«Ἄκου ἕνα βιβλίο» μέ τόν ἀρχιμανδρίτη Ἰάκωβο Κανάκη

Ὁ ἀπόστολος Παῦλος πέραν τῶν δυσκολιῶν στήν περιοχή πού κάθε φορά κήρρυτε τό Εὐαγγέλιο, εἶχε νά ἀντιμετωπίσει καί τίς μεγάλες ἀπογοητεύσεις, ἀπό τά μέρη ἐκεῖνα πού ἤδη εἶχε κατηχήσει, στά ὁποῖα ὅμως διάφοροι ψευδαπόστολοι κήρυτταν ἀλλότριες διδασκαλίες καί φυσικά συκοφαντώντας τό πρόσωπό του καί τό ἔργο του. Ἔτσι, ἡ σύνταξη μιᾶς ἐπιστολῆς ἀποτελοῦσε τόν τρόπο τῆς ἀντιμετώπισης περί τῆς ἀληθείας καί τῆς ἀντίκρουσης τῶν συκοφαντιῶν ἐναντίον του. Ἔτσι, καί ἡ «πρός Ἐφεσίους» δέν ἀποτελεῖ ἐξαίρεση. Πιθανότατα συντάσσει τήν ἐπιστολή αὐτή ἐνῶ βρίσκεται δέσμιος (3,1. 4,1. 6,20).[1]
 
«Περιέχει γενική κατήχηση καθώς καί γενικές παραινέσεις πρός τά μέλη τῆς Ἐκκλησίας ἀδιακρίτως, χωρίς νά ἀναφέρεται σέ εἰδικές καταστάσεις. Ὁπωσδήποτε ἔχει γενικό κατηχητικό χαρακτῆρα».[2] Οἱ παραλῆπτες εἶναι πρώην ἐθνικοί πού κατηχοῦνται, ἀλλά πού βρίσκονται σέ ἑνότητα μέ τούς Ἰουδαίους. Εἶναι σαφές ὅτι ὁ Παῦλος θέλει καί κηρρύτει τήν «ἐν Χριστῷ» παγκόσμια ἑνότητα ὅλης τῆς Ἐκκλησίας.[3] Ξεκαθαρίζει ὅτι ὅλοι οἱ πιστοί ἔχουν τήν θέση τους μέσα σ’ αὐτήν τήν οἰκουμενική Ἐκκλησία. Ὑπάρχουν ἐπιμέρους τοπικές Ἐκκλησίες, ἀλλά ὅλες ἀνήκουν στήν Μία Ἐκκλησία.[4]   Ὁ καθηγητής Καραβιδόπουλος ἀναφέρει γιά τό θέμα αὐτό: «Ἡ νέα αὐτή οἰκογενειακή σχέση ἀγάπης τῶν ἀνθρώπων μεταξύ τους καί μέ τόν Θεό μπορεῖ νά ζεστάνει τήν καρδιά τους, νά τούς ξαναδώσει τή χαμένη πατρίδα γιά τό μέλλον καί νά τούς μεταβάλει ἀπό βιολογικές μονάδες σέ πρόσωπα».[5]
 
Τά θέματα πού προέκυψαν ὡς πρός τήν γνησιότητας τῆς ἐπιστολῆς ξεκίνησαν κυρίως ἀπό τόν 18ο αἰώνα καί εἶναι πολλά, κυρίως ἀφοροῦν στήν διαφορά τῆς γλῶσσας καί τοῦ ὕφους της σέ σχέση μέ τίς ἄλλες ἐπιστολές τοῦ Παύλου,[6] καί κυρίως ἡ σχέση της μέ τήν «Πρός Κολοσσαεῖς».[7]    Μέχρι καί σήμερα πάντως ἀποτελεῖ ἕνα ἀκανθῶδες καί δυσεπίλυτο θέμα. Ὡστόσο, καί τά ἐπιχειρήματα ὑπέρ τῆς ἑνότητας καί γνησιότητας εἶναι ἱκανά, μέ κυριότερο τήν «μαρτυρία τῆς ἐπιστολῆς» στήν ἀρχαία ἐκκλησιαστική παράδοση. Ὁ Ἰγνάτιος, ὁ Πολύκαρπος,  τήν «γνωρίζουν», ὁ Μουρατόρι καί ὁ Μαρκίων τήν συμπεριλαμβάνουν στόν κανόνα τους. Ὁ Εἰρηναῖος, ὁ Κλήμης Ἀλεξανδρείας, ὁ Τερτυλλιανός καί ὁ Κυπριανός βεβαιώνουν περί αὐτῆς.[8]
 
Ὡς πρός τόν τόπο καί τόν χρόνο συγγραφῆς ὑπάρχουν κατά βάση δύο πιθανές προσεγγίσεις. Γράφτηκε ἤ στήν Ρώμη μεταξύ τῶν ἐτῶν 61-63, ἤ στήν Μικρά Ἀσία περί τό 90 μ.Χ.[9]
 
Τό κύριο θέμα τῆς Ἐπιστολῆς εἶναι «ἡ ἀποκάλυψη τοῦ μυστηρίου τοῦ θελήματος τοῦ Θεοῦ ὅσον ἀφορᾶ τήν ἀνακεφαλαίωση τῶν πάντων διά τοῦ Χριστοῦ μέσα στήν Ἐκκλησία» (1,9).[10]  Τά χριστολογικά καί ἐκκλησιολογικά θέματα δεσπόζουν. Ὁ Χριστός μέσῳ τῆς θυσίας του προσφέρει τήν ἄφεση τῶν παραπτωμάτων (1,7). Μέ τήν ἀνάστασή Του ἑνώνει τούς ἀνθρώπους καί καθίσταται κεφαλή τῆς Ἐκκλησίας. Δέν ὑπάρχει πλέον καμμία διάκριση ἀνάμεσα στούς ἀνθρώπους.[11] Ὅλα συνενώνονται στήν Ἐκκλησία μέσῳ Αὐτοῦ. Ὁ Χριστός ἀνακαινίζει τόν ἄνθρωπο καί οἱ πιστοί «ἐπιβάλλεται» νά ἀποβάλλουν τόν παλαιό ἄνθρωπο καί νά ἐνδυθοῦν τόν νέο, μιμούμενοι τόν Θεό. Μέ τήν πίστη στόν Χριστό, μέσα στήν Ἐκκλησία Του, ζεῖ ὁ πιστός τήν τέλεια κοινωνία. Ὑποτάσσεται ὁ ἕνας στόν ἄλλον, χαρίζουν τά πάντα ὁ ἕνας στόν ἄλλον. Ἔχουν νά ἀντιπαλέσουν τόν διάβολο γι’αὐτό χρειάζονται καί φοροῦν «πανοπλία». Προσεύχονται «ἀδιαλείπτως», ψάλλουν καί ὑμνοῦν τόν Θεό γιά τόν πλοῦτο τῆς χάριτός Του (5,20).[12]
 
[1] Παναγοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, 250.
[2] Παναγοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, 254.
[3] Καραβιδοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 2016, σ.304.
[4] Καραβιδοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 2016, σ.305.
[5] Καραβιδοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 2016, σ.309.
[6] Klaus- Michael Bull, Βιβλιογνωσία της Καινής Διαθήκης, (μετ. Χρ. Καρακόλη), Ἀθήνα 2015.
[7] Καραβιδοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Θεσσαλονίκη 2016, σσ.307-308.
[8] Παναγοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, 252.
[9] Παναγοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, 254.
[10] Παναγοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, 259.
[11] Παναγοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, 259.
[12] Παναγοπούλου Ἰω., Εἰσαγωγή στήν Καινή Διαθήκη, Ἀθήνα 1995, 260.

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.