεις περιοδείες έκανε στον Ελ-ληνικό χώρο και στις τρεις πήρε Ευλογία από τον Πατριάρχη Σαμουήλ, τον Σεραφείμ και τον Σωφρόνιο. Τρεις διαδοχικούς Πατριάρχες. Πάντοτε πή¬γαι¬νε και έπαιρνε την ευλογία από τον Οικουμενικό Πατριάρχη και δεν έκανε αυθαίρετα πράγματα. Ιεραποστολή της Αντίστασης αναφέρει ο Μα¬κα¬ρι¬στός Αρχιεπίσκοπος Αλβανίας Αναστάσιος επιτέλεσε ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός εκείνη την δύσκολη περίοδο για να σταματήσει τους εξισλα¬μι¬σμούς. Η πί¬στη η Ορθόδοξη για τον Άγιο Κοσμά ήταν κάτι το ανώτερο, καθώς οδηγού¬σε στη σωτηρία της ψυχής, ήταν ο δρόμος που οδηγεί στην κατά Χάριν Θέω¬ση και όχι στην απώλεια των ψυχών, όπως ανέφερε συχνά ο ίδιος.
Ένιωσε έντονο πόνο για την πνευματική κατάσταση των συνανθρώ-πων του και αφιέρωσε τη ζωή του στο κήρυγμα του Ευαγγελίου. Προ¬σάρ-μοζε τις διδαχές του ανάλογα με την περιοχή και το πρόβλημα, χρ第σι¬μο-ποιώντας θαυμάσια την αρχή της προσαρμογής. Ο Καθηγητής Βλάσσης Φειδάς ανέφερε χαρακτηριστικά περί της προ¬σαρ¬μογής του Ευαγγελίου «Η Εκκλησία στην ιστορική της πορεία αναπτύχθηκε εξωτερικά για να προσαρ¬μόσει το μήνυμά της στις ανάγκες κάθε εποχής χω¬ρίς να υποστεί αλλοίωση ως προς τη φύση, την ουσία και την αποστολή της, αφού σε όλες τις ιστορικές μεταβολές παραμένει σταθερό και αμετάβλητο το περιεχόμενο της βιωμένης πίστεως» .
Η διάδοση του Ευαγγελίου, κατά τον Αμίλκα Αλιβιζάτο, αποτελεί το άκρον άωτον της Εκ¬κλη¬σί¬ας· «διότι α¬λη¬θώς δεν δύναται να νοηθεί Εκκλησία χριστιανική μη φρο¬ντίζουσα διά την διάδοσιν του ευαγγελίου… κατά την ρητήν και πρώ¬¬την εντολήν του Κυρίου προς τους μᬬ¬θη¬τάς του». Η Εκκλησία είναι Αποστολική, καθότι ο Ιδρυτής της μεταβίβασε πάσα εξουσία στους Αγίους Αποστόλους και έκτοτε αυτή προήλθε, δια της επιθέσεως των χει¬ρών, στους διαδόχους αυτών. Είναι αποστολική όμως, όχι μόνον λόγω της αποστολικής διαδοχής, αλλά ακόμη διότι διατηρεί την αποστολική παρά¬δοση, τον αποστολικό ζήλο, κυρίως διότι έχει αποσταλεί.
Έτσι, ο Άγιος Κοσμάς συνεχίζοντας αυτήν την Αποστολή συγκέν-τρω¬νε τα πλήθη στις πλατείες των χω¬ριών, όπου ζητούσε να στήσουν ένα με¬γάλο ξύλινο Σταυρό. Εκεί, μπρο¬στά στο Σταυρό, πατώντας σε ένα σκαμ¬νάκι, επειδή ο ίδιος ήταν και χα¬μηλού αναστήματος, για να βλέπει όλους, μιλούσε απλά και συγκινητικά για την πίστη του Χριστού, για την αιώνια ζωή και το επέκεινα των εξελίξεων. Έδινε πατρικές συμβουλές, για να ζού¬νε χριστιανική ζωή οι άνθρωποι και συμπλήρωνε το κήρυγμά του πά¬ντα με θερμές παρακλήσεις στους γονείς να γνωρίσουν τα παιδιά τους τον Σαρ¬κω¬θέντα Λόγο του Θεού. Γι΄ αυτό και ξεκινούσε πάντα τον λόγο του με Τρι¬αδολογία. Τι είναι η Αγία Τριάδα. Για να μην μπερ-δεύονται οι αγράμ¬ματοι χωρικοί Χριστιανοί. Η πα¬ρουσία του λει¬τουρ-γούσε ως «επανευαγ¬γε¬λισμός» για κοινότητες που είχαν απομα¬κρυ¬ν¬θεί από την χριστιανική και εκκλησιαστική ζωή. Η γεωγραφική έκταση της δράσης του, καθώς και η καθολικότητα του μηνύ¬μα¬τός του, τον καθιστούν πρότυπο Αποστόλου, ο οποίος δεν περιορ¬ίζεται σε μία τοπική εκκλησία, αλλά υπηρετεί το σύνολο του Σώματος της Εκ¬κλη¬σίας.
Επιπλέον, όπως ο Θεός-Πατήρ από αγάπη ωθείται στο έργο της σω-τη¬ρίας, ο Υιός σαρκώνεται και από αγάπη πάσχει για τον αμαρτωλό και μα¬κριά από τον Θεό ευρισκόμενο άνθρωπο και το Άγιο Πνεύμα συνεχίζει το λυτρωτικό έργο στην Εκκλησία, έτσι και ο Άγιος, στα πλαί¬¬σια της συνερ¬γίας, κλήθηκε να πραγματοποιήσει την ιεραποστολική του δραστηριότητα σ΄ αυτή και μόνη τη σωστή βάση. Εφόσον, η Βασιλεία του Θεού άρχισε να γίνεται πραγ¬ματικότητα, υποχρεούμαστε όλοι μας διατύπωνε να δίνουμε την Μαρτυρία της Ανάστασης ως ξεχείλισμα ζωής, χαράς, ειρήνης και αγά¬πης σε όσους ελεύθερα την αποδεχτούν, ώστε να μην ταλαιπωρείται ο άν¬θρω¬πος από τη φθορά και τον θά¬νᬬτο.
Προσέτι, ο Άγιος Κοσμάς είχε αντιληφθεί πως η ζωή του Χρι¬στιανού δεν διακρίνεται σε ενδο¬εκ¬κλησιαστική και εξωεκ¬κλησιαστική αλλά είναι ενιαία. Οι πιστοί μετά την τέλεση της Θ. Ευ¬χαριστίας «ἐν εἰρήνη προ¬έρχο-νται… ἐν ὀνόματι Κυρίου» προς τον κό¬σμο, προ¬κειμένου να με¬ταλα¬μπα¬-δεύ¬σουν το Ευαγγέλιο της Βασιλείας στις εσχα¬τιές των αιώνων και της οι-κου¬¬μέ¬νης, να μεταμορφώσουν την κτι¬στή δη¬μιουργία, και έδωσε όλες του τις σωματικές και πνευματικές δυνάμεις γι΄ αυτόν τον σκοπό. Συνεπώς, η αποστολή της Εκκλησίας στον κό¬σμο, δεν είναι κάτι το επιπλέον ή δευ-τερεύον, αλλά συμπίπτει με την ίδια την φύση της, το ίδιο της το είναι. Σύμ¬φωνα με τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμο Β’ με βάση αυτό θα μπορούσε να μπει κάποιος στον πειρασμό να ισχυριστεί ότι όσο γίνεται λόγος περί ιεραποστολής, σαν κάτι ξεχωριστό, τόσο θα επιβε¬βαιώνεται η απουσία της Εκκλησίας, αφού όταν συγκροτείται η Εκκλησία πάραυτα εκδηλώνεται ως αποστολική, δηλαδή (ιερ)αποστολική».






























