Του Γιώργου Αθ. Τσούτσου

Από διάφορους κύκλους, πολιτικούς, επιστημονικούς και δημοσιογραφικούς, καλλιεργείται η αντίληψη ότι η Συμφωνία των Πρεσπών δημιούργησε δεδομένα μη αναστρέψιμα. Συνεπώς, το μόνο που μπορεί να πράξει εφεξής  οποιαδήποτε κυβέρνηση προκύψει στο μέλλον, περιορίζεται στην πιστή εφαρμογή από τα δύο μέρη των όσων υπογράφηκαν.

Κατά τη γνώμη του γράφοντος που συντάσσεται με τις απόψεις πολλών εγκύρων νομικών, η αντίληψη αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Εξυπηρετεί όμως όσους επιδιώκουν να αποθαρρύνουν τη νομική έκφραση της λαϊκής αντίδρασης σε αυτή τη συμφωνία.

Ο Ελεγχος της συνταγματικότητας μίας συνθήκης μπορεί να προσβληθεί. Στο γνωστό βιβλίο του Προέδρου της Δημοκρατίας κ. Προκόπη Παυλόπουλου (Η Αναθεώρηση του Συντάγματος Αθήνα 2010, 3140), αναφέρεται ότι « …η δικαστική μας παράδοση θέλει το δικαστικό έλεγχο ως προς τη συνταγματικότητα των νόμων να είναι διάχυτος, απ’ όλα τα δικαστήρια. Και έλεγχος παρεμπίπτων. Δεν είναι ευθύς, δεν προσβάλλεται ο νόμος ευθέως. Είναι δε επιπλέον και συγκεκριμένος. Διότι προσβάλλονται συγκεκριμένες διατάξεις κάθε φορά». Πώς μπορεί αυτό το νομικό δεδομένο να μετουσιωθεί σε πράξη;

Κατ’ αρχήν είναι ακριβές ότι στο Συμβούλιο Επικρατείας δεν προσβάλλονται ευθέως νόμοι αλλά εκτελεστές διοικητικές πράξεις. Τούτο όμως αποτελεί το ήμισυ της αληθείας. Υστερα από την ψήφιση νόμων και διεθνών συμβάσεων, ακολουθεί η έκδοση εκτελεστών διοικητικών πράξεων προς εφαρμογήν αυτών των νόμων. Κατ’ αυτών των πράξεων, πολίτες ή φορείς που εύκολα μπορούν να δικαιολογήσουν έννομο συφέρον για την ακύρωσή τους, δύνανται να προσβάλλουν εκείνα τα σημεία της συμφωνίας τα οποία ομιλούν για μακεδονική ταυτότητα σε αλλογενείς πληθυσμούς. Αυτόν τον παρεμπίπτοντα έλεγχο συνήθως ενεργεί το Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως επανειλημμένως έχει δεχθεί με τη νομολογία του. Εδώ τίθεται ένα ευρύτερο θέμα ακόμη και στο θέμα της διοικήσεως. Οπως έγραψε ο Αθως Τσούτσος (Διοίκησις και Δίκαιον, Αθήνα-Θεσσαλονίκη 1979, 410), «… Το Δίκαιον είναι η συνέχισις της πολιτικής δι’ άλλων μέσων. Συγκεκριμένως το διοικητικόν δίκαιον το οποίον διέπει την δημοσίαν Διοίκησιν είναι και αυτό μέσον πολιτικής αποβλέπον εις την εξασφάλισιν των δικαιωμάτων και των ελευθεριών των πολιτών». Ο συγγραφέας στη σελίδα 59 του ιδίου έργου θέτει «… την διοίκησιν υπό τον έλεγχον των διοικουμένων…». Ο ακυρωτικός δικαστής γράφει ο Αθως Τσούτσος στη σελ. 69 «… δεν θα εισέλθη εις θέματα ουσιαστικής εκτιμήσεως και εις έλεγχον  σκοπιμότητος αλλά εις θέματα νομιμότητος…».  Σε αυτό το σημείο πάλι ο Αθως Τσούτσος παραπέμπει στον Αριστοτέλη, ο οποίος γράφει «ουκ έστιν ευνομία το ευ κείσθαι τους νόμους μη είθεσθαι δε» και καταλήγει ως εξής: «Το αποτελεσματικώτερον μέσον προς εξασφάλισιν του Κράτους δικαίου είναι η υποταγή της Διοικήσεως εις τον δικαστήν. Δεν αποτελεί όμως αύτη το μόνον μέσον προς τον σκοπόν τούτον, πριν ή, αι σχέσεις Διοικήσεως και διοικουμένων φθάσουν εις το στάδιον της αντιδικίας, επιβάλλεται συστηματική προσπάθεια εναρμονίσεως αυτών, ώστε να επιτυγχάνηται εις το μέγιστον δυνατόν όριον η συνεργασία Διοικήσεως και διοικουμένων. Διοικούντες και διοικούμενοι αποτελούν παράγοντες της αυτής κοινωνίας και πρέπει από κοινού να συμβάλλουν εις την ευημερίαν και την πρόοδον αυτής».

Καλόπιστα  πιστεύουμε ότι οι κυβερνητικοί φορείς -στους κόλπους των οποίων ήδη εκφράζονται ανησυχίες για ορισμένα στοιχεία της συμφωνίας- θα αποκτήσουν πρόσθετα διαπραγματευτικά όπλα, δεχόμενοι το συνταγματικό έλεγχο από τα δικαστήρια τον οποίο καθηκόντως, ούτως ή άλλως δέχονται για πληθώρα θεμάτων.

Εφημερίδα «Κιβωτό της Ορθοδοξίας»

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.

Δείτε Επίσης