Την Παρασκευή 8 Μαΐου 2026, ημέρα κατά την οποία η Αγία μας Εκκλησία τιμά τη σεπτή μνήμη του αγίου, ενδόξου, πανευφήμου Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου του Θεολόγου, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Τιμόθεος χοροστάτησε στην ακολουθία του Όρθρου και τέλεσε τη Θεία Λειτουργία στον πανηγυρίζοντα Ιερό Ναό Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Τ.Κ. Πεδινού, μέσα σε κλίμα Αναστάσιμης χαράς και πνευματικής αγαλλιάσεως.
Ο Σεβασμιώτατος κήρυξε τον θείο λόγο προς το εκκλησίασμα, αναφερόμενος εκτενώς στο ιερό πρόσωπο του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, του ηγαπημένου μαθητού του Κυρίου, συνδέοντας την εορτή του με το ανέσπερο φως της Αναστάσεως και το σωτηριώδες μήνυμα της αιωνίου ζωής.
Υπογράμμισε ότι η Εκκλησία συνεχίζει να ζει μέσα στη λαμπροφόρο χαρά της Αναστάσεως, της «Πανηγύρεως των πανηγύρεων και Εορτής των εορτών», όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, σημειώνοντας ότι ο αναστάσιμος ύμνος «Χριστός Ανέστη» εξακολουθεί να αντηχεί στις καρδιές των πιστών, επιβεβαιώνοντας το μυστήριο της σωτηρίας και της νίκης του Χριστού επί του θανάτου. Μέσα σε αυτήν τη χαρά, όπως τόνισε, προστίθεται και η μεγάλη εορτή του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου, του «επιστηθίου, φίλου, ηγαπημένου και παρθένου μαθητού του Κυρίου».
Ο Ποιμενάρχης μας χαρακτήρισε τον Άγιο Ιωάννη ως τον «μαθητή της αγάπης», ο οποίος αξιώθηκε να ακουμπήσει στο στήθος του ενανθρωπήσαντος Θεού και να βιώσει όσο κανείς άλλος το μυστήριο της θείας αγάπης. Επεσήμανε ακόμη ότι ο Άγιος δεν έγινε μαθητής του Χριστού τυχαία, αλλά επειδή υπήρξε άνθρωπος με καθαρή καρδιά και αυθεντική αναζήτηση του Θεού. Υπενθύμισε ότι αρχικά υπήρξε μαθητής του Τιμίου Προδρόμου και ότι, όταν ο Πρόδρομος υπέδειξε τον Χριστό λέγοντας «Ἴδε ὁ ἀμνὸς τοῦ Θεοῦ ὁ αἴρων τὴν ἁμαρτίαν τοῦ κόσμου», ο Ιωάννης μαζί με τον Ανδρέα ακολούθησαν αμέσως τον Κύριο.
Με ιδιαίτερη έμφαση ο Σεβασμιώτατος στάθηκε στη μοναδική εκείνη πρώτη συνάντηση του Ιωάννου με τον Χριστό, την οποία ο Ευαγγελιστής διατήρησε ανεξίτηλη στη μνήμη του έως τα βαθιά του γεράματα. Όπως ανέφερε, όταν αργότερα συνέγραψε το ιερό Ευαγγέλιό του, θυμόταν ακόμη και την ώρα της συνάντησης, καταγράφοντας τη φράση «ὥρα δέκατη». Μέσα από αυτό, υπογράμμισε ο Σεβασμιώτατος, φανερώνεται ότι όποιος συναντά αληθινά τον Χριστό, δεν μπορεί ποτέ να λησμονήσει αυτήν την εμπειρία της θείας παρουσίας και αγάπης.
Συνεχίζοντας, ανέφερε ότι ο Χριστός αγάπησε ιδιαιτέρως τον Ιωάννη όχι από ανθρώπινη προτίμηση, αλλά επειδή έβλεπε την αγαθότητα της καρδιάς του, την καθαρότητα της ψυχής του και την ολοκληρωτική αφιέρωσή του στον Θεό. Γι’ αυτό και τον αξίωσε να βρίσκεται δίπλα Του σε κορυφαίες στιγμές της θείας οικονομίας. Τον πήρε μαζί Του στην ανάσταση της θυγατρός του Ιαείρου, στη Μεταμόρφωση στο Όρος Θαβώρ και στην αγωνία της Γεθσημανή, λίγο πριν από το εκούσιο Πάθος.
Ιδιαίτερη συγκίνηση προκάλεσε η αναφορά του Σεβασμιωτάτου στη στιγμή της Σταυρώσεως, όταν ο Χριστός, λίγο πριν παραδώσει το πνεύμα Του, εμπιστεύθηκε την Υπεραγία Θεοτόκο στον αγαπημένο μαθητή Του. Όπως τόνισε, ο Ιωάννης έγινε πλέον «υιός της Παρθένου» και την έλαβε «εις τα ίδια», υπηρετώντας τη Μητέρα του Κυρίου μέχρι την Κοίμησή της. Μόνον τότε ξεκίνησε το μεγάλο ιεραποστολικό του έργο στη Μικρά Ασία και στις γύρω περιοχές.
Ο Σεβασμιώτατος αναφέρθηκε εκτενώς και στην εξορία του Αγίου Ιωάννου στην Πάτμο κατά τον διωγμό του Δομετιανού, περιγράφοντας το νησί ως τόπο σκληρό και απόμακρο, όπου όμως αποκαλύφθηκε το μεγαλείο του Θεού. Εκεί ο Ευαγγελιστής έλαβε την ιερά Αποκάλυψη, μέσα από την οποία καταγράφονται όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν μετά την Ανάληψη του Κυρίου και την κάθοδο του Αγίου Πνεύματος κατά την ημέρα της Πεντηκοστής. Όπως υπογράμμισε, το βιβλίο της Αποκαλύψεως επιβεβαιώνει τη νίκη του Χριστού επί του διαβόλου και της αμαρτίας, φανερώνοντας ότι ο Αναστάς Κύριος «εξήλθε νικών και ίνα νικήση».
Στάθηκε στη μεγάλη προσφορά του Αγίου Ιωάννου προς την Εκκλησία μέσω της συγγραφής του κατά Ιωάννην Ευαγγελίου. Ανέφερε ότι, όταν εμφανίσθηκε η αίρεση του γνωστικισμού, η οποία αμφισβητούσε την ενανθρώπηση του Θεού, οι επίσκοποι της Εκκλησίας ζήτησαν από τον Άγιο να συγγράψει ένα θεολογικό και αντιαιρετικό κείμενο, το οποίο θα χρησιμοποιούνταν και στη λειτουργική ζωή της Εκκλησίας.
Τόνισε ακόμη ότι το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο διαφέρει ουσιαστικά από τα τρία συνοπτικά Ευαγγέλια, διότι δεν ξεκινά από τη Γέννηση ή το Βάπτισμα του Κυρίου, αλλά από το μυστήριο της προαιωνίου υπάρξεως του Θεού Λόγου. Έτσι, ο Ευαγγελιστής διακηρύσσει από την πρώτη κιόλας φράση «Ἐν ἀρχῇ ἦν ὁ Λόγος», φανερώνοντας ότι ο Χριστός είναι ο προαιώνιος και ομοούσιος Υιός και Λόγος του Θεού, ο Δημιουργός των πάντων.
Ανέδειξε ακόμη τη μοναδικότητα των θεολογικών διαλόγων που διασώζει ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, όπως τη συνομιλία με τον Νικόδημο περί της αναγεννήσεως «ἐξ ὕδατος καὶ Πνεύματος», αλλά και τον διάλογο με τη Σαμαρείτιδα, όπου ο Χριστός αποκαλύπτει για πρώτη φορά τόσο καθαρά ότι είναι ο αληθινός και ζων Θεός.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στις περίφημες αυτοαποκαλύψεις του Κυρίου που περιέχονται στο τέταρτο Ευαγγέλιο, όπως «Ἐγώ εἰμι ὁ ποιμήν ὁ καλός» και «Ἐγώ εἰμι ἡ ἄμπελος ἡ ἀληθινή», μέσα από τις οποίες ο Χριστός αποκαλύπτει τη σχέση Του με τον άνθρωπο και τη σωτηρία του κόσμου.
Υπογράμμισε ακόμη ότι ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, παρότι δεν περιγράφει ευθέως το Μυστικό Δείπνο, προετοιμάζει τους πιστούς για το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας μέσα από τη διδασκαλία περί του «Άρτου της Ζωής», όπου ο Κύριος τονίζει ότι όποιος δεν τρώγει το Σώμα Του και δεν πίνει το Αίμα Του «ζωήν οὐκ ἔχει ἐν ἑαυτῷ».
Ξεχωριστή θέση στην ομιλία κατείχε και η αναφορά στην Αρχιερατική Προσευχή του Κυρίου, την οποία διέσωσε ο Ευαγγελιστής Ιωάννης και η οποία αναγιγνώσκεται το βράδυ της Μεγάλης Πέμπτης. Όπως ανέφερε ο Σεβασμιώτατος, μέσα από αυτήν αποκαλύπτεται η παρουσία του Θεού στον κόσμο και η κλήση του ανθρώπου να μεταμορφωθεί και να χριστοποιηθεί διά της χάριτος.
Συνέδεσε τη διδασκαλία του Ευαγγελιστού Ιωάννου περί ζωής με τα σύγχρονα ζητήματα που απασχολούν την κοινωνία, αναφερόμενος εκτενώς στη συζήτηση περί ευθανασίας. Τόνισε ότι η ζωή δεν αποτελεί ιδιοκτησία του ανθρώπου, αλλά δώρο του Θεού, και ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να αποφασίζει αυθαίρετα για το τέλος της υπάρξεώς του. Υπογράμμισε δε ότι ο αληθινά «καλός θάνατος» δεν είναι η βίαιη διακοπή της ζωής, αλλά η ειρηνική πορεία και παράδοση του ανθρώπου προς τον Θεό, τον «ἀρχηγὸν τῆς ζωῆς».
Ως παράδειγμα αυτής της ειρηνικής και αγίας κοιμήσεως ανέφερε τον ίδιο τον Ευαγγελιστή Ιωάννη, ο οποίος, αφού έζησε μέχρι βαθύ γήρας ως πρότυπο ζωής και αγιότητος για την Εκκλησία, παρέδωσε ειρηνικά το πνεύμα του στον Κύριο. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε, όταν έφθασε η ώρα της εξόδου του, μπήκε μόνος του στον τάφο, σταύρωσε τα χέρια του και παρέδωσε την ψυχή του στον Θεό, φανερώνοντας τι σημαίνει αληθινός και ευλογημένος χωρισμός της ψυχής από το σώμα.
Ολοκληρώνοντας την ομιλία του, ο Σεβασμιώτατος προέτρεψε τους πιστούς να αγαπήσουν τον Άγιο Ιωάννη τον Θεολόγο και να ζήσουν σύμφωνα με τις εντολές του Χριστού, υπενθυμίζοντας τον λόγο του Κυρίου που διέσωσε ο Ευαγγελιστής: «Ὁ ἔχων τὰς ἐντολάς μου καὶ τηρῶν αὐτάς, ἐκεῖνός ἐστιν ὁ ἀγαπῶν με». Ευχήθηκε δε ο αγαπημένος μαθητής του Κυρίου να καθοδηγεί τις σκέψεις και τις αποφάσεις όλων, ώστε να τους οδηγεί πάντοτε προς τον Αναστάντα Χριστό και τη ζωή της Βασιλείας Του.






































