Ευαγγέλου Θεοδώρου, Αθήνα 1954, σελ. 93-98

Επίλογος, γενικά συμπεράσματα και γενικαί δεοντολογικαί σκέψεις

1. Η απροκατάληπτος εξέτασις του εν τοις πρόσθεν μνημονευθέντος πηγαίου υλικού οδηγεί εις τα εξής γενικά συμπεράσματα :

α) Αι διακόνισσαι εγκαθίσταντο εις το λειτούργημα αυτών δια λειτουργικής πράξεως, ήτις, ονομαζόμενη ως επί το πλείστον «χειροτονία» η «χειροθεσία» και έχουσα τα κύρια λειτουργικά γνωρίσματα της χειροτονίας του διακόνου, ήτο-σχεδόν κατά πάντα-όμοια προς αυτήν, διαφέρουσα ταύτης εν ελαχίστοις μόνον σημείοις (1).

β) Η «χειροτονία» των διακονισσών ήτο το μοναδικόν εν τη Εκκλησία είδος «χειροτονίας» γυναικών, δι’ ης εδημιουργείτο ο μοναδικός εν τη Εκκλησία βαθμός του γυναικείου κλήρου και η μοναδική τάξις αυτού, ήτοι ο βαθμός και η τάξις των διακονισσών. Η «χειροτονία» των διακονισσών, παρά τας λειτουργικάς αυτής ομοιότητας προς την χειροτονίαν του διακόνου, είχεν – εν συγκρίσει προς ταύτην – ιδιότυπόν πως ( suis generis ) χαρακτήρα, άτε μη σημαίνουσα προαγωγήν των χειροτονουμένων εκ τυχόν έτερων κατωτέρων βαθμών γυναικείου κλήρου (λ. χ. υποδιακόνων) μηδέ παρέχουσα αυταίς δικαιώματα δι’ άνοδον εις τους βαθμούς του πρεσβυτέρου ή του επισκόπου. Εκτός τούτου, η τάσις των διακονισσών, δημιουργηθείσα κυρίως εκ λόγων ιεραποστολικής συνέσεως και ανάγκης δια τους εν τω γυναικείω πρωτίστως κόσμω τομείς της διακονικής εργασίας, εξ επόψεως κανονικών δικαιωμάτων και διοικητικώς ήτο αναμφιβόλως κατωτέρα της τάξεως των διακόνων ανδρών. Αι διακόνισσαι, ουδόλως δυνάμεναι να διεκδικήσωσι καθαρώς ιερατικά δικαιώματα, συμμετείχον μόνον εις τινας πτυχάς του έργου του διακόνου, απαγορευομένης αυταίς της συμμετοχής εις την παρά τω Θυσιαστηρίω διακονίαν αυτού (2). Ωσαύτως η τάξις των διακονισσών ήτο πάντοτε υποτεταγμένη τοις ιεραρχικώς προηγουμένοις και υπερέχουσι διακόνοις, θεωρούμενη οιονεί ως εν παράρτημα και συμπλήρωμα της τάξεως των διακόνων, απαραίτητον δια την παρά ταις γυναιξί διακονίαν.

γ) Τούτων ούτως εχόντων, καθίσταται πλήρως κατανοητόν διατί εν ταις πηγαίς δεν υπάρχει απολύτως ενιαίος τρόπος κατατάξεως των διακονισσών εις την ι εραρχικήν κλίμακα των τάξεων του κλήρου , των παρουσιαζομένων διαφορών ε ξηγουμένων εκ της διαφόρου σκοπιάς, από της οποίας αι διάφοροι κατά τόπους και χρόνους πηγαί ποιούνται εκάστοτε λόγον περί των διακονισσών. Όταν αι πηγαί ο ρμώνται εκ του γεγονότος, ότι η χειροτονία» των διακονισσών ήτο σχεδόν κατά πάντα ομοία προς την των διακόνων ή ότι αι δύο τάξεις έ χουσι το αυτό όνομα («διάκονοι») ήότι οι τομείς της εργασ ίας αυτών ταυτίζονται εν μέρει, ιδία εις ο, τι άφορα εις την εκτός του θυσιαστηρίου διακονίαν, τότε αι πηγαί αύται μνημονεύουσι τας διακόνισσας παρά τους διακόνους ως συναποτελούσας οιονεί μετ ‘ αυτών την μίαν και την αυτήν διακονικήν τάξιν (3). Όταν όμως αι πηγαί ορμώνται εκ του γεγονότος, ότι αι διακόνισσαι δεν έχουσι ακέραια τα δικαιώματα των διακόνων και είναι, ως και αι τάξεις του ανδρικού κατωτέρου κλήρου, υπ’ αυτούς, τότε συναριθμούσι τας διακόνισσαι μετά των λοιπών κατωτέρων κληρικών (4). Τέλος, όταν εν ταις πηγαίς αποοφεύγωνται αι δύο αύται περιπτώσεις και λαμβάνεται απλώς υ π’ όψει, ότι αι διακόνισσαι ίστανται μεν υπό τους διακόνους, αλλ’ εξ επόψεως του τρόπου της καθιερώσεως εις το λειτούργημα αυτών υπ ερέχουσι των κατωτέρων κληρικών, ως χει ροτονούμεναι κατά τρόπον ανάλογον π ρος την χειροτονίαν του διακόνου (5) τότε, εν περιπτώσει ταύτη, αι διακόνισσαι εν τη ιεραρχική κλίμακι του καθ’ όλου κλήρου κατατάσσονται αορίστως μεταξύ διακόνων και υποδιακόνων (6). Επειδή λοιπόν εν ταις πηγαίς συνυπάρχουσι και οι τρεις ούτοι τρόποι μνείας της εν τω κλήρω θέσεως των διακονισσών και επειδή εξ άλλου ο τρίτος τρόπος επικρατεί και είναι συνηθέστερος, των δύο πρώτων όντων σπανιωτέρων, νομίζομεν ότι δύναται τις ασφαλώς να συναγάγη ως γενικόν συμπέρασμα, ότι συμφώνως προς την μαρτυρίαν των πηγών η τάξις των διακονισσών, έχουσα ιδιότυπόν πως χαρακτήρα, απετέλει το μεταξύ ανωτέρου και κατωτέρου κλήρου μεταίχμιον.

δ) Αν εν τη Δύσει η τάξις των διακονισσών εξηλείφθη κατά τον ια ΄ ήδη αιώνα, εν τη Ανατολή διακόνισσαι εχειροτονούντο, ως είπομεν, μέχρι σχεδόν του τέλους του βυζαντινού κράτους (7), αλλά κατά τους τελευταίους βυζαντινούς αιώνας, φαίνεται, ότι τούτο συνέβαινε σπανιώτερον, των διακονισσών αποξενουμένων της ενοριακής ζωής και περιοριζόμενων εν τοις γυναικείοις μοναστηρίοις. Η ακμή του θεσμού των διακονισσών συνδέεται στενώς μετά της ακμής της Εκκλησίας και της ανθήσεως του ιεραποστολικού και ποιμαντικού έργου αυτής.

ε) Η τάξις των διακονισσών της αρχαίας Εκκλησίας και των βυζαντινών χρόνων ες επόψεως οργανώσεως διαφέρει, της οργανώσεως των εν τοις καθ’ ημάς χρόνους α νθουσών εν Ευρώπη και Αμερική προτεσταντικών αδελφοτήτων ή «μητρικών οίκων διακονισσών» (» Diakonissenmutterh ä user «, Deaconnes Motherhouses «) (8) διότι ενώ οι οίκοι ούτοι, αν και συνεργάζωνται στενώτατα μετά της εκκλησιαστικής αυτών Διοικήσεως, δεν εξαρτώνται κανονικώς και ο ργανικώς εξ αυτής, α λλ’ έχουσιν αυτοτέλειαν και ανεξαρτησίαν, αντιθέτως αι διακόνισσαι της αρχαίας Εκκλησίας και των βυζαντινών χρόνων, εκλεγόμεναι και χειροτονούμεναι υπό των κατά τόπους επι σκόπων, εξηρτώντο εξ αυτών αμέσως και απολύτως (9). Μόνον αι διακόνισσαι της «Αγγλικανικής Εκκλησίας» προσεγγίζουσα τη παλαιοχριστιανική τάξει των διακονισσών, διότι καθιερούνται υπό των επισκόπων δι’ επιθέσεως των χειρών (« with the laying on of hands »), εξαρτώνται αμέσως εξ αυτών και συμμετέχουσι βοηθητικώς εις το καθ’ όλου ποιμαντικόν έργον των ενοριών (10).

2. Τα εν τη παρούση μελέτη λεχθέντα έπειτα αποδεικνύουσιν, ότι, η ιδέα περί της ανάγκης της εν τοις καθ’ ημάς χρόνοις αναβιώσεως, αναζωπυρήσεως και ανασυστάσεως του θεσμού των διακονισσών εν τη Ανατολική Ο ρθοδόξω Εκκλησία ουδόλως δύναται να προσκόψη εις κανονικάς δυσχέρειας, διότι ο θεσμός ούτος ου μόνον συνδέεται μετά της αρχαίας και της βυζαντινής Εκκλησίας αλλά και υφίσταται «δυνάμει» μέχρι σήμερον, άτε μη καταργηθείσης της «χειροτονίας» των διακονισσών υπό αυθεντικής τινός εκκλησιαστικής αποφάσεως και των υπολειμμάτων αυτής σωζόμενων μέχρι σήμερον εν τισιν ελληνικοίς γυναικείοις μοναστηρίοις, παρ’ οις μοναχαί τίνες ονομάζονται « υποδιακόνισσαι » ή « διακόνισσαι », καθιερωθείσαι ειδικώς υπό επισκόπων (11).

Της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας αναγνωριζούσης σήμερον την ανάγκην της αναδιοργανώσεως του καθ’ όλου ιεραποστολικού, ποιμαντικού και ενοριακού έργου αυτής, καθίσταται, προφανές, ότι η ανασύστασις και αναδιοργάνωσις της «δυνάμει» υφισταμένης τάξεως των διακονισσών θα συνετέλει τα μέγιστα εις την εν ταις τάξεσι του γυναικείου κόσμου άνθησιν και καρποφορίαν του έργου αυτού.

Η ιδέα αύτη υιοθετήθη τω 1906 υπό των προσυνοδικών επιτροπών της πανρωσικής συνόδου, αίτινες κατά τας συνεδρίας αυτών κατέληξαν εις το συμπέρασμα, ότι γενικώς είναι λίαν επιθυμητή η ανασύστασις τοΰ θεσμού των διακονισσών «εξ αγιωτάτων παρθένων ή χηρών ηλικίας 40 τουλάχιστον ετών, χειροτονουμένων εις διακόνισσας κατά την εν τη αρχαιότητι κρατήσασαν τάξιν ». Ωσαύτως κατά τας συνεδρίας ταύτας διεπιστώθη, ότι είχον ιδρυθή σχολαι διακονισσών εν τισι ρωσικοίς γυναικείοις μοναστηρίοις (12), άτινα, ως γνωστόν, είχον ανθηράν κοινωνικήν δράσιν, συντηρούντα πολλά γηροκομεία, νοσοκομεία, ορφανοτροφεία και εκκλησιαστικά λαϊκά σχολεία (13).

Κατά τα τελευταία έτη η Ιδέα της α ναβιώσεως του θεσμού των διακονισσών έχει καταστη ζωηρόν αίτημα και της Ελληνικής Εκκλησίας, παρ’ η έ χει σ υντελεσθή σημαντική προπαρασκευαστική εργασία δια την υπό της «Αποστολικής Διακονίας της «Εκκλησίας της Ελλάδος» ίδρυσιν και διοργάνωσιν εν τω μέλλοντι της «Σχολής των διακονισσών» (14).

Εν τω έργω της παρ’ ημίν ανασυστάσεως του θεσμού των διακονισσών θα ληφθη μεν υπ’ όψει προ πάντων το εν τη αρχαία και βυζαντινή Εκκλησία διαμορφωθέν ιδεώδες της γυναικείας διακονίας, αλλ’ ουδόλως θα παραθεωρηθώσι και τα εκλεκτά στοιχεία του ετεροδόξου λαμπρού και συστηματικώς διωργανωμένου γυναικείου διακονικού έργου, άτινα δύνανται να προσαρμοσθώσιν εις την ο ρθόδοξον α τμόσφαιραν και εις τας παρ’ ημίν συνθήκας. Το καταρτισθησόμενον πρόγραμμα της προσπάθειας προς άναβίωσιν της τάξεως των διακονισσών θα έπρεπε να συνδεθή μετά του έργου της αναγεννήσεως της γυναικείας μοναστικής ζωής και προ πάντων του ενοριακού βίου. Η προσπάθεια αυτή, δεν πρέπει να αγνόηση και την σύγχρονον πραγματικότητα. Το υπό της αρχαίας Εκκλησίας κληροδοτηδέν ημίν πνεύμα,- όπερ, ως δυναμικον και μη οδηγούν εις στατικάς και ανεξελίκτους μορφάς εκκλησιαστικού βίου, διεμόρφωσε κατά τους βυζαντινούς χρόνους την « τάξιν » της «χειροτονίας» των διακονισσών- δέον να εμπνέη και ημάς σήμερον εν τη περί ης ο λόγος προσπάθεια, αφ’ ενός συγκρατούν ημάς εντός των ορθοδόξων κανονικών πλαισίων και αφ’ έτερου επιτρέπον ημίν την προσαρμογήν της προσπάθειας ταύτης εις τας συγχρόνους ανάγκας του γυναικείου κόσμου.

Βεβαίως σήμερον. Οπότε αι πλείσται των Ορθοδόξων Εκκλησιών τελούσιν υπό δυσμενείς εξωτερικάς ή εσωτερικάς συνθήκας, μη επιτρέπουσας την σύγκλησιν μιας πανορθοδόςου συνόδου, είναι εισέτι πρόωρον να γίνη άμεσος πρακτική προσπάθεια προς αναδιοργάνωσιν της τάξεως των κεχειροτονη μένων διακονισσών. Τούτο όμως ουδόλως αποκλείει την σχετικήν θεωρητικήν συζήτησιν, προπαρασκευήν και προετοιμασίαν. Ωσαύτως η Ελληνική Εκκλησία δύναται δια της εν τω προσέχει μέλλοντι ι δρυθησομένης υπ’ αυτής «Σχολής Διακονισσών» αφ’ ε νός να εκπαίδευση μοναχάς τινας και να χρησιμοποίηση ταύτας εις διακονικήν έργασίαν και αφ’ ετέρου να εκπαίδευση λαϊκάς διακόνισσας δια τω εν ταις ενορίαις κατηχητικόν, φιλανθρωπικών και ιερα ποστολικόν έργον. Ό ταν δε, συν τω χρόνω προϊόντι, α ποδειχθή, οτι ο θεσμός των λαϊκών τούτων διακονισσών ή η εργασία των διακονικώς εργαζομένων μελών των γυναικείων μοναστηριών είναι απαραίτητος και έχει κατακτήσεις εν ταις καρδίαις και τη συνειδήσει του πληρώματος της Εκκλησίας, τότε θα είναι ευχερέστερων αι σύγχρονοι αύται διακόνισσαι », να διεκδικήσωσι και κανονικά δικαιώματα, ανάλογα προς τα υπό της αρχαίας και βυζαντινής Εκκλησίας παρεχόμενα εις τας διακόνισσας αυτής.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1). Ιδέ σελ. 62-63.
(2). Πρβλ. τα εν σελ. 86–87 λεχθέντα. Αι « Ἀποστολικαί Διαταγαί » λέγουσι χαρακτηριστικώς: «Διακόνισσα οὐκ εὐλογεῖ ἀλλ ‘ οὐδέ τι, ὧν ποιοῦσιν οἱ πρεσβύτεροι ἤ οἱ διάκονοι, ἐπιτελεῖ, ἀλλ ‘ ἤ τοῦ φυλάττειν τάς θύρας καί ἐξυπηρετεῖσθαι τοῖς πρεσβυτέροις ἐν τῷ βαπτίζεσθαι τάς γυναίκας, διά τό εὐπρεπές » ( βιβλ. Η’, κεφ. κη ‘ εν MIGNE PG. τομ. 1, στ. 1124).
(3). Πρβλ. υποσημ. 4 εν σελ. 48· υποσημ. 6 και 7 εν σελ. 71 κ. λ.
(4). Πρβλ. υποσημ. 1 εν σελ. 78.
(5). Ιδέ σελ. 55 εξ.
(6). Πρβλ. π. χ. υ ποσημ . 1 και 2 εν σ. 71· υποσημ. 3 εν σελ. 72 κ. λ.
(7). Ιδέ σελ. 36.
(8). Ιδέ περί αυτών εκτενώς εν Ευαγγ. Θεοδώρου, Ἡρωϊδες… σελ. 93-213· του α υ τ ο υ, Ἡ ἀδελφότης διακονισσῶν Hebron εν περ. «Εκκλησία», ετ. 1953 σελ. 67-70.
(9). Αι « ευαγγελικαί αδελφότες των διακονισσών» δύνανται να θεωρηθώσι μάλλον ως αναβίωση των ρωμαιοκαθολικών ταγμάτων εν τοις κόλποις της «Ευαγγελικής Εκκλησίας» υπό μορφήν, ανταποκρινομένων εις τας συγχρόνους προτεσταντικάς ανάγκας. Ως ομολογεί αύτος ο Wirchen, ο Προτεσταντισμός δια της ιδρύσεως των αδελφοτήτων των διακονισσών, δια «νέας μορφής» συμφώνου προς τας αρχάς αυτού, « ήνωσεν εκ νέου το νήμα των εκκλησιαστικών ταγμάτων και οργανώσεων, όπερ είχε διακοπή επί της εποχής της Μεταρρυθμίσεως»! (Hundhausen, Protestantische Diakonissen, Kirchen Lexikon τομ. 3, σ. 1678, 1682-1683. J. Forget, Diaconneses, DThC, τομ. 4, σελ. 698. Πρβλ Wihl, Liese, τομ. 2. σελ. 235.
(10). Ιδέ Ευαγγ. Θεοδώρου, Ἡρωίδες.., σελ. 201-213. Ministry of women, 36-54. A. T. P. Williams, σελ. 13-32. Ε. Panton – D. Batho, σελ. 21-27. Και η εν Αμερική « Επισκοπελιανή Εκκλησία» έχει διακόνισσας, επιβλεπομένας υπό των επισκόπων. (« Diakonia », 1, εκδ. της International Federation of the Unions of Deaconess Associations», Bern- Zurich 1952, σελ. 41-43) Πρβλ. G. Golder, μν. ε.
(11). Εις την εν Αιγίνη λ. χ. μονήν της Αγ. Τριάδος, ήτις ιδρύθη υπό του τοπικού εν Αιγίνη αγίου – Νεκταρίου (1846- 1920), μητροπολίτου Πενταπόλεως, υπάρχουσι σήμερον μοναχαί -< διακόνισσαι >, καθιερωθείσαι υπό του αειμνήστου Αρχιεπ. Αθηνών Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, δυνάμεναι να φέρωσι το διακονικόν ωράριον, να θυμιώσι, να κοσμώσι το ιερό θυσιαστήριον και εν απουσία του εκκλησιαστικού λειτουργού να άναγιγνώσκωσιν εν ταις ακολουθίαις τας ευαγγελικάς – περικοπάς και να μεταδίδωσι τα προηγιασμένα τίμια δώρα εις τας ασθενείς μοναχάς. Αλλ’ αν αύται καθιερώθησαν δια της κατά την χειροθεσίαν των υποδιακόνων λεγομένης ευχή και ουχί κατά την ώραν της Θ. Λειτουργίας, εν τη εν Αιγίνη μονή της Κοιμήσεως είναι σήμερον ηγουμένη μια προβεβηκυία την ηλικίαν και λίαν σεβαστή διακόνισσα», ην αυτός ο άγιος Νεκτάριος τω 1911,-όταν ακόμη αυτή ήτο μοναχή εν τη μονή της Αγ. Τριάδος, κατά την ημέραν της Πεντηκοστής « εχειροτόνησεν » εν τω ι ερώ θυσιαστηρίω και κατά την ώραν της Θ. Λειτουργίας δι’ επιθέσεως των χειρών και δια των κατά την χειροτονίαν του διακόνου λεγομένων ευχών, εκφωνηθέντος : του «Η θεία χάρις … ». Η χειροτονηθείσα έφερεν – ουχί ποδήρες αλλά μέχρι των οσφύων σχεδόν αυτής εξικνούμενον – στιχάριον, ως και διακονικόν ωράριον και διακονικά επιμάνικα. Αυτή διεδέχθη εις την παρά τη μονή διακονικήν υπηρεσίαν ετέραν διακόνισσαν, ωσαύτως υπό του αγ. Νεκταρίου καθιερωθείσαν. Επειδή τότε τινές εσκανδαλίσθησαν εκ της χειροτονίας» ταύτης, ο αγ. Νεκτάριος έδωκεν εξηγήσεις προς τον τότε Αρχιεπίσκοπον Αθηνών Θεόκλητον, τονίσας, ότι η εργασία των υπ’ αυτού καθιερωθεισών είχε μάλλον υποδιακονικόν χαρακτήρα και ήτο αναγκαία εν τω μοναστηρίω κατά την απουσίαν ιδίως των εκκλησιαστικών λειτουργών. Ως είναι προφανές, η ενέργεια του αγ. Νεκταρίου, κρινομένη αυτή καθ’ εαυτήν, κατ’ ουσίαν ήτο σύμφωνος -προς την μακραίωνα πράξιν της Εκκλησίας. Περί, πάντων τούτων ελάβομεν πληροφορίας παρά της οσιωτάτης και σεβαστής ταύτης ηγουμένης, ως και υπό «διακονισσών» τίνων της εν Αιγίνη μονής της Αγ. Τριάδος, προς ας ε κφράζομεν τας θερμάς ημών ευχαριστίας.
(12). Ρωσ. Πρακτικά, τομ. 2, σελ. 28-29, τομ. 4, σελ. 83.
(13). Iwan Pereswetow, Geischichte der karitativen T ä tigkeit in der Orthodoxen Ostkirche εν τη υπό του H. Krimm ε κδοθείσαν συλλογήν μελετών υπό τον τίτλον Das diakonische Amt der Kirche, Suttgart 1953, σελ. 231-257.
(14). Ως είναι γνωστόν, δια του καθηγητού κ. Αμ. Αλιβιζάτου, Γεν. Γραμματέως της Συνοδικής Επιτροπής Αλληλοβοήθειας και Σχέσεων μετά των Ξένων Εκκλησιών προσεφέρθησαν κατά το παρελθόν υπό του Οικουμ. Συμβουλίου των Εκκλησιών προς την Αποστολικήν Διακονίαν σημαντικά χρηματικά ποσά «προς αποπεράτωσιν των δύο ο­ρόφων του εν τω περιβόλω του Ι. Προσκυνήματος της Αγ. Βαρβάρας (Δαφνιού) α νεγειρομένου κτιρίου του Οίκου Φοιτήτριας, απολύτως αναγκαιούντων δια την έναρξιν της λειτουργίας της Σχολής Διακονισσών» ( Περ. Εκκλησία, ετ. 1951, σελ. 293 και ετ. 1954, σελ. 213). Ως προπαρασκευαστική δια την « Σχολήν Διακονισσών» ήτο η κατά τα ακαδη­μαϊκά ετη 1951-1952 και 1952-1953 γενομένη εν τω εν Αθήναις Ι. Ν. Χρυσοσπηλαιωτίσσης σειρά μαθημάτων γυναικείας διακονίας, ην διωργάνωσεν η «Αποστολική Διακονία» δια τας φοιτήτριας της Θεολογ. Σχολής και δι’ άλλας νεανίδας, εχούσας ιεραποστολικά ιδεώδη ( Περ. «Εκκλησία», ετ. 1952, σελ. 190 και 363]. Ωσαύτως είναι γνωστή τόσον η προς ί δρυσιν τάγματος διακονισσών προσπάθεια της εν Αμερική Ελληνικής «Εκκλησίας (περ. «Εκκλησία», ετ. 1953, σελ 78) και της Α. Β. Τ. της Πριγκιπίσσης της Ελλάδος Αλί­κης, όσον και η γνησία διακονική εργασία γυναικείων τινών αδελφοτήτων και ενώσεων της πατρίδος ημών.

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.