Ομολογώ πως δυσκολεύτηκα να καταλάβω τι ακριβώς εννοούσε ο Μητροπολίτης Πειραιώς κ. Σεραφείμ όταν, στη πρόσφατη φιλανθρωπική συναυλία της Μητροπόλεως, χαρακτήρισε την Κατερίνα Λιόλιου «ιεραπόστολο». Ασφαλώς η συμμετοχή της σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση είναι μια θετική πράξη. Ασφαλώς και η προσφορά της φωνής της για έναν καλό σκοπό είναι αξιέπαινη. Και δεν έχω κανέναν λόγο να αμφισβητήσω την καλή πρόθεση της. Όμως ιεραπόστολος; Εδώ, συγχωρέστε με, αλλά θεωρώ πως κάπου χάνεται το μέτρο.
Γιατί η Ιεραποστολή δεν είναι απλώς η συμμετοχή σε μια φιλανθρωπική συναυλία. Δεν είναι η παρουσία σε ένα εκκλησιαστικό event ούτε η προσφορά μιας βραδιάς για τη συγκέντρωση χρημάτων. Η Ιεραποστολή είναι μαρτυρία Χριστού. Είναι Ευαγγέλιο. Είναι κατήχηση. Είναι ζωή αφιερωμένη στην πίστη και στη διακονία του ανθρώπου και γι’ αυτό ακριβώς αναρωτιέμαι τι ακριβώς ιεραποστολή κάνει η Κατερίνα Λιόλιου;
Στην κανονική επαγγελματική της δραστηριότητα εμφανίζεται ως τραγουδίστρια της σύγχρονης λαϊκής διασκέδασης, με νυχτερινές εμφανίσεις, εντυπωσιακά και συχνά αρκετά αποκαλυπτικά outfits που ασφαλώς αποτελούν μέρος της σκηνικής εικόνας και της δουλειάς της και με ένα ρεπερτόριο που απευθύνεται πρωτίστως στη νυχτερινή διασκέδαση. Η ίδια η δισκογραφική της παρουσίαση μιλά για τη θέση της στη σύγχρονη νυχτερινή διασκέδαση οπότε ας είμαστε ειλικρινείς.
Στα νυχτερινά κέντρα όπου εμφανίζεται δεν βλέπουμε ανθρώπους να προσέρχονται για να ακούσουν το Ευαγγέλιο. Βλέπουμε λουλούδια να πετιούνται στην πίστα, μπουκάλια να ανοίγουν και να πίνουν στην υγειά της τραγουδίστριας, δυνατή μουσική, χορό και μια ολόκληρη βιομηχανία νυχτερινής διασκέδασης. Αυτό είναι απολύτως θεμιτό ως επάγγελμα και ως επιλογή διασκέδασης. Αλλά πώς ακριβώς μετατρέπεται σε «ιεραποστολή»; Αν επειδή ένας καλλιτέχνης συμμετέχει μία βραδιά σε μια φιλανθρωπική εκδήλωση της Εκκλησίας αποκτά αυτομάτως τον τίτλο του «ιεραποστόλου», τότε φοβάμαι ότι έχουμε αρχίσει να χρησιμοποιούμε τις εκκλησιαστικές λέξεις τόσο αφειδώς, ώστε στο τέλος να αδειάζουμε από το περιεχόμενό τους.
Βέβαια υπάρχει και κάτι ακόμη.
Η Εκκλησία δεν χρειάζεται να βαφτίζει τα πάντα «ιεραποστολή» για να δείξει ότι αγαπά τον σύγχρονο άνθρωπο.
Μπορεί να πει απλά και όμορφα,
«Σε ευχαριστούμε που προσέφερες τη φωνή σου για έναν φιλανθρωπικό σκοπό».
Και αυτό νομίζω ότι είναι αρκετό.
Είναι όμορφο, έντιμο και ανθρώπινο.
Δεν χρειάζεται να γίνει κάποιος «ιεραπόστολος» επειδή τραγούδησε μία βραδιά για έναν καλό σκοπό. Γιατί τότε τι θα πούμε για εκείνους που πραγματικά έζησαν και πέθαναν ως ιεραπόστολοι;
Τι θα πούμε για τους κληρικούς και τους μοναχούς που άφησαν πατρίδα, οικογένεια, ασφάλεια και άνεση για να μεταφέρουν το Ευαγγέλιο σε τόπους όπου δεν υπήρχε;
Τι θα πούμε για όλους εκείνους που δεν είχαν πίστα, προβολείς, λουλούδια και χειροκροτήματα, αλλά μόνο έναν σταυρό, μια τσάντα και την πίστη τους;
Ας μην τα ισοπεδώνουμε τα πάντα δεν είναι όλα το ίδιο .Η φιλανθρωπία και η κοινωνική προσφορά είναι σπουδαία. Η τέχνη μπορεί να συγκινήσει και να ενώσει ανθρώπους.Αλλά Ιεραποστολή είναι κάτι πολύ περισσότερο και ακριβώς επειδή σεβόμαστε την Εκκλησία, τους Αγίους, τους πραγματικούς ιεραποστόλους και το ίδιο το νόημα της λέξης, θα πρέπει να είμαστε λίγο πιο φειδωλοί στους χαρακτηρισμούς.
Γιατί όταν όλα γίνονται «ιεραποστολή», στο τέλος κινδυνεύει να μη σημαίνει τίποτε η ίδια η Ιεραποστολή.
Στυλιανός Καβάζης





































