τοῦ Ἀρχιμ. Βαρλαὰμ Μετεωρίτου
Ἡ Μεγάλη Σαρακοστὴ ἀρχίζει. Καὶ ἴσως νὰ τὴ βλέπουμε σὰν μιὰ ἀκόμη περίοδο νηστείας, σὰν μιὰ θρησκευτικὴ συνήθεια ποὺ ἐπαναλαμβάνεται κάθε χρόνο. Ὅμως εἶναι κάτι πολὺ πιὸ βαθύ: εἶναι πρόσκληση, εἶναι δρόμος, εἶναι εὐκαιρία νὰ ξαναβροῦμε τὸν ἑαυτό μας καὶ τὸν Θεό.
Ἡ Ἐκκλησία μᾶς καλεῖ νὰ μποῦμε «εἰς τὸ στάδιον τῶν ἀρετῶν». Ὄχι γιὰ νὰ ἀποδείξουμε κάτι, ἀλλὰ γιὰ νὰ θεραπευτοῦμε. Ὁ ἴδιος ὁ Χριστὸς μᾶς λέει: «Μετανοεῖτε· ἤγγικεν γὰρ ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν» (Μτθ. 4,17). Ἡ μετάνοια δὲν εἶναι ἀπελπισία. Εἶναι ἐπιστροφή. Ὅπως ὁ ἄσωτος υἱὸς γύρισε στὸν πατέρα του, ἔτσι καὶ ἐμεῖς νὰ γυρίσουμε τὸ βλέμμα μας ἀπὸ ὅ,τι μᾶς βαραίνει, σὲ Αὐτὸν ποὺ μᾶς ἀγαπᾶ.
Ἡ νηστεία ποὺ ἀρχίζει δὲν εἶναι ἁπλῶς ἀλλαγὴ τροφῆς. Ὁ προφήτης Ἠσαΐας μᾶς θυμίζει τί θέλει ὁ Θεός: «Λῦε πάντα σύνδεσμον ἀδικίας… διάθρυπτε πεινῶντι τὸν ἄρτον σου» (Ἠσ. 58,6-7). Δηλαδή, κόψε τὴν κακία, συγχώρησε, ἄνοιξε τὴν καρδιά σου. Ἂν δὲν ἀλλάξει ἡ καρδιά, τίποτε δὲν ἀλλάζει πραγματικά.
Ἴσως νὰ λέμε: «Εἶμαι ἀδύναμος. Πέφτω στὰ ἴδια. Δὲν τὰ καταφέρνω». Καὶ ποιος ἀπὸ ἐμᾶς δὲν ἔχει πέσει; Ἡ Σαρακοστὴ δὲν εἶναι γιὰ τοὺς δυνατούς. Εἶναι γιὰ μᾶς ποὺ παλεύουμε. Ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος λέει: «Οὐκ εἰς τὸ μὴ ἁμαρτάνειν, ἀλλὰ εἰς τὸ μὴ μένειν ἐν τῇ ἁμαρτίᾳ τὸ πᾶν». Δὲν εἶναι τὸ πᾶν νὰ μὴν πέσεις ποτέ. Τὸ πᾶν εἶναι νὰ μὴ μείνεις κάτω.
Αὐτὴ ἡ περίοδος εἶναι καιρὸς προσευχῆς. Νὰ σταθοῦμε λίγο πιὸ συχνὰ μπροστὰ στὸν Θεὸ καὶ νὰ Τοῦ μιλήσουμε ἁπλᾶ. Νὰ ποῦμε: «Κύριε, ἐλέησόν με». Ὁ τελώνης τῆς παραβολῆς δὲν εἶχε ἐπιχειρήματα. Εἶχε μόνο ταπείνωση. Καὶ «κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ» (Λκ. 18,14). Ἡ ταπείνωση ἀνοίγει τὸν οὐρανό.
Αὐτὴν τὴν ταπεινὴ προσευχή, ὅμως, δὲν τὴν κάνουμε ἀπομονωμένοι. Ἡ Σαρακοστὴ εἶναι ἐκκλησιαστικὸ γεγονός. Δὲν ἀγωνιζόμαστε μόνοι. Μαζί μας προσεύχεται ὅλη ἡ Ἐκκλησία. Μαζί μας νηστεύουν οἱ ἀδελφοί μας. Μαζί μας βαδίζουν οἱ ἅγιοι. «Νέφος μαρτύρων» μᾶς περιβάλλει (Ἑβρ. 12,1). Δὲν εἴμαστε μόνοι στὸν ἀγῶνα μας.
Καὶ μὴν ξεχνᾶμε: ὁ δρόμος αὐτὸς ὁδηγεῖ στὴν Ἀνάσταση. Δὲν βαδίζουμε πρὸς τὸ σκοτάδι, ἀλλὰ πρὸς τὸ φῶς. Ὁ Χριστὸς πῆρε πάνω Του τὸν Σταυρό, γιὰ νὰ μᾶς χαρίσει ζωή. «Ἐγώ εἰμι ἡ ἀνάστασις καὶ ἡ ζωή» (Ἰω. 11,25). Ἂν ἑνωθοῦμε μαζί Του, ἡ ἀπελπισία δὲν ἔχει τὸν τελευταῖο λόγο.
Ἡ νηστεία εἶναι ἄνοιξη τῆς ψυχῆς. Ὅπως ἡ γῆ ἀνθίζει μετὰ τὸν χειμῶνα, ἔτσι καὶ ἡ καρδιά μας μπορεῖ νὰ ξαναζωντανέψει. Ἀρκεῖ νὰ ἀφήσουμε τὸν Θεὸ νὰ ἐργαστεῖ μέσα μας. Νὰ κόψουμε λίγο τὸν ἐγωισμό. Νὰ ποῦμε ἕνα «συγχώρεσέ με». Νὰ κάνουμε ἕνα βῆμα πρὸς τὴν ἐξομολόγηση. Νὰ δώσουμε λίγο χρόνο στὴν προσευχή. Μικρὰ βήματα, ἀλλὰ ἀληθινά.
Σήμερα, στὴν ἀρχὴ τῆς Μεγάλης Σαρακοστῆς, ἂς πάρουμε μιὰ ἀπόφαση. Ὄχι μεγάλη στὰ λόγια. Ἀληθινὴ στὴν πράξη. Ἂς ἐμπιστευτοῦμε τὸν Θεό. Ἂς ἀφήσουμε πίσω ὅ,τι μᾶς κρατᾶ δεμένο. Ἂς μὴ φοβόμαστε τὴ μετάνοια. Εἶναι τὸ δεύτερο βάπτισμα, ἡ νέα ἀρχή.
Ὁ Χριστὸς μᾶς περιμένει στὸ τέλος αὐτοῦ τοῦ δρόμου, μὲ τὸ φῶς τῆς Ἀναστάσεως. Ἂς μὴ μείνουμε ἔξω ἀπὸ αὐτὴ τὴ χαρά. Ἂς μποῦμε στὸν ἀγῶνα μὲ πίστη. Ἂς περπατήσουμε μὲ ταπείνωση. Καὶ θὰ δοῦμε ὅτι ἡ Σαρακοστὴ δὲν εἶναι βάρος, ἀλλὰ πέρασμα ἀπὸ τὸν θάνατο στὴ ζωή.
Τώρα εἶναι ὁ καιρός. Τώρα εἶναι ἡ εὐκαιρία. Ἂς ἀνοίξουμε τὴν καρδιά μας. Καὶ ἂς ἀφήσουμε τὴν Ἀνάσταση νὰ γίνει φῶς μέσα μας.



































