«Ἄκου ἕνα βιβλίο» μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Ἰάκωβο Κανάκη

ΠΡΟΣ ΤΙΜΟΘΕΟΝ Β΄ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Ἡ Ἐπιστολή αὐτή περιέχει ἕναν σύντομο ἀπολογισμό τοῦ ἱεραποστολικοῦ ἔργου τοῦ Παύλου (4,6-8). Γράφθηκε λίγο πρίν ὁ Παῦλος ὁδηγηθεῖ στό μαρτύριο. Πιθανότατα μιλοῦμε γιά τό τέλος τοῦ 66, ἀρχές τοῦ 67 μ.Χ.[1] Ζητάει ἀπό τόν Τιμόθεο καί τόν Μάρκο νά πᾶνε γιά νά τόν συναντήσουν (4,9-11).[2]

Ὁ Παῦλος ὁμιλεῖ μέ τήν βεβαιότητα ὅτι πορεύεται πρός τό τέλος καί μέ αὐτήν τήν σκέψη προτρέπει τόν Τιμόθεο νά «συγκακοπάθει», ἀγωνιζόμενος κατά τῶν αἱρετικῶν. Τόν συμβουλεύει νά ἐργαστεῖ γιά τήν ἔκπτωση τοῦ ἤθους πού κυριαρχεῖ στήν κοινωνία.

Ἑστιάζοντας σέ μερικά σημεῖα τῶν τεσσάρων κεφαλαίων τῆς Ἐπιστολῆς του, μποροῦμε νά σταθοῦμε στόν στίχο 2,9: «Γιά τό Εὐαγγέλιο αὐτό κακοπαθῶ ὡς τό σημεῖο νά μέ δέσουν σάν κακοῦργο. Ἀλλά ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ δέν δένεται». Δίνει σέ αὐτήν τήν φράση τήν μεγάλη ἀλήθεια ὅτι ὁ λόγος τοῦ Θεοῦ θά διαδίδεται πάντοτε κάτω ἀπό ὁποιεσδήποτε συνθῆκες.

Στό τρίτο κεφάλαιο (3,1-9) κάνει μία ἀναφορά στό πῶς θα εἶναι οἱ ἄνθρωποι στίς ἔσχατες ἡμέρες: «..θά εἶναι φίλαυτοι, φιλάργυροι, ἀλαζόνες, ὑπερήφανοι, βλάσφημοι, ἀπειθείς στούς γονείς τους, ἀχάριστοι, ἀσεβεῖς, ἄστοργοι, ἀδιάλλακτοι, συκοφάντες, ἄσωτοι, ἄγριοι…» (3,2-4). Εἶναι κείμενο πού μπορεῖ νά χαρακτηρίσει καί τήν ἐποχή μας.

Στό ἴδιο κεφάλαιο διαβάζουμε: «Καί ὄχι μόνο ἐγώ, ἀλλά ὅλοι ὅσοι θέλουν νά ζήσουν μέ εὐσέβεια, σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ, θά ἀντιμετωπίσουν διωγμούς» (3,12). Καί στό 4,16 αὐτή ἡ ἀλήθεια συμπληρώνεται: «Στήν πρώτη μου ἀπολογία στό δικαστήριο δέν μοῦ συμπαραστάθηκε κανεῖς∙ ὅλοι μέ ἐγκατέλειψαν. Ἄς μήν τούς τό λογαριάσει ὁ Θεός».[3]

Στό ἐπόμενο τέταρτο κεφάλαιο ὁ Παῦλος μιλᾶ γιά τό παρόν καί τό μέλλον. Συμβουλεύει τόν Τιμόθεο γιά τόν τρόπο πού πρέπει νά ἐργαστεῖ καί τίς δυσκολίες πού θά ἀντιμετωπίσει: «Κήρυξε τόν λόγο τοῦ Θεοῦ μέ ὑπομονή, στόν κατάλληλο καί στόν ἀκατάλληλο καιρό∙ ἔλενξε, ἐπίπληξε, συμβούλεψε. Καί ὅλα αὐτά μέ ὅλη τήν μακροθυμία σου, διδάσκοντας μέ ὅλη του τήν ὑπομονή. Θά ἔρθει καιρός πού οἱ ἄνθρωποι δέν θά ἀνέχονται τήν σωστή διδασκαλία, ἀλλά θά συγκεντρώνουν δίπλα τους πλῆθος ἀπό δασκάλους, πού νά ταιριάζουν μέ τίς ἐπιθυμίες τους, γιά νά ἀκοῦνε αὐτά πού τούς ἀρέσουν. Θά κλείνουν τά αὐτιά τους στήν ἀλἠθεια καί θά στρέφονται στά παραμύθια. Ἐσύ ὅμως νά εἴσαι ἄγρυπνος γιά νά τά ἀντιμεπωπίσεις ὅλα αὐτά. Νά κακοπαθήσεις, νά ἐργαστεῖς γιά τήν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου, νά ἐκπληρώσεις τό καθῆκον σου στήν ὑπηρεσία τοῦ Θεοῦ» (4,2-5).

Τέλος, ὁ Παῦλος ἀναφέρει αὐτό πού ἡ αὐτοσυνειδησία του καί ἡ πίστη του τόν προτρέπουν νά γράψει: «Ἐγώ πιά ἤρθε ἡ ὥρα νά χύσω τό αἷμα μου σπονδή στό Θεό∙ ἔφτασε ὁ καιρός νά φύγω ἀπό αὐτόν τόν κόσμο. Ἀγωνίστηκα τόν καλόν ἀγώνα, ἔτρεξα τόν δρόμο ὡς τό τέλος, φύλαξα τήν πίστη. Τώρα πιά μέ περιμένει τό στεφάνι τῆς δικαιοσύνης, πού μέ αὐτό θά μέ ἀνταμείψει ὁ Κύριος ἐκείνη τήν ἡμέρα ὁ δίκαιος κριτής. Καί ὄχι ἐμένα, ἀλλά καί ὅλους ἐκείνους πού περιμένουν μέ ἀγάπη τόν ἐρχομό του» (4,6-8).

[1] Καραβιδοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 2016, σσ360-361.
[2] –
[3] Καραβιδοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 2016, σ353.

*****

ΠΡΟΣ ΤΙΤΟΝ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Στήν πρός Τίτον Ἐπιστολή, πού ἀποτελεῖται μόνο ἀπό τρία κεφάλαια, ὁ ἀπόστολος Παῦλος παρουσιάζει τά χαρακτηριστικά τοῦ «γνησίου» κληρικοῦ, ὅπως ἐπίσης καί τά ἰδιαίτερα χαρακτηριστικά πού ἔχει κάθε χριστιανός. Στό προοίμιο ἀναφέρονται εὐχές γιά ἐνίσχυση στό ἔργο τοῦ Τίτου, ὁ ὁποῖος εἶναι «γνήσιο» παιδί του, πού τούς ἑνώνει ἡ κοινή τους Πίστη. Ποιός ὅμως εἶναι ὁ Τίτος; Προέρχεται ἀπό οἰκογένεια ἐθνικῶν.[1] Ὁ ἴδιος εἶχε δεχθεῖ τήν χριστιανική Πίστη, ἀλλά δέν εἶχε περιτμηθεῖ. Σέ σημαντικά γεγονότα τόν «συναντᾶμαι» ὅπως: α) Στήν προσπάθεια συμφυλίωσης τῶν Κορινθίων μέ τόν Παῦλο (Β΄Κορ. 7, 6-10), β) στόν ἔρανο ὑπέρ τῶν χριστιανῶν τῶν Ἱεροσολύμων (Β΄ Κορ. 8,6), γ) στήν μετοχή του στήν Ἀποστολική Σύνοδο (49μ.Χ.) συνοδεύοντας μαζί μέ τόν Βαρνάβα τόν ἀπόστολο Παῦλο,[2] δ) ὡς συμπαραστάτη τοῦ δέσμιου στήν Ρώμη «ἀπόστολου τῶν ἐθνῶν».[3] Ὁ Τίτος βρέθηκε κοντά του στήν φυλακή, τοῦ ἀνατέθη ἡ διαποίμανση τῆς Κρήτης, ἐνῶ μετά τόν βλέπουμε νά ἀναχωρεῖ γιά τήν Δαλματία (Β΄Τιμ.4,10). Τό βασικό ἔργο πού ζητᾶ ὁ Παῦλος ἀπό τόν Τίτο εἶναι ἡ μετάδοση τοῦ μηνύματος τοῦ Εὐαγγελίου καί εἰδικά τό κάλεσμα γιά συνεχῆ ἀναγέννηση τοῦ κάθε πιστοῦ διά τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Στό πρῶτο κεφάλαιο τῆς Ἐπιστολῆς ἀναφέρεται ὁ λόγος πού ὁ Παῦλος τοποθέτησε τόν Τίτο στήν Κρήτη. Τοῦ λέει ξεκάθαρα πῶς ἔργο του ἦταν ἡ τοποθέτηση, καί ἐκείνου μέ τήν σειρά του, ἡ ἐγκατάσταση πρεσβυτέρων σέ κάθε πόλη τῆς Ἐπισκοπῆς του.[4] Ἔργο του ἦταν ἐπίσης ἡ διόρθωση τῶν ὅποιων ἐλλείψεων (1,5). Στήν συνάφεια αὐτή τῶν λεγομένων του ἀναφέρει τά ἀναγκαῖα χαρακτηριστικά τοῦ ἐπισκόπου: «…ὁ ἐπίσκοπος ὡς διαχειριστής τοῦ Θεοῦ πρέπει νά εἶναι ἀδιάβλητος∙ νά μήν εἶναι ὑπεροπτικός, εὐέξαπτος, μέθυσος, φιλόνικος, καί νά μην ἐπιδιώκει ἀθέμιτα κέρδη. Ἀντίθετα πρέπει νά εἶναι φιλόξενος, ν’ἀγαπάει τό καλό, νά εἶναι συνετός, δίκαιος, εὐσεβῆς, νά κυριαρχεῖ στόν ἐαυτό του∙ νά εἶναι προσηλωμένος στό κήρυγμα πού συμφωνεῖ μέ τήν διδαχή πού μας παραδόθηκε, καί συνεπῶς νά εἶναι ἀξιόπιστος. Ἔτσι ὁ ἐπίσκοπος θά μπορεῖ νά καθοδηγεῖ σύμφωνα μέ τήν σωστή διδασκαλία καί νά ἐλέγχει ὅσους εἶναι ἀντίθετοι σ’αὐτήν» (1, 7-9).

Γιά τούς πρεσβύτερους ἀναφέρει ἡ Ἐπιστολή: «Πρεσβύτερος νά γίνεται ὅποιος εἶναι ἀδιάβλητος, ἄντρας μιᾶς μόνο γυναίκας, καί μέ παιδιά πιστά, πού δέν κατηγοροῦνται γιά ἄσωτη ζωή ἤ εἶναι ἀνηπάκουα» (1,6). Στό ἴδιο κεφάλαιο ὁ Ἀπόστολος ἀναφέρεται στόν τρόπο ἀντιμετώπισης τῶν ψευδοδιδασκάλων: «Αὐτούς πρέπει κανεῖς νά τούς ἀποστομώσει, γιατί γκρεμίζουν σπίτια ὁλόκληρα, διδάσκοντας πράγματα πού δέν πρέπει, μόνο καί μόνο γιά νά κερδίσουν χρήματα μέ ἀθέμιτα μέσα» (1,11). Γιά τούς αἱρετικούς προτρέπει νά τούς συμβουλεύει μία-δύο φορές καί ἄν δέν ἀκοῦνε ἄφησέ τους, λέει χαρακτηριστικά (3,10). Οἱ ἴδιοι πού ἀκολουθοῦν πλανερές διδασκαλίες δέν δέχονται συμβουλές, ἐμμένουν στήν πλάνη καί αὐτοκαταδικάζονται (3,11).[5]

Στό δεύτερο κεφάλαιο τῆς Ἐπιστολῆς ὁ Παῦλος ἀπευθύνεται στούς νέους καί στούς γέροντες, προτρέποντας τούς πρώτους στήν ἀγνότητα καί τήν σωφροσύνη, ἐνῶ τούς δεύτερους στήν νηφαλιότητα, στήν ἀγάπη καί στήν ὑπομονή. Τό κορυφαῖο μήνυμα αὐτοῦ τοῦ κεφαλαίου εἶναι ὅτι ὁ Θεός φανερώθηκε γιά νά σώσει ὅλους τούς ἀνθρώπους (2,11).

Στό τρίτο καί τελευταῖο κεφάλαιο δίνει πρακτικές συμβουλές γιά τούς χριστιανούς: «…νά εἶναι ἔτοιμοι γιά κάθε καλό ἔργο, νά μήν κακολογοῦν κανέναν, νά εἶναι εἰρηνικοί, ἀνεξίκακοι καί νά δείχνουν σέ κάθε περίσταση πραότητα πρός τούς ἀνθρώπους». Μπορεῖ νά συνοψίζονται τά γραφόμενα τοῦ Ἀποστόλου στήν φράση: «ὁ χριστιανός εἶναι χριστιανός καί ἔξω ἀπό τήν Ἐκκλησία». Πολύ σημαντικός εἶναι καί ὁ στίχος 3,5: «Μᾶς ἔσωσε, ὄχι γιά τά καλά ἔργα πού τυχόν κάναμε ἐμεῖς, ἀλλά γιατί μᾶς σπλαχνίστηκε. Μᾶς ἔσωσε μέ τό βάπτισμα τῆς ἀναγέννησης καί τῆς ἀνανέωσης πού χαρίζει το Ἅγιο Πνεῦμα…».

Στόν ἐπίλογο τῆς Ἐπιστολῆς ὁ Παῦλος φαίνεται νά κάνει ὑπομνήσεις καί παραγγελίες στόν Τίτο, οἱ ὁποῖες ἀφοροῦσαν στήν ἱεραποστολική του διακονία. Ἡ κατ’ὄνομα ἀναφορά τῶν συνεργατῶν του εἶναι τουλάχιστον συγκινητική καί δηλωτική τῆς μέριμνάς του γιά τήν διάδοση τοῦ λόγου Του.[6] Οἱ λεπτομέρειες δηλώνουν καί τήν πρακτικότητά του, τόν ὀργανωτικό του χαρακτήρα. Μεριμνᾶ γιά τά πνευματικά, ἀλλά καί γιά τά ὑλικά, πού χρειάζονται οἱ κήρυκες τοῦ Θείου λόγου. Μέσα ἀπό τίς παραγγελίες του, ἐκφράζει τήν ἑνότητα καί τό «ὁμοκάρδιον» πού θέλει νά περιβάλλει τούς συνεργάτες του.

Μερικές πληροφορίες πού μᾶς ἔχει δώσει ἡ ἔρευνα τῶν εἰδικῶν εἶναι ὅτι, τήν ἐπιστολή ἀπέστειλε ὁ Παῦλος ἀπό τήν Νικόπολη κατά τά ἔτη 64 ἤ 65 μ.Χ.[7]

[1] Παναγοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.311.
[2] Καραβιδοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 2016, σ.353.
[3] Βλ. Bull Klaus- Michael, Βιβλιογνωσία τῆς Καινῆς Διαθήκης, Ἀθήνα 2015, σσ. 182-183.
[4] Bull Klaus- Michael, Βιβλιογνωσία τῆς Καινῆς Διαθήκης, Ἀθήνα 2015, σ. 182.
[5] Bull Klaus- Michael, Βιβλιογνωσία τῆς Καινῆς Διαθήκης, Ἀθήνα 2015, σ. 183.
[6] Παναγοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.312.
[7] Παναγοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.312.

*****

ΠΡΟΣ ΦΙΛΗΜΟΝΑ ΕΠΙΣΤΟΛΗ

Ἡ «καρδιά» τοῦ Παύλου καί ἡ πνευματικότητά του διακρίνονται ἰδιαιτέρως στήν πρός Φιλήμονα Ἐπιστολή. Στήν μικρή σέ ἔκταση αὐτή ἐπιστολή γίνεται φανερό πόσο «ἀνθρώπινος» εἶναι. Ὁ Φιλήμονας καταρχήν εἶναι ἕνας εὔπορος χριστιανός πού ζεῖ στίς Κολοσσές, ὁ ὁποῖος μετεστράφει στόν χριστιανισμό ἀπό τόν ἀπόστολο Παῦλο. Διαθέτει τήν οἰκία του προκειμένου νά γίνονται οἱ συνάξεις τῶν χριστιανῶν. Εἶναι πρόσωπο πού ἀσκεῖ ἰδιαιτέρως τήν φιλανθρωπία. Στό σπίτι του ἦταν ὁ δοῦλος Ὀνήσιμος πού γιά κάποια ἀταξία του δραπέτευσε καί βρέθηκε ἀργότερα στήν ἴδια φυλακή μέ τόν ἀπόστολο Παῦλο. Ἐκεῖ, στήν φυλακή, θά τοῦ μιλήσει γιά τήν χριστιανική Πίστη καί ὁ Ὀνήσιμος θά ἐπιστρέψει στόν κύριό του Φιλήμονα κρατώντας στά χέρια τήν «συστατική Ἐπιστολή» τοῦ Παύλου καί φυσικά μιά «νέα καρδιά».[1]

Ἡ Ἐπιστολή ἀποτελεῖ ἕνα ὑψηλό μάθημα ποιμαντικῆς προσέγγισης. Εἶναι πολλά τά χαρακτηριστικά τοῦ κειμένου πού ἀποδεικνύουν ὅτι εἶναι θεοφόρος καί πνευματοκίνητος, γνήσιος πατέρας καί διδάσκαλος. Ὄντως εἶναι πασιφανές ὅτι ὁ «ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ», εἶναι πρωτίστως ἄνθρωπος εὐαίσθητος, «λεπτός».

Ἀπό τήν ἀρχή τῆς Ἐπιστολῆς φαίνεται ὅτι πρόκειται γιά ἕνα διαφορετικό ἀπό τίς ἄλλες ἐπιστολές κείμενο. «Παραιτεῖται» ἀπό τον τίτλο τοῦ ἀποστόλου. Δέν τό ἀναφέρει καθόλου, ἀλλά ἀντ’αὐτοῦ γράφει: «Ὁ Παῦλος πού εἶμαι φυλακισμένος για χάρη τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ»(1,1). Δέν θέλει νά ἀσκήσει στόν Φιλήμονα κάποια πίεση ἀκόμα καί μέ τόν τίτλο του, ὡς ἀποστόλου τοῦ Χριστοῦ δηλαδή. Γράφει ὡς φίλος καί ὄχι ὡς διδάσκαλος.

Ἕνα δεύτερο βῆμα πού κάνει εἶναι νά ἀναγνωρίσει ὁ ἴδιος τό σφᾶλμα τοῦ Ὀνησίμου καί μάλιστα νά ἀναλάβει ὁ ἴδιος τήν ἀποπληρωμή τῆς ὀφειλῆς. Ὅμως χωρίς νά μειώσει καθόλου τόν πταίσαντα, ἀλλά περισσότερο δικαιολογώντας τον. Ἀποφεύγει νά χαρακτηρίσει τήν πράξη του ὡς φυγή. Τονίζει ὅτι ἀπό δοῦλος ἔχει γίνει ἤδη ἐλεύθερος. Τόν νιώθει ὡς παιδί του, τόν ἐγκωμιάζει, τόν ἐπαινεῖ καί μάλιστα φθάνει στό σημεῖο νά πεῖ ὅτι θά τόν ἤθελε νά μείνει μαζί του, ἀφοῦ πλεόν θά τοῦ ἦταν πολύ χρήσιμος. Σέβεται ὅμως ὅτι δέν ἀνήκει στόν ἴδιο (1,13). Λέει γιά τόν πρώην δοῦλο ὅτι τόν γέννησε ἐν Χριστῷ καί ὅτι εἶναι τά ἴδια του τά «σπλάχνα».

Ἡ προς Φιλήμονα Ἐπιστολή εἶναι ἕνα κείμενο πού γίνεται ἕνας ὁδηγός συμπεριφορᾶς γιά κάθε χριστιανό, ἀκόμα καί γιά κάθε ἄνθρωπο. Εἶναι μία Ἐπιστολή τῆς «καθημερινῆς ζωῆς». «Μιλᾶ» στόν ἄνθρωπο πού σέ δύσκολες συνθῆκες θέλει νά εἶναι κοντά στόν Χριστό καί στήν Ἐκκλησία.

Ἡ γνησιότητα τῆς Ἐπιστολῆς δέν ἀμφισβητήθηκε ἔντονα, ὅπως ἄλλες, ἄν καί ὑποστηρίχθηκε ὅτι τό περιεχόμενό της νοθεύθηκε ἀπό κάποιον ἄγνωστο συγγραφέα τοῦ 2ου μ.Χ. αἰώνα μέ σκοπό « νά ἐπιλύσει μέ ἀποστολική αὐθεντία τό ζήτημα τῆς δουλείας».[2]

Ὅμως δέν ἔγινε τό ἴδιο ὡς πρός τόν τόπο συγγραφῆς τῆς Ἐπιστολῆς. Γνωρίζουμε ὅτι τήν ἔγραψε κατά τήν περίοδο τῆς αἰχμαλωσίας του στήν Καισάρεια, τήν Ἔφεσο ἤ τήν Ρώμη.[3] Ἄν πρόκειται γιά τήν Ἔφεσο τότε χρονικά τοποθετούμαστε στό 54 ἤ 55 μ.Χ. Ἄν γράφθηκε στήν Ρώμη τότε τοποθετούμαστε στά 61-63 μ.Χ.

[1] Παναγοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.322
[2] [2] Παναγοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.322
[3] Παναγοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σσ.322-323

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.