Ἐπισκόπου Φαναρίου Ἀγαθαγγέλου, Δρος Θεολογίας,
Γενικοῦ Διευθυντοῦ Ἀποστολικῆς Διακονίας τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος

Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐγεν­νή­θη­κε στή μι­κρή πό­λη Βη­σθα­ϊ­δά κοντά στή λίμνη Γεννησαρέτ, ὅπου ἀσκοῦσε τό ἐπάγγελμα τοῦ ἁλιέως μέ τόν ἀδελφό του Ἀνδρέα, κληθέντα καί αὐτόν στό ἀποστολικό ἀξίωμα, καί μέ τούς υἱούς τοῦ Ζεβεδαίου Ἰάκωβο καί Ἰωάννη, γενόμενους ἐπίσης Ἀποστόλους. Τό ὄνομά του ἀπαντᾶ στήν Καινή Διαθήκη ὑπό τέσσερεις τύπους: α. Συμεών (ἐκ τοῦ Sim‛ ôn, σιμιτικοῦ τύπου[1]). β. Σίμων (κοινότερος τύπος, ἐξηλληνισμένη σύντμηση τοῦ προηγούμενου). γ. Κηφᾶς (ἀπό τό ἀραμαϊκό Kepha’, πού σημαίνει πέτρα). δ. Πέτρος (παράφραση τῆς προηγούμενης ἀραμαϊκῆς ἐπωνυμίας, ἡ ὁποία ἐδόθηκε στόν Σίμωνα ἀπό τόν Χριστό[2]).

Ὁ πα­τέ­ρας του ὀ­νο­μα­ζό­ταν Ἰωάννης ἤ Ἰ­ω­νᾶς. Οἱ γο­νεῖς του ἀ­νῆ­καν στούς λι­γο­στούς πι­στούς εὐ­σε­βεῖς Ἰ­ου­δαί­ους τῆς ἐ­πο­χῆς τους, οἱ ὁ­ποῖ­οι ἐπε­ρί­με­ναν ἐ­να­γώ­νι­α τόν Μεσ­σί­α καί τή μεσ­σι­α­νι­κή ἐ­πο­χή κα­τά τήν ὁ­ποί­α θά ἐτερ­μα­τί­ζετο ἡ κα­κο­δαι­μο­νί­α τῆς ἀν­θρω­πό­τη­τος.

Ἀπό τό γεγονός ὅτι ὁ Πέτρος εἶχε τήν πεθερά του, τήν ὁποία ἐθεράπευσε ὁ Κύριος[3], στήν Καπερναούμ, προκύπτει ὅτι ἦταν ἔγγαμος. Δέν εἶναι γνωστό μέ βεβαιότητα τό ὄνομα τῆς συζύγου του, καλουμένης Ἰωάννας ὑπό τῶν Ἀνατολικῶν καί Περπετούης ὑπό τῶν Δυτικῶν. Οὔτε εἶναι γνωστό ἄν ἡ σύζυγός του ἐζοῦσε ἀκόμη ὅταν ὁ Ἀπόστολος Πέτρος ἐκλήθηκε στό ἀποστολικό ἀξίωμα.

Ὁ Πέτρος καί ὁ Ἰωάννης καλοῦνται «ἀγράμματοι καί ἰδιῶται» ἀπό τά μέλη τοῦ Συνεδρίου[4], σημεῖο ὅτι δέν εἶχαν φοιτήσει στίς λόγιες ραββινικές σχολές. Εἶχαν ὅμως μαθητεύσει στόν Τίμιο Πρόδρομο. Τοῦτο εἶναι βέβαιο γιά τούς υἱούς τοῦ Ζεβεδαίου καί γιά τόν Ἀνδρέα, πιθανῶς δέ καί γιά τόν Σίμωνα Πέτρο.

Ἡ κλήση τοῦ Πέτρου στό ἀποστολικό ἔργο ἔγινε βαθμιαίως. Ὅταν τόν ἐπαρουσίασε ὁ ἀδελφός του Ἀνδρέας στόν Κύριο, μέ τούς λόγους «εὑρήκαμεν τόν Μεσσίαν», ἔλαβε τήν ἐπωνυμία Κηφᾶς[5]. ἧταν παρών κατά τό θαῦμα στήν Κανᾶ καί ἐγκαταστάθηκε μετά μέ τόν Κύριο στήν Καπερναούμ. Ἐκλήθηκε ὁριστικά μετά τήν πρώτη θαυμαστή ἁλιεία[6], γενόμενος ἔτσι «ἁλιεύς ἀνθρώπων».

Ὁ ἐν­θου­σι­ώ­δης καί εὐ­σε­βής Πέ­τρος ἐπέ­τα­ξε τά δί­χτυ­α ἀ­πό τούς πρώ­τους καί ἀ­κο­λού­θη­σε τόν Κύριο πι­στά. Λό­γῳ τοῦ δυ­να­μι­κοῦ χα­ρα­κτῆρος του καί τῆς ἰ­δι­αί­τε­ρης ἀ­φο­σιώσεώς του στόν Κύ­ρι­ο ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά ἔ­χει ἐξαιρετική θέση μεταξύ τῶν Ἀ­πο­στό­λων καί νά ὁ­μι­λεῖ συ­χνά ἐκ μέ­ρους αὐ­τῶν. Ὁ­μο­λό­γη­σε πρῶ­τος ὅ­τι ὁ Χρι­στός εἶ­ναι « Υἱ­ός τοῦ Θε­οῦ το ζῶ­ντος»[7]. Ὁ Κύ­ρι­ος ἐ­ξε­τί­μη­σε αὐ­τή τήν ὁ­μο­λο­γί­α καί τόν δι­α­βε­βαί­ω­σε πώς ἐπά­νω σέ αὐ­τή τήν ὁ­μο­λο­γί­α πί­στε­ως, πού ἔγινε κατ’ ἀποκάλυψιν Θεοῦ Πατρός, «οἰ­κο­δο­μή­σω μου τήν Ἐκ­κλη­σί­αν»[8].

Ἡ κλήση τοῦ Πέτρου καί τοῦ Ἀνδρέα.

Κατά τήν ἑβδομάδα τῶν Παθῶν καί μετά τήν Ἀνάσταση ὁ Πέτρος ἀποτελεῖ κεντρικό πρόσωπο στά Εὐαγγέλια. Ἔτσι στόν Μυστικό Δεῖπνο ἀρνεῖται πρός στιγμήν τή νίψη τῶν ποδῶν του ἀπό τόν Κύριο[9], ἀγωνιᾶ κατόπιν νά μάθει ποιός εἶναι ὁ προδότης[10], διαμαρτύρεται, διότι στήν πρός τόν Κύριο ἐρώτησή του «Κύριε, ποῦ ὑπάγεις;», ἔλαβε ἀπό Αὐτόν τήν ἀπάντηση «ὅπου ὑπάγω οὐ δύνασαί μοι νῦν ἀκολουθῆσαι»[11], καί τέλος ὑπόσχεται στόν Κύριο ὅτι θά θυσιάσει τήν ψυχή του γιά Ἐκεῖνον[12] καί δέν θά σκανδαλισθεῖ ἀπό τό ἐπερχόμενο Πάθος Του[13]. Κατά τόν Εὐαγγελιστή Λουκᾶ ὁ Ἰησοῦς στήν μετά τοῦ Πέτρου στιχομυθία του εἶπε σέ αὐτόν τά ἑξῆς χαρακτηριστικά: «Σίμων, Σίμων, ἰδού ὁ σατανᾶς ἐξῃτήσατο ὑμᾶς τοῦ συνιάσαι ὡς τόν σῖτον. Ἐγώ δέ ἐδεήθην περί σοῦ ἵνα μή ἐκλίπῃ ἡ πίστις σου. Καί σύ ποτε ἐπιστρέψας στήριξον τούς ἀδελφούς σου»[14]. Πράγματι δέ, δέν ἐξέλιπε ἡ πίστη τοῦ Πέτρου, ἄν καί ἀρνήθηκε τόν Διδάσκαλο τρεῖς φορές στήν αὐλη τοῦ ἀρχιερέως. Ἕνεκα τῆς ὑπέρ ἀυτοῦ δεήσεως τοῦ Κυρίου, ἦλθε στόν ἑαυτό του, μετανόησε καί ἔκλαψε πικρά γιά τήν πράξη του καί ἀξιώθηκε πρῶτος αὐτός ἀπό τούς Ἀποστόλους νά διαπιστώσει τό γεγονός τῆς Ἀναστάσεως[15] καί πρῶτος νά δεῖ τόν Ἀναστάντα Κύριο[16].

Ἀ­ξι­ώ­θη­κε νά δεῖ ἀ­πό τούς πρώ­τους το κε­νό μνη­μεῖ­ο καί νά δι­α­πι­στώ­σει τήν Ἀ­νά­στα­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Τό συ­γκλο­νι­στι­κό αὐ­τό γε­γο­νός τόν με­τα­μόρ­φω­σε κυ­ρι­ο­λε­κτι­κά. Τό φλο­γε­ρό του κή­ρυ­γμα τήν ἡ­μέ­ρα της Πε­ντη­κο­στῆς ἔ­κα­νε  νά πι­στέ­ψουν τρεῖς χι­λι­ά­δες ψυ­χές, καί νά βα­πτι­σθοῦν. Ἡ ἱεραποστολική δρά­ση του ὑ­πῆρ­ξε θαυ­μα­στή καί εἶανι ἄρρηκτα συνδεδεμένη μέ τήν ἱστορία τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων. Ἀπό ἐκεῖ ἐνεργοῦσε κατά καιρούς περιοδεῖες ἐπισκεπτόμενος τίς πλησιόχωρες Ἐκκλησίες[17]. Ὁ Παῦλος στήν πρός Γαλάτας Ἐπιστολή του ἀναφέρει, ὅτι κατά τίς δύο ἀνόδους του στά Ἱεροσόλυμα συναντήθηκε ἐκεῖ μέ τόν Πέτρο, τόν ὁποῖο ὀνομάζει καί Ἀπόστολο τῶν ἐκ «περιτομῆς» καί μᾶς πληροφορεῖ ὅτι ἐτιμᾶτο μάζί μέ τόν Ἀδελφόθεο Ἰάκωβο καί τόν Ἰωάννη ὡς «στῦλος» τῆς Ἐκκλησίας.

Σέ μία περιοδεία του ὁ Πέτρος, περί τῆς ὁποίας μᾶς ὁμιλοῦν οἱ Πράξεις[18], ἐπισκέφθηκε τήν Λύδδα καί ἀφοῦ ἐθεράπευσε τόν παραλυτικό Αἰνέα, ἦλθε στήν Ἰόππη, ὅπου ἀνέστησε τήν Ταβιθᾶ ἤ Δορκάδα. Ἀπό ἐκεῖ δέ, μέ θεία ἐπιταγή, ἐπορεύθηκε στήν Καισάρεια, στήν ὁποία ἐκατήχησε καί ἐβάπτισε τόν ἐθνικό Κορνήλιο μαζί μέ τήν οἰκογένειά του. Ὅταν ἔμαθαν τό γεγονός αὐτό οἱ ἐκ «περιτομῆς» τῆς Ἐκκλησίας τῶν Ἱεροσολύμων ἐκατηγόρησαν τόν Πέτρο. Ὁ Ἀπόστολος ἐξέθεσε μέ λεπτομέρεια πῶς ὁ Θεός δι’ ὁράματος «ὑπέδειξεν μηδένα κοινόν ἤ ἀκάθαρτον λέγειν ἄνθρωπον»[19] καί ἔκλεισε τήν ἀπολογία του ἐκείνη ὡς ἑξῆς: «Εἰ οὖν τήν ἴσην δωρεάν ἔδωκεν αὐτοῖς ὁ Θεός ὡς καί ἡμῖν, πιστεύσασιν ἐπί τόν Κύριον Ἰησοῦν Χριστόν, ἐγώ δέ τίς ἤμην δυνατός κωλῦσαι τόν Θεόν;»[20].

Ὁ Ἡρώδης Ἀγρίππας Α΄, ἐπιθυμώντας νά εὐχαριστήσει τούς Ἰουδαίους συνέλαβε τόν Πέτρο κατά τίς ἑορτές τοῦ Πάσχα τοῦ ἔτους 42 ἤ 44 μ.Χ. καί τόν ἔκλεισε στή φυλακή γιά νά τόν φονεύσει μετά ἀπό λίγο. Ἀλλ’ Ἄγγελος Κυρίου ἐλευθέρωσε κατά τή νύχτα τόν δέσμιο καί ἀπό στρατιῶτες φρουρούμενο Πέτρο, ὁ ὁποῖος, ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε τοῦς συγκεντρωμένους καί προσευχόμενους ὑπέρ αὐτοῦ ἀδελφούς στήν οἰκία τῆς Μαρίας, μητέρας τοῦ Μάρκου, ἀνήγγειλε σέ αὐτούς τή σωτηρία του ἀπό τόν Ἄγγελο καί «ἐξελθών ἐπορεύθη εἰς ἕτερον τόπον»[21].

Γιά τελευταία φορά ὁμιλοῦν οἱ Πράξεις περί τοῦ Πέτρου κατά τήν Ἀποστολική Σύνοδο (48/49 μ.Χ.), στήν ὁποία μαζί μέ τόν Παύλο καί τόν Ἀδελφόθεο Ἰάκωβο διεδραμάτισαν πρωτεύοντας ρόλο. Ὁ Παῦλος στήν πρός Γαλάτας Ἐπιστολή του[22] μᾶς ὁμιλεῖ γιά μία συνάντηση, τήν ὁποία εἶχε μέ τόν Πέτρο στήν Ἀντιόχεια, κατά τήν ὁποία τόν ἤλεγξε γιά τήν ἐπιδειχθεῖσα ἔλλειψη θάρρους καί παραχώρηση ὑπέρ τῶν ἰουδαϊζόντων καί σέ βάρος τῶν ἐξ ἐθνῶν Χριστιανῶν.

Ἡ ἀπελευθέρωση τοῦ Πέτρου ἀπό τόν Ἄγγελο, ἔργο  Giovanni Lanfranco, 1620.

Γιά τή μετά ταῦτα ζωή καί δράση τοῦ Πέτρου στερούμεθα σαφεῖς ἱστορικές μαρτυρίες. Ὁ Ὠριγένης καί ὁ Εὐσέβιος, προφανῶς ἀπό τόν πρόλογο τῆς Α΄ Καθολικῆς Ἐπιστολῆς Πέτρου, συμπέραναν ὅτι αὐτός ἐκήρυξε στούς Ἰουδαίους τῆς Διασπορᾶς, στόν Πόντο, Γαλατία, Καππαδοκία, Ἀσία καί Βιθυνία[23]. Ὁρισμένοι δέχονται καί τήν ἀποστολική δράση τοῦ Πέτρου στήν Κόρινθο.

Ὁ Ἀπόστολος Πέτρος κηρύσσει στίς Κατακόμβες.

Ὁ Ἀ­πό­στο­λος Πέ­τρος ἔ­γρα­ψε δυ­ό Κα­θο­λι­κές Ἐ­πι­στο­λές. Αὐ­τές, ἡ μέν πρώ­τη ἀ­πευ­θυνόταν στούς Χρι­στι­α­νούς τοῦ Πό­ντου, τῆς Γα­λα­τί­ας, τῆς Καπ­πα­δο­κί­ας, τῆς Ἀ­σί­ας καί τῆς Βι­θυ­νί­ας, ἡ δέ δεύ­τε­ρη σέ ὅ­λους τους Χρι­στι­α­νούς. Μέ­σα ἀ­πό αὐ­τές προ­σπα­θεῖ νά στη­ρί­ξει τούς πι­στούς στίς θλί­ψεις πού ὑ­φί­στα­νται ἐ­ξ αἰ­τί­ας τῆς πί­στεως τους στόν Ἰ­η­σοῦ Χρι­στό.

Ὑπάρ­χει βέ­βαι­α καί ἡ πα­ρά­δο­ση τῶν Ρω­μαι­ο­κα­θο­λι­κῶν πε­ρί με­τα­βά­σε­ως τοῦ Πέ­τρου στήν Ρώ­μη μετά τήν ἀπελευθέρωσή του ἀπό τόν Ἄγγελο ἤ τήν Ἀποστολική Σύνοδο, τῆς ὁποίας διετέλεσε ἐπί εἰκοσιπενταετία Ἐπίσκοπος. Τήν πα­ρά­δο­ση αὐ­τή πολ­λοί Ὀρ­θό­δο­ξοι με­λε­τη­τές τήν ἀμ­φι­σβη­τοῦν, δι­ό­τι στη­ρί­ζε­ται σέ με­τα­γε­νέ­στε­ρα ψευ­δε­πί­γρα­φα κεί­με­να, τίς λε­γό­με­νες «Ψευ­δο­ϊ­σι­δώ­ρει­ες Δι­α­τά­ξεις», καί τήν ἀπόκρυδη φιλολογία. Ἀναμφίβολα ὅμως ὁ Πέτρος συνδέεται μέ τήν Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, ἀφοῦ ἔδρασε καί ἐμαρτύρησε σέ αὐτήν.

Σύμ­φω­να μέ αὐ­τή τήν πα­ρά­δο­ση ὁ Πέ­τρος ἵ­δρυ­σε τήν το­πι­κή Ἐκ­κλη­σί­α τῆς Ρώμης. Ἐκή­ρυτ­τε νυ­χθη­με­ρόν στή με­γά­λη πό­λη καί κα­τόρ­θω­σε νά με­τα­στρέ­ψει πλῆ­θος κα­τοί­κων στόν Χρι­στι­α­νι­σμό. Τήν ἴ­δι­α ἐ­πο­χή εὑρι­σκό­ταν στήν Ρώ­μη καί ὁ δι­α­βό­η­τος Σί­μων ὁ μά­γος, γνω­στός ἀ­πό τίς Πρά­ξεις τῶν Ἀ­πο­στό­λων[24]. Ἐ­κεῖ μέ τίς δι­ά­φο­ρες μαγ­γα­νεῖ­ες καί τά μα­γι­κά κόλ­πα προ­κα­λοῦ­σε τό θαυ­μα­σμό τοῦ πλή­θους καί γι’ αὐ­τό ἀ­πέ­κτη­σε πολ­λούς ὀ­πα­δούς. Ὅ­μως εὑρῆ­κε μπρο­στά του τόν ἀ­λη­θι­νό ἄν­θρω­πο τοῦ Θε­οῦ, τόν Ἀ­πό­στο­λο Πέ­τρο, ὁ ὁ­ποῖ­ος μέ σει­ρά θαυ­μά­των ξε­σκέ­πα­σε τόν ἀ­πα­τε­ώ­να μά­γο, τόν ἀ­πέ­δει­ξε ὡς συ­νερ­γό των δαι­μό­νων καί ἐφα­νέ­ρω­σε τήν ἀ­νί­κη­τη δύ­να­μη τοῦ ἀ­λη­θι­νοῦ Θε­οῦ.

Ὁ Ἅγιος Εἰρηναῖος γράφει: «Τοῦ Πέτρου καί Παύλου ἐν Ρώμῃ εὐαγγελιζομένων καί θεμελιούντων τήν Ἐκκλησίαν»[25]. Ὁ Ὠριγένης: «Ὅς καί ἐπί τέλει ἐν Ρώμῃ γενόμενος ἀνεσκολοπίσθη κατά κεφαλῆς οὕτως αὐτός ἀξιώσας»[26]. Τέλος ὁ πρεσβύτερος Γάϊος (169 μ.Χ.) γράφει στόν πρός Πρόκλο διάλογό του: «Ἐγώ δέ τά τρόπαια (μνημεῖα, σκηνώματα) τῶν ἀποστόλων ἔχω δεῖξαι. Ἐάν γάρ θελήσῃς ἀπελθεῖν ἐπί τόν Βατικανόν ἤ ἐπί τήν ὁδόν τήν Ὠστίαν, εὑρήσεις τά τρόπαια τῶν ταύτην ἱδρυσαμένω τήν Ἐκκλησίαν»[27].

Κατά τήν παράδοση, λοιπόν, ὁ Πέτρος ἄθλησε στή Ρώμη κατά τόν διωγμό τοῦ αὐτοκράτορος Νέρωνος (64/67 μ.Χ.). Λίγο πρίν τόν συλλάβουν ἔ­κρι­νε σκό­πι­μο νά φύ­γει κρυ­φά ἀ­πό τήν πό­λη, γιά νά γλυ­τώ­σει. Κα­θώς ἐβά­δι­ζε βι­α­στι­κά τήν πε­ρί­φη­μη Ἀ­πί­α ὁ­δό εἶ­δε μπρο­στά του τόν Κύ­ρι­ο, ὁ Ὁ­ποῖ­ος τόν ἐρώ­τη­σε «Quo Vadis?», δη­λα­δή «ποῦ πη­γαί­νεις;». Τό­τε ὁ ἔν­θερ­μος Ἀ­πό­στο­λος κα­τά­λα­βε πώς ἡ φυ­γή του αὐ­τή ἰ­σο­δυ­να­μοῦ­σε μέ νέ­α ἄρ­νη­ση τοῦ Χρι­στοῦ. Γι’ αὐ­τό μέ δά­κρυ­α στά μά­τι­α ἐγύ­ρι­σε πί­σω καί συ­νε­λή­φθη καί κα­τα­δι­κά­σθη­κε σέ σταυ­ρι­κό θά­να­το. Ὅ­ταν ὁ­δη­γή­θη­κε στό μαρ­τύ­ρι­ο πα­ρα­κά­λε­σε τούς δη­μί­ους του νά τόν σταυ­ρώ­σουν ἀ­νά­πο­δα, μέ τό κε­φά­λι πρός τά κά­τω, δι­ό­τι, ὅ­πως εἶ­πε, δέν ἐθε­ω­ροῦ­σε τόν ἑ­αυ­τό του ἄ­ξι­ο νά σταυ­ρω­θεῖ σάν τόν ἠ­γα­πη­μέ­νο Δά­σκα­λο καί Θε­ό του! Ἔ­τσι πα­ρέ­δω­σε τήν ἁ­γί­α του ψυ­χή στόν Χρι­στό, τό δέ ἁ­γι­α­σμέ­νο λεί­ψα­νό του τό πε­ρι­μά­ζε­ψαν οἱ πι­στοί καί τό ἔ­θα­ψαν στόν Βατικανό λόφο.

Domine quo vadis?, ἔργο Annibale Carracci, 1602

Ὁ τάφος του ἦταν ἁπλός καί πτωχικός. Ἐσκέπασαν τό τίμιο λείψανό του μέ χῶμα καί μετά μέ πλάκες ἀπό κεραμίδι σέ σχῆμα ἀμφικλινές. Ἔτσι ἔθαπταν τότε τούς πολλούς, τούς πτωχούς στή Ρώμη. Τό μνῆμα τοῦ Πέτρου τό ἤξερε καλά ἡ Ἐκκλησία τῆς Ρώμης, γι’ αὐτό καί ὁ Ἐπίσκοπός της Ἀνίκητος (155-166 μ.Χ.), περί τό 160 μ.Χ., ἐτοποθέτησε μιά μαρμάρινη πλάκα, ἐπάνω ἀπό τήν ὁποία ἐστήριξε σέ δυό κιονίσκους μιά τράπεζα μέ μικρή κόγχη καί ὑποτυπῶδες ἀέτωμα. Γύρω της συνήρχοντο γιά προσευχή λίγοι Χριστιανοί, ἐνῶ στόν ἱερό τόπο τῆς ταφῆς τοῦ Πέτρου συνάγονταν πολλοί προσκυνητές στό πρῶτο ἥμισυ τοῦ 3ου αἰῶνος μ.Χ.

Ἕνας ἀπό τούς σκληρότερους χριστιανομάχους αὐτοκράτορες ἦταν ὁ Πόπλιος Λικίνιος Οὐαλεριανός (253-259 μ.Χ.). Ὅταν ἀνέλαβε τήν ἐξουσία, ἐμεθόδευσε συστηματικώτερα τούς διωγμούς. Ἐστράφηκε κατά τοῦ κλήρου, τῆς λατρείας, τῆς περιουσίας καί τῶν κοιμητηρίων τῆς Ἐκκλησίας. Τά μέτρα του ἐφαρμόσθηκαν περί τό 257 μ.Χ. μέ πραγματική ἀγριότητα. Θανατώνει τούς Ἐπισκόπους, κατεδαφίζει ναούς, δημεύει περιουσίες, ἀπαγορεύει τίς συνάξεις στούς τόπους ταφῆς τῶν Χριστιανῶν. Ὁ διάδοχος τοῦ μαρτυρήσαντος, τό 257 μ.Χ., Ἐπισκόπου Ρώμης Στεφάνου, Ἕλληνας Ἐπίσκοπος Σίξτος Β΄ (257-258 μ.Χ.)[28], γιά νά προλάβει σκύλευση τῶν τάφων τῶν δύο Ἀποστόλων, κάνει κρυφά τήν ἀνακομιδή τῶν ἁγίων λειψάνων τους ἀπό τά μνημεῖα – τρόπαιά τους, πιθανῶς στίς 29 Ἰουνίου τοῦ 258 μ.Χ., καί τά μεταφέρει στό κοιμητήριο πού εἶναι σήμερα γνωστό ὡς Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ. Ἔτσι ἡ ἡμερομηνία αὐτή διατηρήθηκε ὡς ἡμέρα κοινοῦ ἑορτασμοῦ τῶν Ἀποστόλων Πέτρου καί Παύλου, ὄχι πλέον σέ ἀνάμνηση τῆς καταθέσεως τῶν τιμίων αὐτῶν λειψάνων, ἡ ὁποία εἶχε λησμονηθεῖ ἀπό τό λαό, ἀλλ’ ὡς γενέθλιος ἡμέρα, δηλαδή ὡς ἑορτή τοῦ μαρτυρίου τους[29].

Ἡ σταύρωση τοῦ Ἀποστόλου Πέτρου, ἔργο Caravaggio (1601).

Μετά τό 260 μ.Χ., ὁ νέος αὐτοκράτορας Γαλιηνός (259-268 μ.Χ.) ἦταν περισσότερο ἐπιεικής. Ἐσταμάτησε τίς ἀπάνθρωπες σκληρότητες καί ἐπέστρεψε τούς ναούς καί τά κοιμητήρια. Ἡ λατρεία ἀναπτύσσεται στό νέο τόπο ταφῆς τῶν Ἀποστόλων. Ἐπάνω ἀπό τήν Κατακόμβη τους ἱδρύεται τό ἀρχαιότερο Μαρτύριο τῆς Ρώμης. Ἔτσι, στίς ἀρχές τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., ἡ ἑορτή τῶν Πρωτοκορυφαίων τιμᾶται στήν Ρώμη σέ τρεῖς τόπους. Στό Βατικανό ὁ Πέτρος, στήν ὁδό τῆς Ὠστίας ὁ Παῦλος καί οἱ δύο μαζί στίς Κατακόμβες.

Ὅταν ἡ Ἐκκλησία ἀπέκτησε τά πολιτικά της δικαιώματα (313 μ.Χ.), ὁ Ἐπίσκοπος Ρώμης Σίλβεστρος (314-335 μ.Χ.) ἐξασφάλισε τήν ὑποστήριξη τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου γιά τήν οἰκοδόμηση Μαρτυρίων στούς τόπους ἀθλήσεως καί ἀρχικῆς ταφῆς τῶν Ἀποστόλων. Τά ἐγκαίνια τῶν πρώτων κτισμάτων γύρω ἀπό τούς τάφους τῶν Ἀποστόλων γίνονται ταυτοχρόνως στό Βατικανό καί στήν ὁδό πρός τήν Ὠστία στίς 18 Νοεμβρίου τοῦ 324 μ.Χ. μέ τήν μετακομιδή τῶν λειψάνων τους ἀπό τήν Κατάκόμβη τοῦ Ἁγίου Σεβαστιανοῦ στούς τόπους ἀρχικῆς ταφῆς. Μόνον οἱ Τίμιες Κάρες τῶν Ἀποστόλων ἐκρατήθηκαν στόν καθεδρικό ναό τοῦ Ἐπισκόπου τῆς Ρώμης, τόν ναό τοῦ Σωτῆρος Χριστοῦ τοῦ Λατερανοῦ, σημερινό Ἅγιο Ἰωάννη. Ἐκεῖ παραμένουν μέχρι σήμερα, ἐπάνω ἀπό τήν κεντρική Ἁγία Τράπεζα, μέσα σέ κιβώρια.

Tό κιβώριο ἐντός τοῦ ὁποίου φυλάσσονται οἱ τίμιες κάρες τῶν Ἀποστόλων Παύλου και Πέτρου.

Ἡ Κωνσταντίνεια βασιλική τοῦ Βατικανοῦ, παρά τίς πολλές ἐπισκευές λόγῳ τῶν καταστροφῶν πού τίς προξένησαν οἱ βαρβαρικές ἐπιδρομές τοῦ 5ου καί 6ου αἰῶνος μ.Χ., παρέμεινε δώδεκα αἰῶνες κέντρο προσκυνηματικῆς εὐσεβείας. Ἦταν πεντάκλιτη βασιλική, μέ 90 μέτρα μῆκος καί 65 μέτρα πλάτος. Ἡ Ἀναγέννηση κατέστρεψε τόν πάνσεπτο αὐτό ναό καί στή θέση του ἔκτισε τόν ἀχανή καί βαρύ σημερινό Ἅγιο Πέτρο (1626). Στήν ὁδό πρός τήν Ὠστία ἱδρύθηκε ἀρχικά μικρή τρίκλιτη βασιλική, τήν ὁποία ἐπεξέτειναν τό 386 μ.Χ. οἱ αὐτοκράτορες Οὐαλεντιανός Β΄ , Θεοδόσιος καί  Ἀρκάδιος σέ πεντάκλιτη καί τήν ἐγκαινίασε, τό 390 μ.Χ., ὁ Πάπας Σιρίκιος (384-398 μ.Χ.). Ἡ βασιλική διατηρήθηκε σχεδόν ἀκέραια μέχρι τόν Ἰούλιο τοῦ 1823, πού ἐκάηκε ἀπό μεγάλη πυρκαϊά, ἀλλά ἀναστηλώθηκε μέ πιστότητα στό ἀρχαῖο της κάλλος.

Ὁ τάφος τοῦ Ἀποστόλου Παύλου καλύπτεται μέ μιά μεγαλογράμματη λατινική ἐπιγραφή τοῦ 4ου αἰῶνος μ.Χ., πού γράφει: «Στόν Παῦλο, Ἀπόστολο Μάρτυρα».

[1] Πράξ. 15, 14. Β΄ Πέτρ. 1, 1.

[2] Ἰω. 1, 43.

[3] Ματθ. 8, 14. Μάρκ. 1, 30. Λουκ. 4, 38.

[4] Πράξ. 4, 13.

[5] Ἰω. 1, 42-43.

[6] Λουκ. 5, 11. Μάρκ. 1, 18. Ματθ. 4, 22.

[7] Ματθ. 16, 17-19.

[8] Ματθ. 16, 18.

[9] Ἰω. 13, 6-11.

[10] Ἰω. 13, 24.

[11] Ἰω. 13, 36.

[12] Ἰω. 13, 37.

[13] Ματθ. 26, 33.

[14] 22, 31-34.

[15] Ματθ. 24, 12.

[16] Λουκ. 25, 35. Α΄ Κορ. 15, 5.

[17] Πράξ. 9, 32.

[18] 9, 32-10, 47.

[19] Πράξ. 10, 28.

[20] Πράξ. 11, 17.

[21] Πράξ. 12, 17.

[22] Πράξ. 2, 11-17.

[23] Εὐσεβίου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Γ΄ 1, 2, 4.

[24] 8, 9.

[25] Κατά αἱρέσεων 3, 1, 1.

[26] Εὐσεβίου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Γ΄ 1.

[27] Εὐσεβίου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, Β΄ 25, 7.

[28] Ὁ Σίξτος μετέφερε καί τήν τιμή τῶν λειψάνων στίς Κατακόμβες. Εἶναι μάλιστα γνωστό πώς κατέβαινε καί ἐλειτουργοῦσε στίς Κατακόμβες. Σέ μιά ἀπ’ αὐτές, στήν Κατακόμβη τοῦ Ἁγίου Πραιτεξτάτου, τόν ἀνεκάλυψαν οἱ Ρωμαϊκές ἀρχές, στίς 6 Αὐγούστου τοῦ 258 μ.Χ., ἱερουργοῦντα καί τόν κατεδίκασαν νά θανατωθεῖ στόν τόπο πού εὑρέθηκε ἔνοχος παραβάσεως τῶν αὐτοκρατορικῶν διαταγῶν. Ἔτσι ἐράντισε μέ τό αἷμα του τό θυσιαστήριο πού ἱερουργοῦσε. Σέ λίγο, τό μαρτυρικό δρόμο ἀκολούθησε καί ὁ περίφημος ἀρχιδιάκονός του Λαυρέντιος.

[29] Βασιλείου Στεφανίδου, Ἐκκλησιαστική Ἱστορία, σελ. 289. Χρυσοστόμου Παπαδοπούλου, Ἡ ἑορτή τῶν Χριστουγέννων ἐν τῇ Ἐκκλησίᾳ Ἱεροσολύμων, Νέα Σιών, ΛΓ΄ (1938), σελ. 26. Στήν Ἀνατολή, πλήν τῆς Ἐκκλησίας Κωνσταντινουπόλεως, ἡ μνήμη τῶν Πρωτοκορυφαίων Ἀποστόλων ἑορταζόταν τήν τέταρτη ἡμέρα ἀπό τήν ἑορτή [τῆς Γεννήσεως τοῦ Χριστοῦ, δηλαδή τήν 28η Δεκεμβρίου (βλ. Synax. Eccl., CP. 777).

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.