Αναστασίου ΜαρίνουΕκκλησία και Δίκαιον,  Θεωρία και Νομολογία, Αθήνα 2000,  εκ. Αποστολική Διακονία, σελ. 57-76.

Συνταγματική κατοχύρωσις των Ιερών Κανόνων σημαίνει παροχή εγγυήσεως εκ μέρους της Πολιτείας περί του ότι αι αρχαί αι οποίαι διέπσυν εκάστην θρησκείαν και την αντίστοιχον θρησκευτικήν κοινότητα δεν πρόκειται να παραβιασθούν δια πολιτειακής πράξεως νομοθετικής, διοικητικής ή δικαστικής. Εις χώραν δε δημοκρατικήν αξίωσιν περί μη παραβιάσεως των Ιερών Κανόνων εγείρει πάσα θρησκευτική κοινότης όσον αφορά τας αρχάς της ιδίας αυτής θρησκείας, δοθέντος ότι η αξίωσις αύτη αποτελεί την ουσίαν του ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας, το οποίον δεν νοείται καν άνευ κατοχυρώσεως των Ιερών Κανόνων (1). Δια τον λόγον τούτον εις χώρας μη δημοκρατικός ή μη καθ’ ολοκληρίαν δημοκρατικάς η κατοχύρωσις των Ιερών Κανόνων είναι νοητή μόνον εν ω μέτρω αναγνωρίζεται και το ατομικόν δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας και γενικώτερον εκ του μέτρου κατοχυρώσεως εν τινι χώρα του ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας προσδιορίζεται και η έκτασις της κατοχυρώσεως των Ιερών Κανόνων εν τη χώρα ταύτη. Όπου θρησκευτική ελευθερία εκεί και κατοχύρωσις των Ιερών Κανόνων και αντιστρόφως όπου μισαλλοδοξία εκεί και περφρόνησις προς τους Κανόνας τούτους, τους οποίους ποικιλοτρόπως παραβιάζει η Πολιτεία δια πράξεων νομοθετικών, διοικητικών ή δικαστικών. Κατά συνέπειαν ο θέλων να ανεύρη τας διατάξεις δι’ ων κατοχυρούνται εν τινι χώρα οι ιεροί Κανόνες πρέπει να αναζητήση τας διατάξεις δι’ ων κατοχυρούται εν τη χώρα ταύτη το ατομικόν δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας.

Εις τα κοσμικά (secular) τα άλλως καλούμενα λαϊκά (laiques) κράτη η Πολιτεία, ούσα κεχωρισμένη της Εκκλησίας και επιδεικνύουσα πλήρη ουδετερότητα έναντι του θρησκευτικού, ζητήματος και των θρησκευτικών πεποιθήσεων των εν τα εδάφει αυτής διαβιούντων ατόμων, εγγυάται δια διατάξεως του Συντάγματος την ελευθερίαν της θρησκευτικής συνειδήσεως και την ελευθερίαν της λατρείας (2). Η τοιαύτη εγγύησις εξομοιούται προς συνταγματικήν κατοχύρωσιν των Ιερών Κανόνων τουτέστι των αρχών αι οποίαι διέπουν πάσαν θρησκείαν και καθορίζουν την εν τη κοινωνία συμπεριφοράν των μελών της αντιστοίχου θρησκευτικής κοινότητος. Η εν λογω κατοχύρωσις δεν σημαίνει ότι η Πολιτεία στερείται του δικαιώματος να ρυθμίση εν τω πεδίω του πολιτειακού δικαίου ωρισμένον ζήτημα κατά τρόπον διάφορον ή και αντίθετον εκείνου ον προβλέπουν οι ιεροί Κανόνες, αλλ’ έχει την έννοιαν ότι δεν δύναται η Πολιτεία να απαγόρευση εις το άτομον όπως συμπεριφέρεται, ως προς ωρισμένον ζήτημα, συμφώνως προς τας αρχάς της θρησκείας του και τας εξ αυτών πηγαζούσας επιταγάς της συνειδήσεώς του, έστω και εάν παραλλήλως θεσπίζη αύτη και έτερον διάφορον τρόπον ρυθμίσεως τοϋ ζητήματος τούτου εν τω πεδίω του πολιτειακού δικαίου, υποχρεωτικόν δε δια το άτομον, υπό την προϋπόθεσιν πάντοτε ότι δεν παραβιάζεται η θρησκευτική ελευθερία αυτού (3).

2.Εις την ετέραν κατηγορίαν κρατών, δηλαδή των μη κοσμικών, τουτέστι των κρατών τα οποία αναγνωρίζουν επίσημον ή επικρατούσαν, ως λέγεται, θρησκείαν η έννοια της συνταγματικής κατοχυρώσεως των Ιερών Κανόνων αν και δεν μεταβάλλεται κατά βάσιν ως προς το περιεχόμενόν της, εν τούτοις ποικίλει ενίοτε ως προς την έκτασίν της τούτο μεν όσον αφορά εις την ως επίσημον χαρακτηριζομένην θρησκείαν, τούτο δε όσον αφορά εις τας λοιπάς θρησκείας. Εις τας περιπτώσεις τοιούτων κρατών (4) ο στενός σύνδεσμος Πολιτείας και ωρισμένης εκκλησίας ή θρησκευτικής κοινότητος και η κατά το μάλλον η ήττον στενή συνεργασία αυτών άγουν εις εν είδος αμοιβαίου επηρεασμοϋ των δύο τούτων οργανισμών με άμεσον συνέπειαν την επέμβασιν του ενός εις τα εσωτερικά ζητήματα του ετέρου και την δημιουργίαν ενός συνδυασμού δυνάμεων αι οποίαι επηρεάζουν τον καθ’ ημέραν βίον και εναποθέτουν την σφραγίδα των εις την εν γένει της κοινωνίας εξέλιξιν, την οποίαν προσανατολίζουν προς ωρισμένην εκάστοτε κατεύθυνσιν ή την ανακόπτουν εν όλω ή εν μέρει. Υπό τοιούτον καθεστώς η κατοχύρωσις των Ιερών Κανόνων οι οποίοι διέπουν ωρισμένην θρησκείαν και την αντίστοιχον θρησκευτικήν κοινότητα λαμβάνει διάφορον εν μέρει περιεχόμενόν τουτέστιν όχι μόνον απαγορεύεται η παραβίασις των Κανόνων της ως επισήμου χαρακτηριζομένης θρησκείας, αλλά επί πλέον οι Κανόνες αυτοι επηρεάζουν εν πολλοίς την πολιτειακήν νομοθεσίαν είτε αμέσως, υπό την έννοιαν ότι θεωρούνται κείμενον δίκαιον (5) , είτε εμμέσως, υπό την έννοιαν ότι επιδρούν εις την διαμόρφωσιν της βουλήσεως του πολιτειακού νομοθέτου, κοινού (6) τε και συνταγματικού (7). Εξ ετέρου η κατοχύρωσις των Ιερών Κανόνων των λοιπών, πλην της επικρατούσης, θρησκειών ποικίλει υπό καθεστώς επικρατούσης θρησκείας και εξαρτάται, ως προς την έκτασιν και το περιεχόμενόν της, εκ του ποσοστού θρησκευτικής ελευθερίας, το οποίον αναγνωρίζει το Σύνταγμα εις τους οπαδούς των άλλων θρησκειών.

Κατά τα εν Ελλάδι ισχύοντα

Το ζήτημα της συνταγματικής κατοχυρώσεως των Ιερών Κανόνων εν Ελλάδι έχει πολλάκις και επ’ εσχάτων αποτελέσει αντικείμενον ιδιαιτέρων συζητήσεων και διαφωνιών οφειλομένων εις το γεγονός ότι εν τω Συντάγματι περιέχεται διάταξις η οποία δίδει ιδιαιτέραν θέσιν εις την ορθόδοξον χριστιανικήν θρησκείαν, την εκκλησίαν της οποίας χαρακτηρίζει ως «αυτοκέφαλον» και ορίζει περί αυτής ότι: «κεφαλήν γνωρίζουσα τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν υπάρχει αναποσπάστως ηνωμένη δογματικώς μετά της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης και πάσης άλλης ομοδόξου του Χριστού Εκκλησίας τηρούσα απαρασαλεύτως, ως εκείναι, τους τε αποστολικούς και συνοδικούς κανόνας και τας ιεράς παραδόσεις» (8). Η διάταξις αύτη επαναλαμβανομένη πανομοιοτύπως εις άπαντα τα από της απελευθερώσεως και εφ’ εξής Συντάγματα, ήγαγε, λογω της ουχί επιτυχούς ερμηνείας της εις συναγωγήν εσφαλμένων καθ’ ημάς συμπερασμάτων και ούτω το ζήτημα της συνταγματικής κατοχυρώσεως των Ιερών Κανόνων αντιμετωπίσθη επί όλως διαφόρου βάσεως και υπό διαφορετικόν πρίσμα και προεκάλεσεν ατέρμονας συζητήσεις με αποτέλεσμα να επικρατήση η ουχί ορθή ερμηνεία, η οποία ούτως ήγαγεν εις αδιέξοδον.

Εν τη παρούσα μελέτη θα καταβληθή προσπάθεια τοποθετήσεως του ζητήματος της συνταγματικής κατοχυρώσεως των Ιερών Κανόνων επί όλως διαφόρου βάσεως εν τη ελπίδι δη η προσπάθεια αύτη θα συντελέση ίσως εις την διευκρίνησιν ενός ζητήματος το οποίον επί σειράν ετών απετέλεσε πηγήν παρεξηγήσεων και αντεγκλήσεων.

Δια των άρθρων 1 και 2 §§ 3-5 του νυν ισχύοντος Συντάγματος κατοχυρούται εν Ελλάδι το ατομικόν δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας. Εις ετέραν εργασίαν μας εδόθη ευκαιρία λεπτομερούς ερμηνείας της διατάξεως ταύτης και αναπτύξεως των εξ αυτής δημιουργουμένων ζητημάτων (9). Ενταύθα θα περιορισθώμεν να σκιαγραφήσωμεν το περιεχόμενον του δικαιώματος τούτου. Θρησκευτική ελευθερία είναι το δικαίωμα εκάστου και δη όχι μόνον έλληνος πολίτου αλλά και αλλοδαπού (10) να λατρεύη ελευθέρως τον θεόν της εκλογής του και κατά τον υπό της συνειδήσεώς του επιβαλλόμενον τρόπον και εν γένει να διατηρή απαραβίαστον την θρησκευτικήν του συνείδησιν η οποία, ούτω, παραμένει απολύτως ελεύθέρα να διαμορφούται συμφώνως προς τους Κανόνας οι οποίοιι διέπουν την θρησκείαν της οποίας έκαστος τυγχάνει οπαδός. Τουτέστι το ατομικόν δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας εκδηλούται προς δύο κατευθύνσεις, ήτοι πρώτον ως ελευθερία της συνειδήσεώς και δεύτερον ως ελευθερία της λατρείας. Υπό την έννοιαν ταύτην η Πολιτεία δεν δύναται να προβή εις την λήψιν μέτρων νομοθετικών, διοικητικών ή δικαστικών, τα οποία περιορίζουν αμέσως ή εμμέσως τας δυο ταύτας ελευθερίας τουτέστι μέτρων τα οποία παραβιάζουν τους αντιστοίχους Κανόνας εκάστης θρησκείας. Ειδικωτέραν εκδήλωσιν της ελευθερίας της θρησκευτικής συνειδήσεως αποτελεί και το δικαίωμα των ατόμων να συγκροτούν θρησκευτικάς κοινότητας και να τας διοικούν, καθ’ όσον αφορά εις τον θρησκευτικόν τομέα, συμφώνως προς τους Κανόνας τους προβλεπομένους υπό της οικείας θρησκείας, τουτέστιν της θρησκείας της οποίας τυγχάνουν οπαδοί, διότι και ο τρόπος διοικήσεως της θρησκευτικής κοινότητος εξ επόψεως θρησκευτικής αποτελεί περιεχόμενον της συνειδήσεως του ατόμου (11) , τοσούτον μάλλον καθ’ όσον η Εκκλησία, αποτελούσα πρωτίστως μεταφυσικόν θρησκευτικόν οργανισμόν επιδιώκουσα την πραγμάτωσιν του υπερτάτου επί γης σκοπού, ήτοι της κατά Θεόν τελειώσεως του ανθρώπου, έχει ως εκ της φύσεώς της, ανάγκην αυτοδιοικήσεως (12). Εκ τούτου όμως παρέπεται κατά λογικήν συνέπειαν ότι υπό καθεστώς θρησκευτικής ελευθερίας και καθ’ όσον αφορά εις την Ελλάδα υπό το Κράτος των άρθρων 1 και 2 §§ 3-5 του Συντάγματος η ελληνική Πολιτεία δεν δύναται να παραβιάση το δικαίωμα τούτο των ατόμων (πολιτών και μη) και συνεπώς δεν δύναται δια πράξεώς της να επέμβη εις την διοίκησιν των θρησκευτικών κοινοτήτων. Εκ πάντων τούτων απορρέει αβιάστως το συμπέρασμα ότι θρησκευτική ελευθερία σημαίνει εγγύησις περί του απαραβιάστου πάντων των Κανόνων οι οποίοι αφορούν εις το ουσιαστικόν περιεχόμενον των διαφόρων εν τω Κράτει θρησκειών η εις τον τρόπον διοικήσεως των αντιστοίχων εκκλησιών ή ετέρων θρησκευτικών κοινοτήτων και συνεπώς η αρχή αύτη ισχύει και εν Ελλάδι εφ’ όσον και ενταύθα υπάρχει εγγύησις του συνταγματικού νομοθέτου περί της θρησκευτικής ελευθερίας. Υπό τα δεδομένα ταύτα πάσα πράξις πολιτειακού οργάνου δι’ ης θα ενηργείτο επέμβασις εις ζητήματα αφορώντα εις το δόγμα, την λατρείαν ή την διοίκησιν της ρωμαιοκαθολικής ή οιασδήποτε ετέρας χριστιανικής έκκλησίας ή εις το ουσιαστικόν περιεχόμενον της θρησκείας ετέρας θρησκευτικής κοινότητος π.χ. της ισραηλιτικής, της μουσουλμανικής κ.λπ. θα ήτο αντίθετος προς το Σύνταγμα ως π.χ. νόμος δια του οποίου θα εθεσπίζετο διοικητική διαδικασία εκλογής του αρχιεπισκόπου των εν Αθήναις ρωμαιοκαθολικών ή του προϊσταμένου της ελληνικής ευαγγελικής εκκλησίας ή θα καθωρίζετο ο τρόπος διοικήσεως της εν Ελλάδι εκκλησίας των αντβενιστών της εβδόμης ημέρας ή της ισραηλιτικής ή μουσουλμανικής κοινότητος ή θα επεχειρείτο επέμβασις εις τον καθαρώς θρησκευτικόν τομέα δράσεως μιας των ως άνω θρησκευτικών κοινοτήτων ως π.χ. εάν απηγορεύετο η τέλεσις ωρισμένων λατρευτικών πράξεων της οικείας θρησκείας.

Πάντα όσα ανωτέρω εξετέθησαν αφορούν εις τας λοιπάς, πλην της ορθοδόξου χριστιανικής, θρησκείας και τας αντιστοίχους εκκλησίας ή θρησκευτικάς κοινότητας. Όσον αφορά όμως εις την ορθόδοξον χριστιανικήν θρησκείαν και την εκκλησίαν της η κατάστασις διαφέρει πως λόγω του ότι, ως ανωτέρω εξετέθη, εν τω Συντάγματι περιέχεται ειδική διάταξις περί της θρησκείας ταύτης και της αντιστοίχου εκκλησίας (13). Εν όψει της διατάξεως ταύτης πρέπει νομίζω να γίνη διάκρισις μεταξύ των Κανόνων και γενικώτερον των αρχών της χριστιανικής θρησκείας αι οποίαι αναφέρονται εις το δόγμα, την λατρείαν και το ουσιαστικόν εν γένει περιεχόμενον της θρησκείας και των Κανόνων ή αρχών αι οποίαι αναφέρονται εις την διοίκησιν της Εκκλησίας της επικρατούσης εν Ελλάδι θρησκείας.

Περί των Κανόνων της πρώτης κατηγορίας δεν είναι νομίζω δυνατόν να γεννηθή αμφιβολία τις περί του ότι ούτοι κατοχυρούνται συνταγματικώς, της κατοχυρώσεως ταύτης απορρεούσης αμέσως και ευθέως εκ των άρθρων 1 και 2 §§ 3-5 του Συντάγματος δια των οποίων κατοχυρούνται και καθ’ όσον αφορά και εις τους ορθοδόξους χριστιανούς το ατομικόν δικαίωμα της θρησκευτικής έλευθερίας. Συνεπώς νόμος δια του οποίου θα ετίθεντο περιορισμοί εις την λατρείαν, π.χ. θα εθεσπίζοντο χρονικά όρια εις την θείαν Λειτουργίαν ή θα απηγορεύετο η λατρεία των εικόνων ή θα επανεισήγετο εις τας θρησκευτικάς υποθέσεις το παλαιόν ημερολόγιον θα ήτο αναμφιβόλως αντισυνταγματικός ως αντιτιθέμενος εις τα άρθρα 1 και 2 §§ 3-5 του Συντάγματος. Αντισυνταγματικός θα ήτο ωσαύτως δια τον αυτόν ως άνω λόγον νόμος δια του οποίου θα επεχειρείτο άμεσος ή έμμεσος επέμβασις εις το δόγμα.

Καθ’ όσον όμως αφορά εις τα θέματα διοικήσεως της Εκκλησίας η κατοχύρωσις των Ιερών Κανόνων δεν είναι πλέον απόλυτος αλλά επιδέχεται εξαιρέσεις, αι οποίαι παρέχουν εις τον πολιτειακόν νομοθέτην αρμοδιότητα επεμβάσεως. Και ερωτάται: 1) Ποία η έκτασις της αρμοδιότητος ταύτης της Πολιτείας; και 2) Πόθεν πηγάζει η αρμοδιότης αύτη; Εκ της τοιαύτης ή τοιαύτης απαντήσεως την οποίαν ήθελε δώσει τις εις το ερώτημα τούτο θέλει εξαρτηθή και η θεωρητική θεμελίωσις του εν Ελλάδι κρατούντος συστήματος σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας το οποίον, καλώς ή κακώς, επεκράτησε να ονομάζεται σύστημα της «νόμω κρατούσης Πολιτείας».

Κατά το άρθρον 1 του Συντάγματος επικρατούσα θρησκεία εν Ελλάδι είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Έκκλησίας. Η θρησκεία αύτη διδάσκεται υποχρεωτικώς εις τα δημόσια σχολεία (14) στοιχειώδους και μέσης εκπαιδεύσεως, απαγορεύεται δε ο προσηλυτισμός και πάσα άλλη επέμβασις εις βάρος αυτής (15). Προς πληρεστέραν δε κατοχύρωσιν των ανωτέρω το Σύνταγμα ορίζει ότι ο Ανώτατος ’ρχων, ο οποίος είναι υποχρεωτικώς χριστιανός ορθόδοξος οφείλει να προστατεύη την επικρατούσαν θρησκείαν (16). Εν άλλαις λέξεσιν η προστασία της επικρατούσης θρησκείας έχει αναχθή εις δημόσιον σκοπόν, εξ ου και η εκκλησία της θρησκείας ταύτης είναι, πέραν του κυρίου και βασικού χαρακτήρος της ως πνευματικού οργανισμού και νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου, οι δε λειτουργοί της θρησκείας ταύτης υπόκεινται, κατά το άρθρον 2 § 1 του Συντάγματος, εις κρατικήν επιτήρησιν. Μόνον υπό την ως άνω κατασκευήν είναι δυνατόν να δικαιολογηθή, δια τίνα λόγον η επιστήμη εθεώρησεν ανέκαθεν την εκκλησίαν και ως νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου (17) , αναγνωρίσασα εις ωρισμένας εκ των πράξεων των οργάνων αυτής χαρακτήρα διοικητικών πράξεων παραδεκτώς ελεγχομένων, ως προς την νομιμότητα αυτών, υπό του Συμβουλίου της Επικρατείας (18). Αφ’ ης στιγμής όμως η Εκκλησία εθεωρήθη εκ τινος απόψεως και νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου αυτομάτως εθεμελιώθη αφ’ ενός μεν δικαίωμα της Πολιτείας όπως ελέγχη, ως πάντα άλλωστε τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, και την Εκκλησίαν, το μεγαλύτερον μέρος του προσωπικού της οποίας μισθοδοτείται άλλωστε υπό του Δημοσίου Ταμείου και τα όργανα της οποίας καλούνται να εφαρμόσουν διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, αφ’ ετέρου δε υποχρέωσις της Εκκλησίας όπως υπάχθη, καθ’ όσον αφορά εις την διοίκησιν αυτής, εις εν κανονιστικόν καθεστώς θεσπιζόμενον υπό της Πολιτείας (19). Ούτω η Πολιτεία επεμβαίνει εις την διοίκησιν της Εκκλησίας δια της νομοθετικής οδού τουτέστι δια της θεσπίσεως κανόνων δικαίου επικρατούντων έναντι τυχόν αντιθέτων επιταγών απορρεουσών εν των Ιερών Κανόνων. Δηλαδή η Πολιτεία επικρατεί δια του νόμου, είναι «νόμω κρατούσα». Εξ αυτού προήλθεν υποθέτω και η ονομασία του συστήματος των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας ως συστήματος της «νόμω κρατούσης Πολιτείας» (20). Του όρου τούτου όμως εγένετο παρερμηνεία και πολλάκις είδον το φως νομοθετήματα αφορώντα εις την Εκκλησίαν, η συμφωνία των οποίων προς το Σύνταγμα ήτο λίαν αμφίβολος και τα οποία έδωκαν αφορμήν εις το να υποστηριχθούν, εν σχέσει προς την κατοχύρωσιν των Ιερών Κανόνων, απόψεις αι οποίαι όχι μόνον ήσαν εσφαλμέναι αλλά και ήγαγον εις αδιέξοδον. Ανάγκη λοιπόν όπως καταβληθή προσπάθεια προσδιορισμού του περιεχομένου και των ορίων της αρμοδιότητος της Πολιτείας να επεμβαίνη εις την διοίκησιν και την οργάνωσιν της Εκκλησίας.

Η ορθή αντιμετώπισις του ζητήματος πρέπει να αναζητηθή μέσω του άρθρου 2 § 1 του Συντάγματος. Η διάταξις αύτη ορίζει πλην των ανωτέρω αναφερθέντων και τα εξής περί της Εκκλησίας: «… είναι δε αυτοκέφαλος, ενεργούσα ανεξάρτητως πάσης άλλης εκκλησίας τα κυριαρχικά αυτής δικαιώματα και διοικείται υπό Ιεράς Συνόδου Αρχιερέων. ..». Εκ της διατάξεως ταύτης σαφώς συνάγεται ότι η Εκκλησία της Ελλάδος ή άλλως έλλαδική Εκκλησία αποκαλουμένη είναι οργανισμός αυτοδιοικούμενος. Αυτή είναι η έννοια της φράσεως «διοικείται υπό Ιεράς Συνόδου αρχιερέων», δια της φράσεως δε ταύτης καθορίζονται και τα όρια της εξουσίας της Πολιτείας όπως επεμβαίνη εις την διοίκησιν και την οργάνωσιν της Εκκλησίας. Εν άλλαις λέξεσιν η Πολιτεία δύναται να θεσπίζη νόμους αφορώντας εις την οργάνωσιν και την διοίκησιν της Εκκλησίας υπό την προϋπόθεσιν όμως ότι δια των νόμων τούτων δεν ανατρέπεται η έννοια και το ουσιαστικόν περιεχόμενον του υπό του Συντάγματος αναγνωριζομένου εις την Εκκλησίαν δικαιώματος αυτοδιοικήσεως ως το δικαίωμα τούτο γίνεται αντιληπτόν κατά την εκκλησιολογικήν αυτού βάσιν. Υπό την έννοιαν τούτην η Πολιτεία δύναται να θεσπίζη μόνον νόμους οι οποίοι θέτουν γενικάς αρχάς εν τη διοικήσει και οργανώσει της Εκκλησίας ως π.χ. διατάξεις αφορώσας εις τον αριθμόν των μητροπόλεων (21) , την τοπικήν διαίρεσιν της Εκκλησίας, τας διοικητικάς αρμοδιότητας των καλουμένων να εφαρμόσουν διατάξεις της κειμένης νομοθεσίας οργάνων αυτής (έφημερίων, μητροπολιτών κ.λπ.), την διαδικασίαν εκλογής μητροπολιτών εφ’ όσον αύτη τελικώς αφίεται εις την Ιεράν Σύνοδον κ.λπ. Συνεπώς δεν θα ήτο σύμφωνος προς το Σύνταγμα νόμος ο οποίος θα εθέσπιζε το περίφημον «τριπρόσωπον» δελτίον, ήτοι θα ώριζεν ότι η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας εκλέγει τρεις υποψηφίους δια τον αρχιερατικόν θρόνον εξ αυτών δε επιλέγει ένα η Πολιτεία (22). Δια τον αυτόν λόγον δεν θα ήτο σύμφωνος προς το Σύνταγμα νόμος δια του οποίου θα ωρίζετο ότι τον αρχιεπίσκοπον ή τους μητροπολίτας εκλέγει ουχί η Σύνοδος της Ιεραρχίας αλλ’ έτερον ολιγομελές σώμα οίον αριστίνδην Σύνοδος επί τούτω συνερχομένη, διότι ούτω ανατρέπεται η υπό του Συντάγματος υιοθετουμένη εκκλησιολογική βάσις του δικαιώματος αυτοδιοικήσεως της Εκκλησίας (23). Υπό την έννοιαν ταύτην επιβάλλεται όπως εις τοιαύτα νομοθετήματα περιέχονται όσον το δυνατόν περισσότεραι νομοθετικαί εξουσιοδοτήσεις προς την Ιεράν Σύνοδον, ίνα δια πράξεων της εχουσών κανονιστικόν χαρακτήρα ρυθμίζει μόνη αυτή, άνευ εγκρίσεως οίασδήποτε πολιτειακής άρχής, ζητήματα αφορώντα εις την εσωτερικήν της Εκκλησίας τάξιν (24). Επιβάλλεται επίσης όπως τοιαύτης φύσεως νομοθετήματα θεσπίζονται μετά προηγουμένην γνωμοδότησιν της Εκκλησίας (25).

Εκ των ανωτέρω εκτεθέντων σαφώς νομίζω συνάγονται δύο τινα, ήτοι πρώτον ότι οι Κανόνες οι αναφερόμενοι εις την διοίκησιν και οργάνωσιν της Έλλαδικής Εκκλησίας δεν κατοχυρούνται εις την αυτήν έκτασιν εις ην κατοχυρούνται οι Κανόνες οι αναφερόμενοι εις το δόγμα, την λατρείαν και το ουσιαστικόν εν γένει περιεχόμενον της ορθοδόξου χριστιανικής πίστεως και δεύτερον ότι οι Κανόνες οι αναφερόμενοι εις την διοίκησιν των λοιπών χριστιανικών εκκλησιών και των άλλων θρησκευτικών κοινοτήτων κατοχυρούνται απολύτως, ήτοι ως κατοχυρούνται και οι Κανόνες οι αναφερόμενοι εις το δόγμα, την λατρείαν και το εν γένει ουσιαστικόν περιεχόμενον των αντιστοίχων δογμάτων και θρησκειών. Συνεπώς νόμος ο οποίος θα ερύθμιζε τον τρόπον διοικήσεως της εν Ελλάδι ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας η οιασδήποτε ετέρας χριστιανικής εκκλησίας ή ετέρας θρησκευτικής κοινότητος θα ήτο άντισυνταγματικός, διότι εφ’ όσον δια τας εκκλησίας και θρησκευτικάς ταύτας κοινότητας δεν υπάρχει πρόβλεψις εν τω Συντάγματι ανάλογος προς την πρόβλεψιν τοΰ άρθρου 2 § 1 αυτού του αναφερομένου εις την ορθόδοξον χριστιανικήν Έκκλησίαν, ουδέ είναι δυνατόν να θεωρηθούν αι θρησκευτικαί αύται κοινότητες ως νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, ισχύει δι’ αύτάς η πλήρης κατοχύρωση της αυτοδιοικήσεώς των η απορρέουσα εκ του κατοχυρούντος την θρησκευτικήν ελευθερίαν άρθρου 1 του Συντάγματος. Εν άλλαις λέξεσιν η έναντι των επεμβάσεων της Πολιτείας κατοχύρωσις των Ιερών Κανόνων των διεπουσών πάσας τας λοιπάς, πλην της επικρατούσης, θρησκείας είναι πληρεστέρα συγκρινομένη προς την κατοχυρωσιν των Ιερών Κανόνων των διεπουσών την επικρατούσαν θρησκείαν. Η διαπίστωσις δε αυτή αποτελεί και μίαν ηχηράν απάντησιν εις πάντας εκείνους οι οποίοι αρέσκωνται, άγνωστον δια ποιον λόγον, να επαναλαμβάνουν ότι εν Ελλάδι αι μη ορθόδοξοι χριστιανικαί εκκλησίαι και αι μη χριστιανικαί θρησκευτικαί κοινότητες ευρίσκονται εις μειονεκτικήν θέσιν εν σχέσει με την ορθόδοξον χριστιανικήν εκκλησίαν.

Ως παρατηρεί λοιπόν τις το όλον ζήτημα είναι απολύτως απλούν και δια τον λόγον τούτον διερωτάταί τις εις ποιους λόγους οφείλεται η επί μακράν ταλανίζουσα την θεωρίαν και την νομολογίαν έρις περί της φύσεως και της εκτάσεως της συνταγματικής κατοχυρώσεως των Ιερών Κανόνων. Η Ιρις αΰτη όφείλεται αποκλειστικώς και μόνον εις το γεγονός ότι τόσον η θεωρία όσον και η νομολογία εθεώρησαν ως διάταξιν του Συντάγματος κατοχυρούσαν τους Ιερούς Κανόνας ουχί τα άρθρα 1 και 2 §§ 3-5 δια των οποίων κατοχυρούται η θρησκευτική ελευθερία, αλλά το άρθρον 2 §§ 1-2 του Συντάγματος (26). Πλην όμως το άρθρον 2 §§ 1-2 εις άλλον, τελείως διάφορον, απέβλεψε σκοπόν και ουχί εις την κατοχύρωσιν των Ιερών Κανόνων- αάπέβλεψε δηλονότι εις δύο τινά: α) εις το να διασφαλίση μετά την απελευθέρωσιν της χώρας από τον τουρκικόν ζυγόν το «αυτοκέφαλον» της ελλαδικής έκκλησίας έναντι των άλλων ορθοδόξων εκκλησιών, δι’ αυτόν δε τον λόγον περιέλαβε και την διάταξιν καθ’ ην η Εκκλησία αύτη ασκεί τα κυριαρχικά αυτής δικαιώματα «ανεξαρτήτως πάσης άλλης εκκλησίας» (27) και β) εις το να διασφαλίση το «αυτοδιοίκητσν» της Εκκλησίας ταύτης έναντι της Πολιτείας, δι’ αυτόν δε τον λόγσν και ώρισεν ότι αύτη «διοικείται υπό Ιεράς Συνόδου Αρχιερέων». Ευλόγως όμως διερωτάταί τις εις ποιον σκοπόν αποβλέπει η ετέρα διάταξις η περιεχομένη εις την παράγραφον 1 του άρθρου 2 του Συντάγματος καθ’ ην η ορθόδοξος χριστιανική εκκλησία «υπάρχει αναποσπάστως ηνωμένη δογματικώς μετά της εν Κωνστανανουπόλει Μεγάλης και πάσης άλλης ομοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, τηρούσα απαρασαλεύτως, ως εκείναι, τους τε ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνας και τας ιεράς παραδόσεις».

Η διάταξις αύτη απετέλεσε την πηγήν των παρερμηνειών και της ατέρμονος συζητήσεως εις τους κύκλους των νομικών και των θεολόγων. Εθεωρήθη δηλαδή ότι δια της διατάξεως ταύτης η Πολιτεία ηγγυήθη έναντι των τρίτων και κυρίως έναντι του Οικουμενικού Πατριαρχείου την μη παραβίασιν, δια πράξεων της νομοθετικών, διοικητικών ή δικαστικών, των Ιερών Κανόνων (28). Τοιαύτη όμως βούλησις του συνταγματικού νομοθέτου ουδόλως προκύπτει εκ της προπαρατεθείσης διατάξεως δια της οποίας υπεύθυνος προς τήρησιν των Ιερών Κανόνων καθίσταται, ως εξ αυτής σαφώς προκύπτει, ουχί η Πολιτεία αλλά η Εκκλησία, η οποία είναι δογματικώς ηνωμένη μετά της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης και πάσης άλλης ομοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, «τηρούσα» ως εκείναι τους ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνας και τας ιεράς παραδόσεις. Εξ αυτού δε συνάγεται περαιτέρω δτι εάν η εκκλησία αύτη παραβιάση την υποχρέωσίν της αυτήν, εάν δηλαδή παύση να τηρή τους Κανόνας και ούτω διακόψη τον πνευματικόν δεσμόν μετά του Οικουμενικού Πατριαρχείου, το οποίον αποτελεί την ηγεσίαν της Ορθοδοξίας, ούσης κατά το άρθρον 1 του Συντάγματος επικρατούσης εν Ελλάδι θρησκείας, το μόνον το οποίον δύναται να πράξη η Πολιτεία εις την περίπτωσιν αυτήν είναι να αφαιρέση από την εν λόγω Εκκλησίαν την ιδιότητα της Εκκλησίας της επικρατούσης εν Ελλάδι θρησκείας, να αναγνωρίση δε αυτήν εις ετέραν εκκλησίαν (29). Η τοιαύτη μεταβολή δύναται φρονώ να γίνη και δι’ απλού νόμου, μη απαιτουμένης δηλαδή τροποποιήσεως του Συντάγματος, δοθέντος ότι εις την περίπτωσιν αυτήν δεν καταργείται ή άλλως πως τροποποιείται η διάταξις του άρθρου 1 αυτού, καθ’ ην επικρατούσα θρησκεία εν Ελλάδι είναι η θρησκεία της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Έκκλησίας, αλλ’ απλώς και μόνον διαπιστούται ότι αι εν Έλλάδι εκκλησιαστικαί άρχαί παρεβίασαν τους Κανόνας της Ορθοδοξίας και συνεπώς έπαυσαν να αποτελούν γνησίους εκπροσώπους αυτής, της Πολιτείας υποχρεουμένης πλέον εκ του Συντάγματος να αρνηθή εις τας αρχάς αυτάς την ιδιότητα των εκπροσωπουσών εν Έλλάδι την Ορθοδοξίαν. Μετά δε την τοιαύτην μεταβολήν αι αρχαί αύται και οι οπαδοί των θα αποτελούν ιδιαιτέραν εκκλησίαν η οποία θα απολαύη μεν της κατά τα άρθρα 1 και 2 §§ 3-5 του Συντάγματος θρησκευτικής ελευθερίας, δεν θα αποτελή όμως την εκκλησίαν της επικρατούσης θρησκείας, ιδιότητα την οποίαν το Κράτος θα έχη πλέον αναγνωρίσει εις ετέραν χριστιανικήν κοινότητα και δη εις εκείνην την κοινότητα η οποία θα εμμένη εις τας δογματικάς αρχάς τας οποίας διακηρύσσει το Οικουμενικόν Πατριαρχείον ή αι Πανορθόδοξοι Οικουμενικαί Σύνοδοι. Αυτή και μόνη είναι κατά την γνώμην μου η ορθή έννοια του άρθρου 2 § 1 του Συντάγματος. Ηθελήθησαν δηλαδή δι’ αυτού δύο τινά:

α) Να διακηρυχθή επισήμως υπό της Πολιτείας ότι Εκκλησία έκπροσωπούσα εν Έλλάδι την επικρατούσαν θρησκείαν, δηλ. την ορθοδοξίαν, είναι μόνον η Εκκλησία εκείνη η οποία «τηρεί» και δη «απαρασαλεύτως» τους Ιερούς Κανόνας ως ούτοι ερμηνεύονται υπό του Οικουμενικού Πατριαρχείου, εξασφαλιζομένης ούτω πνευματικής κοινωνίας και δογματικής ενώσεως της Εκκλησίας ταύτης μετά του Πατριαρχείου τούτου, και

β) Να διακηρυχθή επισήμως ότι παρά την τοιαύτην «δογματικήν ένωσιν» η ελλαδική Εκκλησία καθ’ όσον αφορά εις την διοίκησίν της, τούτο μεν είναι «αυτοκέφαλος» έναντι των άλλων έκκλησιών, δι’ αυτό και ορίζεται εις την εν λόγω διάταξιν ότι αύτη «ασκεί τα κυριαρχικά αυτής δικαιώματα ανεξαρτήτως πάσης άλλης Εκκλησίας», τούτη δε είναι, εντός των προπεριγραφέντων ορίων, ανεξάρτητος έναντι της Πολιτείας, δι’ αυτό και εις την εν λογω διάταξιν αναφέρεται ότι αύΰτη «διοικείται υπό Ιεράς Συνόδου Αρχιερέων», δηλαδή αυτοδιοικείται. Συνεπώς νόμος δια του οποίου θα κατηργείτο ή θα περιωρίζετο ουσιωδώς το αυτοδιοίκητον της Έκκλησίας θα ήτο αντισυνταγματικός.

3. Αντισυνταγματικός επίσης θα ήτο και νόμος δια του οποίου θα ανεγνωρίζετο εις έτερον ορθόδοξον Εκκλησίαν δικαίωμα επεμβάσεως εις την διοίκησιν της Ελλαδικής Εκκλησίας. Υπό την έννοιαν αυτήν θα ήτο αντίθετος προς το Σύνταγμα διάταξις νόμου δια της οποίας θα ανεγνωρίζετο εις το Οικουμενικόν Πατριαρχείον το «έκκλητον» εις τοιαύτην έκτασιν, ώστε να επιχειρήται δι’ αυτού κατ’ ουσίαν επέμβασις εις την διοίκησιν της Εκκλησίας της Ελλάδος, ως π.χ. επί καταδικαστικής αποφάσεως επιβαλλούσης εις μητροπολίτην της λεγομένης παλαιάς Ελλάδος την ποινήν της καθαιρέσεως (30).

Συμπέρασμα

Εν όψει της επιχειρηθείσης ανωτέρω τοποθετήσεως του ζητήματος ευχερώς προσδιορίζεται πλέον η έκτασις και το περιεχόμενον της συνταγματικής κατοχυρώσεως των Ιερών Κανόνων. Η κατοχύρωσις αύτη, δηλαδή το απαραβίαστσν αυτών εκ μέρους της Πολιτείας, απορρέει ευθέως και αμέσως ουχί εκ του άρθρ. 2 §§ 1-2 αλλ’ εκ των άρθρ. 1 και 2 §§ 3-5 του Συντάγματος (31). Η τοιαύτη κατοχύρωσις έπεκτείνεται καθ’ όσον άφορφ εις πάσας τας λοιπάς, ίλήν της έπι- κρατούσης, ερησκείας εις το ουσιαστικόν περιεχόμενον (δόγμα, λατρεία κ.λπ.) της οικείας εκάστστε θρησκείας και εις την διοίκησιν της αντιστοίχου εκκλησίας ή θρησκευτικής κοινότητας, καθ’ όσον όμως αφορά εις την επικρατούσαν θρησκείαν η κατοχύρωσις επεκτείνεται κατ’ αρχήν και εις τους κανόνας τους αφορώντας εις την διοίκησιν της Εκκλησίας αναγνωριζομένων όμως, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, εξαιρέσεών τινων αι οποίαι δεν δύνανται να φθάσουν μέχρι σημείου ανατροπής της αυτοδιοικήσεώς της Έκκλησίας. Κατόπιν τούτου η εις το Σύνταγμα του 1968 γενομένη διευκρίνησις και τροποποίησις ότι η Εκκλησία τηρεί απαρασαλεύτως «τους περί το δόγμα και την λατρείαν κανόνας» μόνον υπό την εκτεθείσαν ερμηνείαν ήτο ανεκτή, διότι άλλως εδημιούργει, εν όψει και των εν τω παρελθόντι υποστηριχθεισών απόψεων, περαιτέρω δυσχερείας και, ως εκ τούτου, ορθόν είναι όπως μη επαναληφθή εις το μέλλον να καταρτισθή Σύνταγμα, αντιθέτως δε ενδείκνυται όπως εις ειδικήν διάταξιν του νέου Συντάγματος, αφορώσαν κεχωρισμένως εις την κατοχύρωσιν του ατομικού δικαιώματος της θρησκευτικής ελευθερίας περιληφθή ειδική ρήτρα περί κατοχυρώσεως των Ιερών Κανόνων πασών των εν τω Κράτει γνωστών θρησκειών υπό την επιφύλαξιν πάντοτε περί ης βλ. ανωτ. εν ύποσημειώσει 31, ούτως ώστε να εκλείψη και η ελαχίστη τυχόν αμφιβολία περί του κατά πόσον κατοχυρούνται ή ου οι Κανόνες ούτοι. Η ρήτρα δε αύτη είναι αναγκαία ου μόνον δια την περίπτωσιν καθ’ ην το νυν ισχύον καθεστώς σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας ήθελε παραμείνει ως έχει σήμερον, αλλά και δια την περίπτωσιν καθ’ ην το όργανον το οποίον θα χωρήση, κατ’ εξουσιοδότησιν του κυριάρχου λαού, εις την κατάρτισιν του νέου συνταγματικού χάρτου της χώρας ήθελε στοιχήσει προς τας συγχρόνους δημοκρατικάς αντιλήψεις περί χωρισμού της Εκκλησίας από του Κράτους, αντιλήψεις αι οποίαι όχι μόνον έχουν καταοτή ήδη προσφιλείς εις την σύγχρονον ελληνικήν θεωρίαν (32) , αλλ’ επί πλέον είναι σύμφωνοι —και τούτο έχει πρωτεύουσαν σημασίαν— προς την διδασκαλίαν του Θεανθρώπου διακηρύξαντος ότι η εξουσία του «Καίσαρος» δεν πρέπει να εέπηρεάζη την ζωήν της Εκκλησίας, του θείου αυτου καθιδρύματος, του αποσκοπούντος εις την πνευματικήν τελείωσιν του άνθρώπου και εις την «ένωσίν» του με τον Θεόν (33).


ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

Βιβλιογραφία. Σχετικώς προς το θέμα, το οποίον αποτελεί το αντικείμενον της παρούσης μελέτης, υπάρχει πλούσια φιλολογία. Προεισαγωγικώς σημειούμεν ενταύθα τα κυριωτερα σχετικά έργα. Η παράθεσις αυτών γίνεται κατά χρονολογικήν σειράν. Βαμβέτσου, Εισαγωγή εις το εκκλησιαστικόν δίκαιον των ορθοδόξων, 1911. Κ. Δυοβουνιώτσυ, Σχέσις εκκλησίας και πολιτείας εν τη ελευθέρα Ελλάδι, 1916. Ανδρούτσου, Εκκλησία και πολιτεία εξ επόψεως ορθοδόξου, 1920. Μπαλάνου, Πολιτεία και Εκκλησία, 1920. Ν. Ν. Σαριπόλου, Συνταγματικόν Δίκαιον III , 1923, σ. 310 επ. Αλιβιζάτου, «Ύπάρχουσι δογματικοί κανόνες», μελέτη δημοσιευθείσα εις τον τόμον Εις μνήμην Σπυρ. Λάμπρου, 1935, σ. 476 επ. Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Το Σύνταγμα και οι ιεροί κανόνες, Εκκλησία, 1936 σ. 228 επ. Φ. Γεωργιάδου, Εισαγωγή εις το Εκκλησιαστικόν Δίκαιον, 1939, σ. 135. Κασιμάτη, Οι εκκλησιαστικοί κανόνες ως πηγαί του ίδιωτικού δικαίου, Αρχείον Ιδιωτικού Δικαίου, 1940, σ. 425 επ. Πουλίτσα, Σχέσις πολιτείας και έκκλησίας, 1946, α 224 επ. Μητροπολίτου Λαρίσης Δωροθέου Κωτταρά, Νομοκανονικαί Έρευ ναι, 1951, σ. 9 επ. Χριστοφιλοπούλου, Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον, Α’, 1965, σ. 83 επ. Σβώλου-Βλάχου, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, Α’, 1954, σ. 60 επ. θεμ. Τσάτσου, Εισήγησις επί των άρθρων 1 και 2 του Συντάγματος του 1952 και Μελέται Συνταγματικού Δικαίου, 1958, σ. 85 επ. X. Φραγκίστα, Στοιχεία Εκκλησιαστικού Δικαίου, 1956 (Πανεπιστημιακοί παραδόσεις) σ. 28 επ. του αυτού, Συνταγματική Δύναμις των Κανόνων της Έκκλησίας, εν Επιστ. Επετ. No μικής Σχολής Παν/μίου Θεσ/κης τιμ. τόμος Η. Κυριακοπούλου. Μητροπολίτου Κυθήρων Μελετίου, Συνάλληλος η συμπόρευσις Πολιτείας και Έκκλησίας, Πολιτικοί Νόμοι – Ιεροί Κανόνες, 1963. Αρχιμανδρίτου Θεοκλήτου Στράγκα, Κάτοπτρον σχέσεων αναμαχομένων Εκκλησίας και Πολιτείας, 1967. Κων. Μουρατίδου, Η Συνταγματική κατοχύρωσις των Ιερών Κανόνων, εν περιοδικώ Κοινωνία 1974 τ. 3.

(1) Δια του όρου «Ιεροί Κανόνες» δηλούνται μόνον αι θεμελιώδεις αρχαί αι διέπουσαι την χριστιανικήν θρησκείαν, ουχί όμως και αι αντίστοιχοι αρχαί των μη χριστιανικών θρησκευτικών κοινοτήτων. Ουχ ήττον εν τω κειμένω γίνεται αδιακρίτως χρήσις του όρου τούτου δια λόγους ευχερεστέρας διατυπώσεως των νοημάτων εν γνώσει του ότι δεν πρόκειται περί ακριβολογίας καθ’ όσον αφορά εις τας μη χριστιανικάς θρησκείας. Τούτ’ αυτό ισχύει και προκειμένου περί του όρου «δόγμα».
(2) Κοσμικά κράτη είναι πλην των άλλων η Γαλλία, η Δυτική Γερμανία, το Βέλγιον, η Ολλανδία, ο Λίβανος, η Κυπριακή Δημοκρατία, το Ισραήλ, η Τουρκία, η Ινδία, η Ιαπωνία κ.α. με μικράς ή μεγάλας μεταξύ των παραλλαγάς. Κλασσικόν παράδειγμα κοσμικού κράτους αποτελούν αι Ηνωμέναι Πολιτείαι της Αμερικής εν τω Συντάγματι των οποίων (1η Τροποποίησις) ορίζεται χαρακτηριστικώς ότι: «Το Κσγκρέσσον δεν πρόκειται να θέσπιση νόμον καθιερούντα επίσημον θρησκείαν του Κράτους ή παρεμποδίζοντα την ελευθέραν λατρείαν οιασδήποτε θρησκείας…». Την διάταξιν τούτην ηρμήνευσεν η βασική επί του θέματος απόφασις του Ανωτάτου Δικαστηρίου των Η.Π.Α. επί της υποθέσεως Everson ν. Board of Education 330 U. S. 1 του έτους 1947, η οποία, περιγράφουσα δια λίαν χαρακτηριστικών σκέψεων την πλήρη ουδετερότητα την οποίαν οφείλει να τηρή η Πολιτεία έναντι του θρησκευτικού ζητήματος, καταλήγει επαναλαμβάνουσα τους λόγους του Jefferson ειπόντος ότι το αμερικανικόν Σύνταγμα εσκόπει: «να ύψώση διαχωριστικόν τείχος μεταξύ Έκκλησής και Πολιτείας». Βλ. εκτενή ανάλυσιν του ζητήματος τούτου εις Α. Ν. Μαρίνου, Η θρησκευτική ελευθερία (διατριβή έπί διδακτορία) Αθηναι 1972 σ. 50 ένθα και πλουσία νομολογία και βιβλιογραφία. Αντιθέτως εις τα κομμουνιστικά κράτη τα οποία θεσπίζουν δια των Συνταγμάτων των χωρισμόν Κράτους και Εκκλησίας, η Πολιτεία αντιμάχεται την θρησκείαν και διδάσκει επισήμως την αθεΐαν. Δια τον λόγον τούτον τα κομμουνιστικά κράτη δεν είναι γνήσια κοσμικά αλλά ψευδοκοσμικά κράτη. Βλ. λεπτομερείας περί του χωρισμού Κράτους και Εκκλησίας εις τα κομμουνιστικά Κράτη εις Α. Ν. Μαρίνον, ένθ’ ανωτ., σ. 335 επ.
(3) Το γεγονός ότι ο γάμος αποτελεί κατά την χριστιανικήν θρησκείαν μυστήριον, δεν κωλύει τον νομοθέτην όπως θεσπίση παραλλήλως προς τον θρησκευτικόν και τον πολιτικόν γάμον έστω και υποχρεωτικόν, αρκεί βεβαίως να μη άπαγορεύη την τέλεσιν και θρησκευτικού γάμου. Βλ. και Αν. Μαρίνον, ένθ’ ανωτ. σ. 285 επ. και σ. 487, του αυτού, «Ο έλεγχος των πράξεων των εκκλησιαστικών αρχών υπό του Συμβουλίου της Επικρατείας», εν Επιθεωρήσει Δημοσίου Δικαίου και Διοικητικού Δικαίου τομ. ΙΖ ‘ (1973) σ. 29 υ ποσημ. 51. Anastase Ν. Marinos, ‘Le contrôle des actes des autorités ecclésiastiques par le Conseil d’Etat en Grèce’, εν Conscience et liberty τ. 7 (1974).
(4) Τοιαύτα κράτη είναι π.χ. τα Σκανδιναβικά, η Μεγάλη Βρεταννία, η Ελλάς, η Ισπανία, το μουσουλμανικά κράτη πλην της Τουρκίας κ.ά.
(5) Βλ. π.χ. το άρθρον 3 του προσωρινού Συντάγματος της Συρίας της 27ης Απριλίου 1964 το οποίον ορίζει ότι «Το Ισλάμ είναι η θρησκεία του Κράτους, η δε μουσουλμανική θεολογία η πηγή της νομοθεσίας». Το Σύνταγμα του Ιράκ του 1965 το οποίον εν άρθρω 3 ορίζει ότι: «Το Ισλάμ είναι η θρησκεία του Κράτους και το βασικόν θεμέλιον του Συντάγματος». Επίσης το Σύνταγμα του Αφγανιστάν του έτους 1964 εις μεν το άρθρον 64 § 2 ορίζει ότι: « ουδείς νόμος δύναται να είναι αντίθετος προς τους βασικούς κανόνας της Αγίας θρησκείας του Ισλάμ …», εις δε το άρθρον 69 ορίζει ότι, εν ελλείψει νομοθετικού κειμένου ρυθμίζοντος ωρισμένον ζήτημα, ως κείμενον νόμου έχον πλήρη ισχύν θεωρούνται ωρισμένοι κανόνες της μουσουλμανικής θρησκείας και του δόγματος hanefite. Επίσης ο ισπανικός νόμος της 17.5.1958 επί της Εθνικής Κινήσεως ορίζει εν Προοιμίω ότι: «Το Ισπανικόν έθνος θεωρεί τιμητικόν δι’ εαυτόν τον σεβασμόν του προς τον θείον Νόμον, συμφώνως προς την διδασκαλίαν της ‘Αγίας Καθολικής, Αποστολικής και Ρωμαϊκής Εκκλησίας, της μόνης αληθούς και αδιαιρέτου, από της εθνικής συνειδήσεως, πίστεως, η οποία εμπνέει την νομοθεσίαν της χώρας». Βλ. περί πάντων τούτων Αν. Ν. Μαρίνον, ένθ’ ανωτ. σ. 319 επ., 388.
(6) Βλ. π.χ. τας περί κωλυμάτων του γάμου διατάξεις του Αστικού Κώδικος, αι πλείσται των οποίων έχουν θρησκευτικήν καταγωγήν.
(7) Βλ. π.χ. το άρθρ. 16 § 2 του Συντάγματος εις το οποίον ορίζεται ότι η διδασκαλία εις τα σχολεία μέσης και στοιχειώδους εκπαιδεύσεως αποσκοπεί την ηθικήν και πνευματικήν αγωγήν και ανάπτυξιν της εθνικής συνειδήσεως των νέων επί τη βάσει των ιδεολογικών κατευθύνσεων του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού.
(8) Πρόκειται περί του άρθρ. 2 § 1 του δια της από 1.8.74 Συντακτικής Πράξεως (Φ.Ε.Κ. 213 Α’) επαναφερθέντος εν ισχύι Συντάγματος του 1952 ορίζαντος ειδικώτερον τα ςξής: «Η Ορθόδοξος Εκκλησία της Ελλάδος, κεφαλήν γνωρίζουσα τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν, υπάρχει αναποσπάστως ηνωμένη δσγματικως μετά της εν Κωνσταντινουπόλει Μεγάλης και πάσης άλλης ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας, τηρούσα απαρασαλεύτως, ως εκείναι, τους τε ιερούς αποστολικούς και συνοδικούς κανόνας και τας ιεράς παραδόσεις· είναι δε αυτοκέφαλος, ενεργούσα ανεξαρτήτως πάσης άλλης Εκκλησίας τα κυριαρχικά αυτής δικαιώματα και διοικείται υπό Ιεράς Συνόδου Αρχιερέων…».
(9) Βλ. Αν. Ν. Μαρίνου, Η θρησκευτική ελευθερία, Αθήναι 1972, ένθα το ατομικόν δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας ερευνάται υπό το κράτος του καταργηθέντος ήδη Συντάγματος του 1968 (άρθρον 16).
(10) Βλ. Αν. Ν. Μαρίνου, ένθ’ ανωτ. σ. 101, ΣτΕ 866/1974 εν ΝοΒήμα 22 (1974) σ.717.
(11) Βλ. Αν. Ν. Μαρίνον, ενθ’ άνωτ. σ. 302 επ.
(12) Την ανάγκην της τοιαύτης αυτοδιοικήσεως προκειμένου περί των χριστιανικών εκκλησιών δύναταί τις να αντιληφθή πληρέστερον εάν αποβλέψη εις τον μυστηριακόν χαρακτήρα της Εκκλησίας. Πράγματι η Εκκλησία ουδέν έτερον είναι ει μη η κοινότης η δημιουργουμένη περί τον επίσκοπον τελούντα το μυστήριον της θείας Ευχαριστίας. Η τοιαύτη δε κοινότης δημιουργουμένη δια της επί τω αυτώ συνελεύσεως των δια του βαφτίσματος αποδεχθέντων την χριστιανικήν πίστιν έχει ιδίαν αυθύπαρκτον υπόστασιν, έχει ιδίαν προσωπικότητα η οποία όμως δεν είναι ορθόν να παραλληλίζεται προς την νομικήν προσωπικότητα των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου. Η προσωπικότης της Έκκλησίας είναί τι το διάφορον. (Βλ. τας εν προκειμένω ωραίας σκέψεις του Ιωάννου Ζηλιούλα, εν The Church as a Eucharistic Community and the basis of law , March 1974, Commission on Faith and Order Fo /74 : 16, World Council of Churches).
(13) Βλ. ανωτ. υποσημ. 8.
(14) Βλ. άρθρον 16 § 2 του Συντάγματος.
(15) Βλ. άρθρον 1 του Συντάγματος.
(16) ’ρθρον 43 του Συντάγματος και άρθρον 2 της από 1.8.74 Συντακτικής Πράξεως.
(17) Ούτως ο Π. Πουλίτσας, Σχέσις Πολιτείας και Εκκλησίας Ιδία επί εκλογής επισκόπου, ’θηναι 1946 σ. 14 και τους αυτόθι άναφερομένους. Εκ των νεωτέρων βλ. Κ. Γεωργόπουλον, χαρακτηρίζοντα την Εκκλησίαν ως οργανισμόν ειδικής αυτοδιοικήσεως εις Ελληνικόν Συνταγματικόν Δίκαιον τ. Γ’ έκδοσις 2α ’θήναι 1973 σ. 110. Ο Α Χριστοφιλόπουλος, χαρακτηρίζει την Εκκλησίαν ως ιδιόμορφον οργανισμόν εκκλησιαστικού δικαίου βλ. Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον 2 ’θήναι 1965 σ. 13. Εν πάση όμως περιπτώσει η ιδιότης της Εκκλησίας ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου νοείται μόνον καθ’ όσον αφορά εις τας εν Ελλάδι και εν τω πεδίω του κοσμικού δικαίου σχέσεις της μετά της Πολιτείας τας διαμορφουμένας εν τω πλαισίω των ειδικών εν προκειμένω διατάξεων, εν ουδεμία όμως περιπτώσει επιτρέπεται να παροράται το γεγονός ότι η Εκκλησία αποτελεί κατά βάσιν ιδιόμορφον κοινότητα δημιουργουμένην δια του βαπτίσματος (Baptismal Community) και του Μυστηρίου της θείας Ευχαριστίας (Eucharistic Community) περί ης ισχύουν πάντα τα ανωτέρω εν υποσημειώσει 12 αναγραφόμενα.
(18) Βλ. περί του ζητήματος τούτου Αν. Ν. Μαρίνου, Ο έλεγχος των πράξεων κ.λπ. ένθ’ ανωτ. υποσημ. 3.
(19) Υπό την έννοιαν τούτην το άρθρον 1 του Συντάγματος του 1968, μετατρέψαν εις κείμενον δίκαιον τας μέχρι τότε εν τη θεωρία και τη νομολογία κρατούοας αντιλήψεις περί του δικαιώματος της Πολιτείας όπως επεμβαίνη νομοθετικώς εις την οργάνωσιν και διοίκησιν της Εκκλησίας, ώριζεν εν § 5 τα εξής: «Σχέδιον η πρότασις νόμον περί οργανώσεως και διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος, δεν εισάγεται προς συζήτησιν εις την Βουλήν άνευ γνωμοδοτήσεως της Διαρκούς Ίεράς Συνόδου, υποβαλλομένης εντός είκοσιν ημέρων από της περιελεύσεώς των εις αυτήν η μετά την πάροδον της προθεσμίας ταύτης απράκτου». Εκ της διατάξεως τούτης σαφώς συνήγετο ότι η Πολιτεία έχει το δικαίωμα να θεσπίζη νόμους ρυθμίζοντας τα της διοικήσεως και οργανώσεως της Εκκλησίας της Ελλάδος.
(20) Ο όρος «Σύστημα της νομω κρατούσης Πολιτείας» περιελήφθη εις την § 6 του άρθρου 1 του Α’ Κυβερνητικού Σχεδίου Συντάγματος του 1968, αλλά τελικώς απηλείφθη εκ του οριστικού κειμένου. Κατά πάσαν περίπτωσιν δεν ενδείκνυται όπως περιέχωνται εις κείμενα νόμου, πολλώ δε μάλλον Συντάγματος, τοιούτου είδους αφοριομοί, όταν μάλιστα δεν είναι σαφείς κατά το περιεχόμενόν των.
(21) Νόμος όμως δια του οποίου θα εμειούτο ουσιωδώς ο αριθμός των μητροπόλεων και υπό συνθήκας τοιαύτας ώστε να επιχειρήται κατ’ ουσίαν επέμβασις εις την διοίκησιν της Έκκλησίας θα ήτο αντισυνταγματικός.
(22) Συνεπώς τόσον ο Α Ν. 1493/1938 όσον και ο ΑΝ. 3/1967 δια των οποίων προεβλέφθη ως προς την εκλογήν του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος το «τριπρόσωπον» ήσαν αναμφιβόλως αντισυνταγματικοί. Η εκλογή του νυν [1974] Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ εγένετο ωσαύτως βάσει «τριπροσώπου» δελτίου, πλην όμως η διαδικασία αυτή προεβλέφθη ουχί υπό νόμου αλλ’ υπό της υπ’ αριθ. 3/1974 Συντακτικής Πράξεως και συνεπώς ζήτημα αντισυνταγματικότητος δεν εγεννάτο εκ της απόψεως τούτης. Και είναι μεν αληθές ότι η Συντακτική αυτή Πράξις κατηργήθη δια της από 1.8.1974 Συντακτικής Πράξεως, πλην όμως η κατάργησις αύτη δεν είχεν αναδρομικήν ισχύν. Ουδέν ζήτημα αντισυνταγματικότητος θα εγεννάτο εις την περίπτωσιν καθ’ ην νόμος θα εθέσπιζε διαδικασίαν εκλογής Αρχιεπισκόπου συμφώνως προς την οποίαν την αποφασιστικήν γνώμην θα είχε τελικώς η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας εάν π.χ. συνεκροτείτο ειδικόν σώμα εκλεκτόρων αποτελούμενον εκ λαϊκών και κληρικών ή μόνον εκ κληρικών υποδεικνυόντων τρεις υποψηφίους εκ των οποίων η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας εκλέγει το ένα εξ αυτών.
(23) Κατά τους Κανόνας η Ανατολική Ορθόδοξος Εκκλησία διοικείται υπό της Συνόδου των Επισκόπων (Βλ. τους εξής Κανόνας Αποστ. 37, Α’ 5, Δ’ 19, Πενθ. 8, Ζ’ 6, Αντιοχ. 20, Καρχ. 18, 73 και 76). Η Σύνοδος των Επισκόπων είναι το ανώτατον όργανον της Εκκλησίας, το οποιόν αποφαίνεται περί παντός εκκλησιαστικού ζητήματος έχει δηλαδή, για να χρησιμοποιήσωμεν όρον ειλημμένον εκ του δημοσίου δικαίου το τεκμήριον της αρμοδιότητος. Την βασικήν τούτην αρχήν του δικαίου της Ανατολικής Εκκλησίας δεν ηδύνατο να παρίδη ο συνταγματικός νομοθέτης, εφ’ ω και ρητώς ώρισεν εν άρθρω 1 του Συντάγματος, επαναλαμβάνων εν τούτω πανομοιότυπον διατύπωσιν των προγενεστέρων Συνταγμάτων, ότι η Εκκλησία «διοικείται υπό Ιεράς Συνόδου Αρχιερέων». Δια του όρου τούτου ηννόει προδήλως Σύνοδον πάντων των Αρχιερέων και ουχί τινων μόνον εξ αυτών. Συνεπώς η δημιουργία αριστίνδην Συνόδου ήτοι Συνόδου συγκροτούμενης εξ ωρισμένων μόνον Αρχιερέων διοριζομένων υπό της Κυβερνήσεως και εχούσης ως αποστολήν την εκτέλεσιν ωρισμένου και εκ των προτέρων καθωρισμένου έργου είναι προδήλως αντισυνταγματική. Δια τον λόγον τούτον η αριστίνδην Σύνοδος η οποία συνεκροτήθη κατά το έτος 1967 επί τη βάσει του Α.Ν. 3/1967 (Φ.Ε.Κ. 67 τ. Α’) ίνα εκλέξη τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών και πάσης Ελλάδος ήτο αντισυνταγματική και αντικανονική. Είναι βεβαίως αληθές ότι ο πρώτος Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος (Ν. ΣΑ71852) δεν προέβλεπε Σύνοδον πάντων των επισκόπων αλλά Σύνοδον συγκροτουμένην εκ πέντε μελών. Το σύστημα όμως τούτο ίσχυε μέχρι του έτους 1923 ότε δια της υπ’ αριθ. 35422/14.12.23 αποφάσεως της Επαναστάσεως (Φ.Ε.Κ. 362 Α’) ωρίσθη ότι ανωτάτη διοικητική αρχή είναι η Σύνοδος της Ιεραρχίας ήτοι, ως ωρίσθη εις τον εν συνεχεα εκδοθέντα νέον Καταστατικόν Χάρτην (Νόμος άπό 31.12.23 – ΦΕΚ 387Α) η Σύνοδος «των εχόντων επισκοπάς αρχιερέων της αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος». Είναι όμως πρόδηλον ότι η Εκκλησία έχει να αντιμετώπιση και υποθέσεις αι οποίαι είναι τρεχούσης φύσεως και δεν είναι ευχερές πάντοτε να επιλαμβάνεται τούτων η Ιερά Σύνοδος της Ιεραρχίας, δι’ ο και ανέκυψεν ανάγκη δημιουργίας ετέρου ολιγομελους οργάνου αρμοδίου δια την διοίκησιν της Εκκλησίας και δη την λήψιν αποφάσεων επί πασών των υποθέσεων εκείνων αι οποίαι δεν έχουν επιφυλαχθή υπέρ της Συνόδου της Ιεραρχίας ως είναι π.χ. η εκλογή αρχιεπισκόπου, ο μεγάλος αφορισμός κ.α. Παραλλήλως δε και η Σύνοδος της Ιεραρχίας διατηρεί την αρμοδιότητα αυτής εφ’ όλων των υποθέσεων εφ’ όσον είναι το ανώτατον όργανον της Εκκλησίας. Ούτως εδημιουργήθη δια του Ν. Δ/τος της 26.9.1925 (Φ.Ε.Κ 270 τ. Α’) η Διαρκής Ιερά Σύνοδος. Τόσον η Σύνοδος αύτη όσον και η υπό του Νόμου ΣΑ’ προβλεφθείσα πενταμελής Σύνοδος είναι σύμφωνοι και προς τους κανόνας και προς το Σύνταγμα διότι συγκροτούνται εκ μελών της Συνόδου της Ιεραρχίας βάσει αντικειμενικού κριτηρίου (πρεσβεία αρχιερωσύνης, εκλογή κ.λπ.) και δεν είναι πάγιαι αλλά επί θητεία, η δημιουργία των δε δικαιολογείται εκ της ανάγκης ταχείας αντιμετωπίσεως των οσημέραι αυξανομένων υποθέσεων της Εκκλησίας και δεν οφείλεται εις πρόθεση σφετερισμού υπό ολίγων Αρχιερέων των αρμοδιοτήτων της Ιεράς Συνόδου της Ιεραρχίας. Δια την άρσιν δε τοιαύτης παρεξηγήσεως ωρίζετο έκτοτε παγίως ότι η Διαρκής Ιερά Σύνοδος «εκπροσωπεί» την Σύνοδον της Ιεραρχίας. Ο όρος όμως ούτος δεν είναι ορθός εξ επόψεως δημοσίου δικαίου διότι τόσον η Διαρκής Ιερά Σύνοδος όσον και η Σύνοδος της Ιεραρχίας είναι όργανα του Νομικού Προσώπου της Εκκλησίας και δεν νοείται, έστω και υπό την θεωρίαν της αντιπροσωπεύσεως, η όποία άλλωστε δεν είναι και η κρατούσα, εν όργανον να εκπροσωπή έτερον όργανον του αυτού Νομικού Προσώπου. Κατά πάσαν περίπτωσιν εις την Διαρκή Ιεράν Σύνοδον ή την Ιεράν Σύνοδον της Ιεραρχίας δεν πρέπει να μετέχουν οι ούτω κληθέντες «βοηθοί επίσκοποι» ή οι «τιτουλάριοι μητροπολίται», διότι ούτοι αποτελούν ανωμαλίαν εις την ζωήν της Έκκλησίας, εφ’ όσον δεν έχουν επισκοπήν. Δεν νοείται κατά τους Κανόνας Επίσκοπος άνευ Επαρχίας. Πρβλ. ΣτΕ 3538/73.
(24) Εάν όμως δια των πράξεων τούτων θίγωνται δικαιώματα τρίτων τότε απαιτείται φρονώ, έστω και εάν η εξουσιοδοτική διάταξις ουδέν ορίζει ή ορίζει ενδεχομένως το αντίθετον, και έγκρισις της Πολιτείας. Την άποψιν ταύτην εδέχθη εμμέσως πλην σαφώς και το Συμβούλιον της Επικρατείας δια της υπ’ Αριθ. 1548/1974 αποφάσεώς του.
(25) Βλ. ανωτ. υποσημ. 19.
(26) Η επί του θέματος βιβλιογραφία είναι πλουσιωτάτη βλ. δε ταύτην παρατιθεμένην εν αρχή της παρούσης υπό τον αστερίσκον. Υπεστηρίχθη κατά βάσιν ότι το άρθρον 2 § 1 του Συντάγματος κατοχυροί α) πάντας τους κανόνας δηλαδή τόσον τους αναφερομένσυς εις το δόγμα και την λατρείαν όσον και τους αναφερομένους εις την διοίκησιν της Έκκλησίας, β) μόνον τους αναφερομένους εις το δόγμα ή την λατρείαν ουχί δε και τους αναφερομένους εις την διοίκησιν της Εκκλησίας. Ανάλυσιν των απόψεων τούτων μεθ’ απάσης της σχετικής βιβλιογραφίας και νομολογίας βλ. κυρίως εις X. Φραγκίσταν, Συνταγματική Δύναμής των Κανόνων της Εκκλησίας εν Επιστ. Επετ. Νομ. Σχολής Παν/μίου Θεσ/κης τιμ. τόμος Η. Κυριακοπούλου, 1966. Το ΣτΕ δια σειράς αποφάσεών του φαίνεται να συντάσσεται προς την δευτέραν άποψιν βλ. π.χ. ΣτΕ 609-612/1967 πρβλ. και ΣτΕ 3352/1971. Την δευτέραν τούτην άποψιν υιοθέτησε ρητώς, επηρεασθέν υπό της νομολογίας και της θεωρίας και το άρθρον 1 § 2 του καταργηθέντος Συντάγματος του 1968, μετά δε την τοιαύτην συνταγματικήν πλέον ρύθμισιν του ζητήματος και ημείς είιχομεν προσχωρήσει εις την άπσψιν ταύτην (βλ. ημετέρας εισηγήσεις εφ‘ ων αι ΣτΕ 390/71 και 3351/71 εις ΝοΒ 19 (1971) σ. 392 επ. και 20 (1972) σ. 354 αντοιστοίχως). (Βλ. επίσης Αν. Ν. Μαρίνου, Η θρησκευτική ελευθερία, ’θήναι 1972 σ. 285 επ.). Σήμερον πλέον μετά την επαναφοράν εν ισχύι του Συντάγματος του 1952, μη ποιουμένου διάκρισιν μεταξύ Κανόνων αναφερομένων εις το δόγμα ή την λατρείαν και Κανόνων αναφερομένων εις την διοίκησιν της Εκκλησίας, εγκαταλείπομεν την άποψιν ταύτην μη ευρίσκουσαν έρεισμα εις το Σύνταγμα και υποστηρίζομεν την εν τη παρούση εργασία εκτιθεμένην εκδοχήν. Πρέπει πάντως να σημειωθή ότι υπεστηρίχθη εν τω παρελθόντι και η άποψις ότι η προμνησθείσα διάταξις του Συντάγματος εσκόπει απλώς να διακηρύξη την δογματικήν ενότητα της Ελλαδικής Εκκλησίας μετά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και ουδεμίαν οχέσιν έχει προς την κατοχύρωσιν των Ιερών Κανόνων (βλ. π.χ. Αν. Χριστοφιλόπουλου, Ελληνικόν Εκκλησιαστικόν Δίκαιον 2 , ’θήναι 1965 σ. 83-84 υποστηρίζοντα περαιτέρω ότι η Πολιτεία δύναται δια νόμου να τροποποιήση τους Κανόνας τους μη άναφερομένους εις το δόγμα. Τοιαύτη όμως έκδοχή άγει εις παραβίασιν της θρησκευτικής ελευθερίας).
(27) Η ανακήρυξις του «αυτοκεφάλου» της Ελλαδικής Εκκλησίας ορθώς διδάσκεται (βλ. Σβώλου – Βλάχου, Το Σύνταγμα της Ελλάδος τ. A ‘ a 48) ότι είναι συνέπεια της ανεξαρτησίας της χώρας από του τουρκικού ζυγού. Προς την άποψιν ταύτην διαφωνεί ο Κ. Βαβούσκος (Η νομοκανονική υπόστασις των μητροπόλεων των Νέων Χωρών, Θεσ/κη 1973, σ. 46-47, υποσημ. 3) αναγνωρίζων κύρος εις το αυτοκέφαλον μόνον εφ’ όσον προηγουμένως συναινέση και το Πατριαρχείον. Είναι βεβαίως αληθές ότι εξ επόψεως «κανονικού» δικαίου αύτοκέφαλον δεν υπάρχει πριν η το Πατριαρχείον αναγνωρίση τούτο. Η αναγνώρισις όμως του αυτοκεφάλου υπό του Πατριαρχείου εν ουδεμία περιπτώσει αποτελεί όρον ή προϋπόθεσιν δια την έγκυρον υπό της Πολιτείας και εξ επόψεως συνταγματικού δικαίου ανακήρυξιν της Εκκλησίας ως αυτοκεφάλου. Χρήζει όμως διερευνήσεως το ζήτημα κατά πόσον, εν όψει του ισχύοντος από του έτους 1844 και μέχρι σήμερον συνταγματικού πλαισίου, είναι δυνατόν δια νόμου να ενσωματωθούν σήμερον αι μητροπόλεις της Δωδεκανήσου και η Εκκλησία της Κρήτης εις την Ελλαδικήν Εκκλησίαν ή μήπως τυχόν τοιούτος νόμος θα προσέκρουεν εις τας διατάξεις περί θρησκευτικής ελευθερίας (άρθρα 1 και 2 §§ 3 &5 του Συντάγματος). Η έρευνα όμως του ζητήματος τούτου εκφεύγει των πλαισίων της παρούσης μελέτης.
(28) Βλ. ανωτ. υποσημ. 26.
(29) Βλ. Αν. Μαρίνον, Η θρησκευτική ελευθερία σ. 316, του αυτού, Ο έλεγχος των πράξεων κ.λπ. σ. 30.
(30) Προκειμένου όμως περί μητροπολίτου των λεγομένων Νέων Χωρών το ζήτημα διαφέρει. Αι μητροπόλεις των Νέων Χωρών εμφανίζουν ιδιομορφίαν τινά εν σχέσει προς τας λοιπάς μητροπόλεις της Ελλαδικής Εκκλησίας εξ επόψεως νομοκανονικής ύποστάσεως. Περί του ιδιαιτέρου τούτου καθεστώτος διαπραγματεύονται δύο κείμενα ήτοι α) Ο νόμος 3615/1928 και β) Η Πατριαρχική Πράξις της 4ης Σειπεμβρίου 1928, οπ Νόμος 3615/1928 «Περί της εκκλησιαστικής διοικήσεως των εν ταις Νέαις Χώραις της Ελλάδος Μητροπόλεων του Οικσυμενικού Πατριαρχείου» (ΦΕΚ 120/11.7.1928 τ. Α’) ουδέν διαλαμβάνει περί «εκκλήτου» ορίζων απλώς ότι «Οι Μητροπολίται των Νέων Χωρών… δικάζονται καθ’ ον τρόπον και οι αρχιερείς της Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος». ’ντιθέτως η Πατριαρχική Πράξις ορίζει ότι οι μητροπολίται των Νέων Χωρών «δικάζονται καθ’ ον τρόπον και οι αρχιερείς της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Ελλάδος, κεκτημένοι μόνον το δικαίωμα του εκκλήτου ενώπιον του Οικουμενικού Πατριάρχου εν περιπτώσει ποινών αργίας ή καθαιρέσεως ή τίνος τοιούτου». (Βλ. την Πράξιν τούτην εις Μητροπολίτου Κίτρους Βαρνάβα, Η Καταστατική Νομοθεσία της Έκκλησίας της Ελλάδος, ’θηναι 1967). Εν όψει της διαφοράς ταύτης, η οποία δεν είναι και η μοναδική, των δυο κειμένων ανακύπτει το ζήτημα ποιον εκ τούτων θα υπερίσχυση. Η Πατριαρχική Πράξις δεν είναι νόμος του Κράτους. Υπεστηρίχθη όμως η άποψις (βλ. Κ. Βαβούσκου, Η Νομοκανονική υπόστασις των Μητροπόλεων των Νέων Χωρών, Θεσ/νίκη 1973), ότι αποτελεί πράξιν νομικού προσώπου του δημοσίου διεθνούς δικαίου, ην απεδέχθη η Ελληνική πολιτεία, καταρτισθείσης ούτω διεθνούς συμβάσεως μεταξύ Πατριαρχείου και Ελληνικής Πολιτείας, ήτις σύμβασις, ως τοιαύτη, ισχύει εν Ελλάδι ως τμήμα του εσωτερικού δικαίου. Προς την γνώμην ταύτην δεν δύναμαι βεβαίως να συμφωνήσω, διότι, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι το Πατριαρχείον δεν είναι νομικόν πρόσωπον διεθνούς δικαίου (μόνον ο Κωνσταντόπουλος δέχεται το αντίθετον, τούτου δε επίκλησιν ποιείται ο Κ. Βαβούσκος, ένθ’ ανωτ. σ. 39 υποσημ. 2), και συνεπώς δεν δύναται τούτο να συμβάλλεται κατά τους κανόνας του δημοσίου διεθνούς δικαίου, εν πάση περιπτώσει η ρηθείσα Πατριαρχική πράξις, και εάν είσέτι θεωρηθή ότι προέρχεται εκ νομικού προσώπου του δημοσίου διεθνούς δικαίου, όχι μόνον δεν μετετράπη εις εσωτερικόν ελληνικόν δίκαιον, αλλ’ ουδέ καν ωλοκληρώθη ως διεθνής σύμβασις εξ επόψεως δημοσίου διεθνούς δικαίου, εφ’ όσον δεν φέρει την υπογραφήν του κατά την εποχήν εκείνην διεθνούς παραστάτου της Ελληνικής Πολιτείας, εφ’ όσον δηλαδή δεν επεκυρώθη υπ’ αυτού, του Ν. 3615/1928 μη δυναμένσυ να θεωρηθή ως μετατρέψαντος εις εσωτερικόν δίκαιον την Πατριαρχικήν ταύτην Πράξιν, μη αποτελούσαν ως εξετέθη διεθνή σύμβασιν, επομένην δε τούτου άλλωστε χρονικώς. Συνεπώς η Πατριαρχική Πράξις της 4ης Σεπτεμβρίου 1928 ουδεμίαν ισχύν έχει εξ επόψεως εσωτερικού δικαίου και δεν δύναται ως εκ τούτου να κατισχύση του Ν. 3615/1928, ο οποίος δεν προβλέπει έκκλητον». Τελικόν συμπέρασμα των ανωτέρω συλλογισμών είναι ότι οι Αρχιερεις των Νέων Χωρών δεν έχουν δικαίωμα εκκλήτου βάσει του Ν. 3615/1928 και της ρηθείσης Πατριαρχικής Πράξεως. Έρωτάται όμως εάν δύνανται να αποκτήσουν τοιούτον δικαίωμα βάσει ειδικής διατάξεως νόμου, εν όψει και της υπό το άρθρον 2 του Συντάγματος παρατιθεμένης ερμηνευτικής δηλώσεως καθ’ ην: «εις την αληθή έννοιαν του άρθρου δεν αντίκειται η εις τας Νέας Χώρας εκκλησιαστική κατάστασις». Η ως άνω ερμηνευτική δήλωσις ετέθη το πρώτον εις το Σύνταγμα του 1927. Τότε όμως ουδεμία υπήρχε νομοθετική ή ετέρα πρόβλεψις περί «εκκλήτου». Αλλά ούτε και κατά τον χρόνον θέσεως εν ισχύι του Συν/τος του 1952 ίσχυε διάταξίς τις προβλέπουσα περί εκκλήτου. Συνεπώς δεν είναι δυνατόν να υποστηριχθή ότι ο συνταγματικός νομοθέτης δια της άνω ερμηνευτικής δηλώσεως ήθελε να καλύψη και το αναγνωριζόμενσν κατά ένα οιονδήποτε τρόπον κατά την εποχήν εκείνην εις τους Μητροπολίτας των Νέων Χωρών «έκκλητον» και άρα, το γε νυν έχον, διάταξις νόμου παρέχουσα τοιούτον δικαίωμα εις τους Μητροπολίτας των Νέων Χωρών θα προσέκρουεν εις το άρθρον 2 § 1 του Συντάγματος πέρα του ότι θα εδημιούργει ανισότητα και έναντι των Μητροπολιτών της Παλαιάς Ελλάδος. Μόνον ρητή διάταξις του μέλλοντος να καταρτισθή Συντάγματος θα ήτο δυνατόν να χορηγήση, κατά παρέκκλισιν του αυτοκεφάλου, τοιούτον δικαίωμα.
(31) Προς άρσιν πάσης αμφιβολίας πρέπει να τονισθή ότι συνταγματική κατοχύρωσις των Ιερών Κανόνων δεν σημαίνει και απεριόριστον ελευθερίαν των πιστών εκάστης θρησκείας όπως προβαίνουν εις ενεργείας αι οποίαι ενδέχεται να προσβάλλουν την δημοσίαν τάξιν ή να οδηγούν εις καταστρατήγησιν των νόμων της Χώρας. Οϋτω εάν Κανών τις της Ανατολικής Εκκλησίας ορίζει ότι πρέπει να καταστραφούν οι ειδωλολατρικοί ναοί και τα αρχαία είδωλα τούτο δεν σημαίνει ότι πρέπει να καταστρέψωμεν τα έργα τέχνης των αρχαίων Ελλήνων ή να κρημνίσωμεν… τον Παρθενώνα, ως φοβούνται πολλοί εξ εκείνων οι οποίοι δια τον λόγον τούτον τάσσονται κατά της συνταγματικής κατοχυρώσεως των Ιερών Κανόνων. Τοιούτοι Κανόνες δεν κατοχυρούνται υπό των περί θρησκευτικής ελευθερίας διατάξεων, αι οποίαι περιφρουρούν το ατομικόν τούτο δικαίωμα υπό την επιφύλαξιν των νόμων της Χώρας, της δημοσίας τάξεως, των χρηστών ηθών κ.λπ.
(32) Βλ. Αν. Ν. Μαρίνου, Η θρησκευτική ελευθερία, Αθήναι 1972 σ. 93, του αυτού Ο έλεγχος των πράξεων κ.λπ. σ. 40, Χρ. Γιανναρά, Προοπτικές και δυνατότητες του Εκκλησιαστικού ζητήματος, Εφημερίς «Το Βήμα» 20 Αυγούστου 1974.
(33) «Απόδοτε ουν τα Καίσαρος Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ» (Ματθ. ΚΒ’ 15-22).

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.