Γράφει ο Μ. Γ. Βαρβούνης Καθηγητής Λαογραφίας του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης

Το ζήτημα της διαχείρισης των παλαιότερων παραδοσιακών μορφών πολιτισμού είναι ιδιαίτερης σημασίας για τη φυσιογνωμία και το περιεχόμενο του σύγχρονού μας λαϊκού πολιτισμού. Κι αυτό επειδή η παράδοση, ως γνωστόν, είναι μία διαδικασία εν κινήσει, στα πλαίσια της οποίας παλαιότερα στοιχεία επιβιώνουν ή μετασχηματίζονται και άλλα προστίθενται, σχηματίζοντας μία συνεχή ροή πολιτισμού, η οποία και προσδιορίζει την καθημερινότητά μας, αλλά και νοηματοδοτεί την πολιτισμική μας ταυτότητα.

Οι κύριες διαδικασίες μέσα στο πλαίσιο αυτό είναι τέσσερις: Η επιβίωση παλαιότερων μορφών πολιτισμού, άλλοτε αυτούσιων και άλλοτε ελαφρά προσαρμοσμένων, εφόσον συνεχίζουν να αποτελούν οργανικά στοιχεία της καθημερινής ζωής, για παράδειγμα οι αιματηρές ζωοθυσίες των θρησκευτικών μας πανηγυριών. Η αναβίωση μορφών που είχαν μεν εξαφανιστεί, για διάφορους όμως λόγους αναβιώνονται και έρχονται και πάλι στο προσκήνιο, κατά κύριο λόγο όμως ως παραστάσεις, στα πλαίσια του κινήματος του φολκλορισμού, με χαρακτηριστικότερο παράδειγμα τις αναβιώσεις εθίμων που έχουν πάψει να τελούνται στα πλαίσια σχετικών ανα-παραστάσεων, καθώς συμβαίνει με τον «Κλήδονα».

Επίσης, ο μετασχηματισμός παλαιότερων μορφών, οι οποίες αλλάζουν πολλά από τα ουσιώδη στοιχεία τους, προκειμένου να προσαρμοστούν στη νέα κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, με δύο λόγια στη σύγχρονη μορφή της υλικής βάσης, επί της οποίας εδράζεται το πνευματικό εποικοδόμημα του λαϊκού πολιτισμού, όπως συμβαίνει με τα πανηγύρια, πολλά στοιχεία των οποίων έχουν πλέον προσαρμοστεί στη σύγχρονη πραγματικότητα.

Στη Θράκη σήμερα παρατηρούνται ενεργές και οι τέσσερις αυτές διαδικασίες. Εχοντας ως υπόβαθρο την πλούσια θρακική λαϊκή παράδοση, οι κάτοικοι της Θράκης δέχθηκαν, στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα, πολλούς προσφυγικούς πληθυσμούς, όχι μόνο από τη μείζονα Θράκη, αλλά και από διάφορες μικρασιατικές περιοχές, από τον Πόντο, την Καππαδοκία, την Κωνσταντινούπολη, την Ιμβρο και την Τένεδο, μαζί με πληθυσμούς όπως οι Αρβανίτες και οι Σαρακατσάνοι, οι οποίοι λόγω των ποικίλων ιστορικών συνθηκών εγκαταστάθηκαν μόνιμα στα εδάφη της.

Επίσης, η Θράκη διατήρησε τις μουσουλμανικές της μειονότητες, ανάμεσά τους Πομάκους και μουσουλμάνους Τσιγγάνους, που έχουν βεβαίως τις δικές τους πολιτισμικές παραδόσεις και πρακτικές. Διατήρησε ακόμη Εβραίους, τουλάχιστον ως τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, Αρμένιους, Γκαγκαούζους και δέχτηκε σχετικά πρόσφατα επαναπατρισθέντες Ελληνοπόντιους, από χώρες της πρώην Σοβιετικής Ενωσης. Διαμορφώθηκε έτσι μία πολυπολιτισμική πραγματικότητα που αποτελεί και το κύριο γνώρισμα της θρακικής παράδοσης, όπως την ανιχνεύουμε, την καταγράφουμε και τη μελετούμε σήμερα. Μία πραγματικότητα η οποία αποτελεί πραγματικό υπόδειγμα μελέτης και προσφέρει υλικό για πολλές και ποικίλες προσεγγίσεις, δεδομένου ότι συχνά η πολιτισμική παράδοση συνδέθηκε με την εθνική, τη γλωσσική και τη θρησκευτική ταυτότητα κάθε πληθυσμιακής ομάδας, γι’ αυτό και η διατήρησή της υπήρξε βασική επιλογή και ουσιώδες πρόταγμα.

Οι παρατηρήσεις αυτές επισημαίνουν και το ποια παράδοση είναι τελικά αυτή που διαχειριζόμαστε. Στη Θράκη η έννοια της παράδοσης, λόγω των ιστορικών περιπετειών του τόπου, περιλαμβάνει κυρίως την προσφυγική παράδοση, και εκεί επικεντρώνονται οι δράσεις των επιμέρους συλλόγων. Αντιθέτως δεν παρατηρείται σοβαρή ενασχόληση με μορφές της αστικής ή της νεωτερικής παράδοσης, δεδομένου ότι αυτές δεν είναι εθνικά και συναισθηματικά φορτισμένες, άρα δεν συγκεντρώνουν το κοινό ενδιαφέρον. Κι αυτό φυσικά προσδιορίζει άμεσα όχι μόνο το περιεχόμενο, αλλά και τους τρόπους και τις στρατηγικές διαχείρισης της θρακικής παράδοσης, όπως αυτή γίνεται στις μέρες μας.

Αν η Θράκη διακρίθηκε και ήρθε πολλές φορές στο προσκήνιο της ιστορίας, αυτό κατά κανόνα οφείλεται στο γεγονός ότι ανά τους αιώνες υπήρξε τόπος συνάντησης και αλληλοπεριχώρησης διαφορετικών πολιτισμικών, γλωσσικών και θρησκευτικών παραδόσεων. Αυτό τον ρόλο της προσπαθεί να αναπροσδιορίσει από τη δεύτερη δεκαετία του 20ού αιώνα, οπότε από προθάλαμος μίας παγκόσμιας πρωτεύουσας, της Κωνσταντινούπολης, έγινε ακριτική επαρχία μιας μικρής χώρας, διατηρώντας ωστόσο, ελέω διεθνών συνθηκών και συμβάσεων, τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της. Κι αυτό το πλεονέκτημα, εντός των πλαισίων του ιδεολογικά κυριαρχούντος «ελλαδισμού», επί χρόνια αντιμετωπίστηκε ως μειονέκτημα, γι’ αυτό και δεν αναπτύχθηκαν ειδικές στρατηγικές διαχείρισής του.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η πρόκληση: να καταφέρουμε μέσω της λαϊκής παράδοσης και της διαχείρισής της να δείξουμε ότι οι λαϊκοί πολιτισμοί, οι θρησκείες και οι επιμέρους παραδόσεις, μακριά από κρατικές σκοπιμότητες και επεκτατικές βλέψεις, μπορούν να ενώνουν και όχι να χωρίζουν τους λαούς, μπορούν να γεφυρώνουν και όχι να διευρύνουν τα όποια χάσματα. Κι αυτό απαιτεί να διανύσουμε δρόμο μακρύ, μακρύτερη δε απόσταση έχουν να καλύψουν οι γείτονές μας, που προσπαθούν να περιχαρακώσουν και να διαιρέσουν τους κατοίκους της Θράκης, υψώνοντας τεχνητά κάποτε ή σκοπίμως, υπερτονισμένα όρια. Κι όμως, οι συγκλίσεις και οι ταυτότητες των επιμέρους λαϊκών πολιτισμών είναι σαφώς περισσότερες από τις αποκλίσεις και τις ετερότητες, αρκεί να έχουμε τη διορατικότητα, την ικανότητα και την τόλμη να τις αναδείξουμε.

«Κιβωτό της Ορθοδοξίας»

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.