«Ἄκου ἕνα βιβλίο» μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Ἰάκωβο Κανάκη

Ἡ Ἐπιστολή αὐτή ἔχει ὅλα τά χαρακτηριστικά μιᾶς ἐπιστολῆς, ἀφοῦ σημειώνεται ὁ ἀποστολέας καί ὁ παραλήπτης της καί γίνεται φανερή ἀκόμη ἡ αἰτία τῆς συγγραφῆς καί τῆς ἀποστολῆς της.  Ἀρχικά, σημειώνουμε αὐτό πού ἰδιαιτέρως θαυμάζουμε στόν Παῦλο καί αὐτό εἶναι ἡ μέριμνά του γιά τήν διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου σέ ὅλη την οἰκουμένη. Εἶναι ὄντως «ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν». Πάσχει γι’αὐτό τό ἔργο, ἀγωνίζεται μέ ὅλες του τίς δυνάμεις γιά τήν ἱεραποστολική αὐτή διακονία. Θέλει ὅλοι οἱ ἄνθρωποι σέ ὅλη τήν γῆ νά προοδεύσουν στήν θεογνωσία. Σαφῶς ἀναφέρει καί ὑπογραμμίζει τόν σκοπό τοῦ ἱεραποστολικοῦ αὐτοῦ ἔργου: «Συμβουλεύουμε και διδάσκουμε κάθε ἄνθρωπο μέ ὅλη τήν σοφία πού μᾶς δίνει ὁ Θεός, γιά νά βοηθήσουμε ὅλους νά γίνουν τέλειοι, σύμφωνα μέ τό πρότυπο τοῦ Ἰησοῦ Χριστοῦ. Γιά νά πραγματοποιηθεῖ  αὐτό τό ἔργο μοχθῶ καί ἀγωνίζομαι μέ τήν δύναμη τοῦ Χριστοῦ, πού ἐνεργεῖ πανίσχυρη μέσα μου». (1,28-29).
 
Εἶναι σαφές ὅτι ὁ ἀπόστολος Παῦλος συντάσει τήν Ἐπιστολή αὐτή πρός τούς χριστιανούς στίς Κολοσσές (περιοχή στήν δυτική Μ.Ἀσία)[1] γιατί αἱρετικοί ἔχουν διασπείρει μιά νέα «φιλοσοφία».[2] Πρόκειται γιά διδασκαλία πού τόνιζε κάποια «ἀνώτερη γνώση» περί Θεοῦ, κόσμου, ἀνθρώπου κλπ. Κεντρικό σημεῖο τῆς διδασκαλίας αὐτῆς ἦταν ἡ λεγομένη «θρησκεία τῶν ἀγγέλων», θρησκεία δηλαδή πού θεωρεῖ τά πνεύματα ὡς θεούς, ἐπιτρέποντας ὅμως ταυτόχρονα τήν πίστη στόν Χριστό.[3]
 
Ὁ Παῦλος πληροφορεῖ τους χριστιανούς  ὅτι καί τά πνεύματα εἶναι δημιουργήματα τοῦ Θεοῦ καί δέν ἀποτελοῦν αὐθύπαρκτες θεότητες. Ὁ Χριστός εἶναι κυρίαρχος τῆς φύσης, ὅλης τῆς κτίσης, «κύριος κάθε ἀρχής καί ἐξουσίας» (2,10). Ἡ πλάνη τῶν αἱρετικῶν «φιλοσόφων» εἶναι ἡ καύχησή τους ὅτι κατέχουν τήν ἀνώτερη γνώση, χωρίς νά ἔχουν γνωρίσει τόν Χριστό πού εἶναι τό «ταμεῖο» καί ἡ «πηγή» τῆς σοφίας καί τῆς γνώσεως.[4] Αὐτά κυρίως ἀναπτύσσονται στό πρῶτο μέρος τῆς Ἐπιστολῆς. Στό δεύτερο ὁ Ἀπόστολος χρησιμοποιεῖ παραινετικό ὕφος.  Τό βάπτισμα λέει εἶναι συνταφή καί συνανάσταση μέ τόν Χριστό πού κάνει τόν ἄνθρωπο νά ζεῖ μιά νέα ζωή. Περιγράφει τόν ἀναγεννημένο ἄνθρωπο. Στήν συνέχεια κάνει παραινέσεις γιά τίς οἰκογενειακές καί κοινωνικές σχέσεις.  Τήν ἐπιστολή του κατακλείει μέ χαιρετισμούς ἀπό καί πρός τούς συνεργάτες του.[5]
 
Ἄς δοῦμε ὅμως πιό ἀναλυτικά τά σχετικά μέ τήν Ἐπιστολή πρός τήν Ἐκκλησία τῶν Κολοσσῶν ἤ Κολασσῶν. Τήν τοπική αὐτή Ἐκκλησία δέν «ἔχτισε» ὁ ἴδιος ὁ Παῦλος, ἀλλά ἕνας στενός του συνεργάτης, ὁ Ἐπαφρᾶς (1,7. 4,12), ὁ ὁποῖος πιθανόν καταγόταν ἀπό τήν πόλη αὐτή.[6] Ἦταν μία γνωστή πόλη ἀπό τά ἀρχαῖα χρόνια (4ος αἰώνας) ἐξαιτίας τοῦ ἐμπορίου καί εἰδικότερα τῆς ὑφαντουργίας της.[7] Στά ρωμαϊκά χρόνια θά βρεθεῖ σέ παρακμή ἐξαιτίας τῆς ἐρήμωσῆς της ἀπό σεισμό τό 60 ἤ 61 μ.Χ. Οἱ κάτοικοί της μετακινήθηκαν καί ἵδρυσαν τήν πόλη Χῶναι. Αὐτό πού κάνει ἰδιαίτερη ἐντύπωση εἶναι ὅτι ἐνῶ ὁ Ἀπόστολος ἐπισκέφθηκε δύο φορές τήν εὐρύτερη περιοχή, πού ὀνομάζεται Φρυγία, δέν πῆγε στούς Κολοσσούς.[8] Ἡ μέριμνά του ὅμως, ὅπως ἤδη εἰπώθηκε, εἶναι χαρακτηριστική. Ἔνοιωθε κοντά τους πολίτες της καί αἰσθανόταν πνευματικά ὑπεύθυνος γι’αὐτούς τούς ἕλληνες στήν καταγωγή πιστούς. Αὐτός, εἶναι τό πιθανότερο, ὅτι ἔστειλε τόν μαθητή του Ἐπαφρᾶ γιά νά τούς εὐαγγελίσει.
 
Ἡ ἀφορμή καί ὁ σκοπός πού ὁ Παῦλος ἔστειλε ἀπό τήν φυλακή τήν Ἐπιστολή αὐτή καταγράφηκαν ἀρχικά. Τήν μεταφορά της ὅμως στίς Κολοσσές ἔκανε ὁ Τυχικός, καί αὐτός στενός συνεργάτης τοῦ ἀποστόλου Παύλου. Οἱ εἰδικοί θέλοντας νά μᾶς πληροφορήσουν περί τῆς γνησιότητας τῆς Ἐπιστολῆς κάνουν λόγο γιά ἄλλον συντάκτη καί ὄχι τόν Παῦλο.[9] Αὐτό κυρίως ἱσχυρίζονται στηριζόμενοι στήν διαφορετική γλῶσσα, ὕφος καί λεξιλόγιο τῆς Ἐπιστολῆς. Κατά τόν Ἰ.Παναγόπουλο ἔχουμε «34 ἅπαξ λεγόμενα καί διαπιστώνεται γλωσσική συγγένεια μέ τήν Ἐφ., ἐνῶ ἀπουσιάζουν ἐν μέρει ἡ κλασσική θεολογική φρασεολογία τοῦ Παύλου (δικαιοσύνη Θεοῦ, πιστεύειν, ἐλευθερία καί συνώνυμα κ.ἄ.).[10] Περί τοῦ θέματος ἔχουν γραφθεῖ πολλές πιθανές ἐξηγήσεις. Μία ἐξ αὐτῶν ἀναφέρει ὅτι  πιθανόν ὁ Παῦλος ὑπαγόρευσε τήν Ἐπιστολή σέ κάποιον ταχυγράφο-γραμματέα του, ὁ ὁποῖος στήν συνέχεια ἔδωσε σέ αὐτήν τήν τελική γλωσσική της μορφή μέ τήν ἔγκριση τοῦ Ἀποστόλου.[11] Σχετικό μέ τήν γνησιότητα τῆς Ἐπιστολῆς εἶναι ἡ ἀνάπτυξη μέσα σ’αὐτήν τῆς Χριστολογίας καί τῆς Ἐκκλησιολογίας, τέτοια πού δέν ὑπάρχει στίς προηγούμενες ἐπιστολές τοῦ Παύλου. Ὡστόσο, «ἡ βάση» αὐτῶν βρίσκεται καί στίς ἄλλες ἐπιστολές. Τά διάφορα ἐπιχειρήματα τῶν ὑποστηρικτῶν περί  μή συγγραφῆς τῆς Ἐπιστολῆς ἀπό τόν Ἀπόστολο δέν ἔχουν ἰδιαίτερη βαρύτητα καί μᾶλλον δηλώνουν ὁμολογιακές προκαταλήψεις.[12]
 
Ὡς πρός τόν τόπο καί τόν χρόνο συγγραφῆς τῆς Ἐπιστολῆς ὑπάρχει καί πάλι προβληματισμός. Ἐπειδή ὑπονοεῖται ὅτι ὁ Παῦλος γράφει ἀπό τήν φυλακή, ἔχει ὑποστηριχθεῖ ὅτι αὐτή ὑπῆρχε ἤ στήν Ρώμη, ἤ στήν Ἔφεσο ἤ στήν Καισάρεια. Ἔτσι, ἄν ἡ συγγραφή ἔγινε στήν Ρώμη τότε χρονικά τοποθετούμαστε στό διάστημα 59-61 μ.Χ., ἐνῶ ἄν ἔγινε στήν Ἔφεσο τότε μιλοῦμε γιά τό 53 ἤ 54 μ.Χ.[13]
 
Τά σημαντικά θέματα τῆς Ἐπιστολῆς συνοπτικά εἶναι: 1) Ἡ Χριστολογία της πού ὁμοιάζει μέ αὐτήν τῆς πρός Ἐφεσίους, ὅπου ξεκαθαρίζεται ὅτι ὁ Χριστός εἶναι ὁ δημιουργός τῶν πάντων, ἀγγέλων καί ἀνθρώπων, «ὁρατῶν καί ἀοράτων».[14] Εἶναι Αὐτός πού στό πρόσωπό Του ἐκπληρώνεται ὅλη ἡ Παλαιά Διαθήκη.
 
2) Ἡ Ἐκκλησιολογία. Ὁ Χριστός εἶναι ἡ κεφαλή τοῦ σώματος πού ὀνομάζεται Ἐκκλησία, τήν ὁποία ἀποτελοῦν ὅλοι οἱ βαπτισμένοι χριστιανοί. Μέσα στήν Ἐκκλησία, μέ τό μυστήριο τοῦ βαπτίσματος ὁ πιστός μετέχει στήν Ταφή καί στήν Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ. Ὁ «ἀναστημένος» πιστός εἶναι ἕνας νέος ἄνθρωπος, ἕνας ἀναγεννημένος ἄνθρωπος, πάντοτε δεόμενος καί πάντοτε «ἐν ἀγάπη» εὑρισκόμενος μέ τούς ἄλλους.
[1]110 χλμ ἀνατολικά τῆς Ἐφέσου.
[2] Βλ.Klaus- Michael Bull, Βιβλιογνωσία τῆς Καινῆς Διαθήκης, Ἀθήνα 2015, σσ.158 -160
[3] Βλ. Καραβιδοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 2016, σσ.324-326
[4]  Ἀγουρίδου Σ., Εἰσαγωγή εἰς τήν Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα 1971, σ.292
[5]   Βλ.Klaus- Michael Bull, Βιβλιογνωσία τῆς Καινῆς Διαθήκης, Ἀθήνα 2015, σ.160
[6]   Klaus- Michael Bull, Βιβλιογνωσία τῆς Καινῆς Διαθήκης, Ἀθήνα 2015, σ.155
[7] Παναγοπούλου Ἰ., Εἰσαγωγή στην Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.272
[8] Βλ. Ἀγουρίδου Σ., Εἰσαγωγή εἰς την Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα 1971, σ.290
[9] Βλ. Ἀγουρίδου Σ., Εἰσαγωγή εἰς την Καινήν Διαθήκην, Ἀθήνα 1971, σσ.294-297
[10] Παναγοπούλου Ἰ., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.275
[11]   Klaus- Michael Bull, Βιβλιογνωσία τῆς Καινῆς Διαθήκης, Ἀθήνα 2015, σ.155
[12] Παναγοπούλου Ἰ., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, σ.276
[13] Καραβιδοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 2016, σ.479
[14] Καραβιδοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 2016, σσ.328-329

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.