Αν κάποιος ανοίξει το επίσημο αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και αναζητήσει αγίους που έζησαν ως έγγαμοι ή ως λαϊκοί μέσα στην κοινωνία -εξαιρουμένης της χορείας των Μαρτύρων- θα βρεθεί μπροστά σε μια αποκαρδιωτική μειοψηφία. Πατριάρχες, Αρχιεπίσκοποι, Επίσκοποι, Ιερείς, Μοναχοί και Μοναχές, Ιερομάρτυρες, καταλαμβάνουν σχεδόν το σύνολο των επίσημα αναγνωρισμένων αγίων.
Αλλά που βρίσκεται ο απλός οικογενειάρχης, ο εργαζόμενος πατέρας, η μητέρα που ανατρέφει παιδιά με στερήσεις και αγάπη, ο βιοπαλαιστής; Δυστυχώς τέτοιοι άγιοι αποτελούν μικρή μειονότητα στα δίπτυχα της Εκκλησίας μας. Οι συντριπτική δε πλειοψηφία αυτής της μικρής μειονότητας είναι άγιοι προηγούμενων χριστιανικών αιώνων. Πάντως όχι του 20ου ή 21ου αιώνα.
Και το οξύ θεολογικό και ποιμαντικό ερώτημα που προκύπτει είναι: Μήπως, χωρίς να είναι προμελετημένο ή εσκεμμένο, η επίσημη εκκλησιαστική πρακτική των εχόντων την ευθύνη για την αγιοκατάταξη κάποιου εναρέτου προσώπου, έχει ταυτίσει την αγιότητα με το ράσο; Διότι -εκ του αποτελέσματος- αυτό παρατηρείται στις αγιοκατατάξεις των τελευταίων δεκαετιών.
Στο βιβλίο των Πράξεων, ο λόγος του Θεού διά του Αποστόλου Πέτρου, μας πληροφορεί «ὅτι οὐκ ἔστι προσωπολήπτης ὁ Θεός…» (Πραξ. ι΄ 34) και κατά την μετάφραση Π.Ν.Τρεμπέλα: ὁ Θεός δέν ἐπηρεάζεται ἀπό πρόσωπα καί δέν κάνει μεροληψίες καί διακρίσεις.
Ο Απόστολος Παύλος απευθυνόμενος στους πιστούς της Κορίνθου -έγγαμους, άγαμους, δούλους, ελεύθερους, κλπ- τους λέει, ότι προσκληθήκατε από τον Θεό για να είστε άγιοι, «κλητοίς αγίοις» (Α΄ Κορ. α΄ 2). Η κλήση στην αγιότητα λοιπόν από την Εκκλησία μας είναι καθολική, οικουμενική, δεν έχει αποχρώσεις, δεν έχει καταγωγή, ιδιότητα, επάγγελμα κλπ. «Τοῦτο γάρ ἐστι θέλημα τοῦ Θεοῦ, ὁ ἁγιασμὸς ὑμῶν» (Α΄ Θεσ. δ΄ 3). Και ο λόγος αυτός είναι χωρίς καμία εξαίρεση στον τρόπο βιωτής ή στην κοινωνική τάξη. Ο ίδιος ο Χριστός στην επί γης παρουσία Του, περιστοιχίζεται από αλιείς, τελώνες, γυναίκες μητέρες, μαθητές οικογενειάρχες κλπ.
Ανατρέχοντας στην πατερική παράδοση και στον Άγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο, βρίσκουμε μια απάντηση που δίνει σε κάποιους που τον ρωτούσαν, αν είναι κατορθωτή η αγιότητα μέσα στον κόσμο: «Μπορώ να ζω μέσα στον κόσμο και ανάμεσα στα κοσμικά πράγματα και να σωθώ; Τί λες, άνθρωπε; Θέλεις με συντομία να σου δείξω ότι δεν είναι ο τόπος που σώζει, αλλά ο σωστός τρόπος της ζωής σου και η προαίρεσή σου; Ο Αδάμ έπαθε το ναυάγιο μέσα στον παράδεισο (Γέν. 3), ενώ πάλι ο Λωτ διασώθηκε μέσα στο πέλαγος των Σοδόμων (Γέν. 19). Ο Ιώβ πέτυχε τη δικαίωσή του επάνω στην κοπριά (Ιώβ 2), ενώ ο Σαούλ, αν και ζούσε μέσα στους θησαυρούς, έχασε και αυτή τη ζωή και την άλλη».
Ο Άγιος Συμεών ο νέος Θεολόγος, διδάσκει ότι ολόκληρη η μυστική ζωή είναι προσιτή σ’ όλους ανεξαιρέτως. Όχι μόνο στον αναχωρητή και στον ερημίτη, αλλά και στον μοναχό που ζει σε αστική κοινότητα (κοινόβιο, αδελφότητα), αλλά ακόμα και στους νυμφευμένους με τις ευθύνες της οικογένειας, με καθήκοντα που αφορούν την οικογένεια, το σπίτι, το επάγγελμα. Για τον Άγιο Συμεών αποφασιστικός παράγοντας δεν είναι η εξωτερική ειρήνη, αλλά η εσωτερική πνευματική κατάσταση του ανθρώπου και ησυχία. Αυτή η εσωτερική ησυχία μπορεί να υπάρξει όχι μόνο στην έρημο, αλλά και στην πόλη. Όχι μόνο στο κελί του ερημίτη, αλλά και στην ζωή κάθε χριστιανικής οικογένειας. Είναι γνωστό ότι το πρώτο όραμα ακτίστου φωτός το βίωσε ο Άγιο Συμεών πριν δώσει τους μοναχικούς όρκους, όταν υπηρετούσε ακόμα στο σπίτι του ευγενούς Γέροντά του και πήγαινε καθημερινά στην Αυλή της Αυτοκρατορίας!
Μια απάντηση στο θέμα αυτό που διαπραγματευόμαστε δίνει το τρίτομο έργο ενός αγιορείτη ιερομονάχου, με τίτλο «Ασκητές μέσα στον κόσμο». Το έργο αυτό αποτελεί, κατά την ταπεινή μου άποψη, μια ανεκτίμητη συλλογή μαρτυριών για απλούς ανθρώπους, πατεράδες, μανάδες, απλούς εργάτες, επαγγελματίες, ανθρώπους του μόχθου και της βιοπάλης, αλλά και ορισμένους ιερείς ή μοναχούς, που έζησαν βίο πραγματικής αγιότητας μέσα στον κόσμο, οι περισσότεροι εξ αυτών χωρίς το ένδυμα του ράσου, χωρίς να ζήσουν σε μοναστήρι, χωρίς καμία επίσημη αναγνώριση.
Το σημαντικότερο στοιχείο αυτού του έργου δεν είναι τα πρόσωπα -εν πολλοίς άγνωστα- που παρουσιάζει, αλλά η απάντηση στο θεολογικό πρόβλημα που περιγράφουμε. Πρόκειται για μία χορεία ανθρώπων που όντως αγίασαν εν τω κόσμω.
Και γεννάται το ερώτημα: Αλλά αν αυτοί οι άνθρωποι έκαναν θαύματα, είχαν χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, έζησαν με εγνωσμένη αγιότητα, επέδειξαν αγία συγχωρητικότητα, αποδείχθηκαν όσιοι των πόλεων, γιατί να παραμένουν έξω από τις δέλτους και τα επίσημα συναξάρια της Εκκλησίας μας;
Ο αγιορείτης συγγραφέας, που για λόγους αφάνειας και ταπεινοφροσύνης δεν αναφέρει το όνομά του, με την αναφορά του σε αυτά τα πρόσωπα, δεν αμφισβητεί την αξία του μοναχισμού, αντιθέτως τιμά βαθιά το μοναχικό σχήμα, αφού και ο ίδιος ασκητεύει στο Άγιον Όρος. Θέτει όμως εμμέσως πλην σαφώς το ερώτημα: Μήπως οι επίσημοι εκκλησιαστικοί μηχανισμοί αγιοκατάταξης έχουν αναπτύξει κάποια κριτήρια, που κάποτε δεν ταυτίζονται με τα κριτήρια του Θεού;
Όλοι ασφαλώς κατανοούμε ότι τελικά η επίσημη αγιοκατάταξη είναι μια εκκλησιαστική πράξη, που με ανθρώπινα κριτήρια -στον τρόπο λειτουργίας της- αναγνωρίζει μία θεία πραγματικότητα. Αναδεικνύει και προβάλλει ως πρότυπα πρόσωπα που μιμήθηκαν τον Κύριο Ιησού Χριστό και μπορούν να αποτελέσουν και δικά μας παραδείγματα στην οδό της αγιότητος.
Η πρόσφατη ιστορία -τουλάχιστον για τους αγίους του 20ου αιώνα- δείχνει, ότι αγιοκατατάσσονται ευκολότερα όσοι ανήκουν στις επίσημες, θα μπορούσαμε να πούμε, δομές που η Εκκλησία ήδη γνωρίζει και τιμά: στα Μοναστήρια, στις Μητροπόλεις, στα Πατριαρχεία.
Θα τολμούσα να πω ότι η σιωπή της Εκκλησίας για τους λαϊκούς αγίους και όσους τέλος πάντων έζησαν μέσα στον κόσμο, μπορεί να έχει βαριές πνευματικές συνέπειες. Δημιουργεί στο ποίμνιο μια λανθασμένη εντύπωση. Ότι δηλαδή η πραγματική αγιότητα ανήκει αποκλειστικά στους ποιμένες της Εκκλησίας. Ο πιστός οικογενειάρχης νιώθει ότι ο βίος του θεολογικά έχει δευτερεύουσα θέση και αξία. Ότι, «κάνει μεν ό,τι μπορεί», αλλά η πραγματική πνευματική ζωή είναι κάτι άλλο και κάπου αλλού. Αυτή η εντύπωση είναι όχι μόνο λανθασμένη αλλά και πνευματικά επικίνδυνη, αφού αποθαρρύνει το πλήθος των πιστών χριστιανών από τον αγώνα της αγιότητας και της θέωσης.
Η Εκκλησία μας ίσως χρειάζεται να θυμηθεί και να μελετήσει εκ νέου αυτό που πάντα γνώριζε θεολογικά, ότι ο γάμος είναι μυστήριο, ότι η ανατροφή παιδιών είναι άσκηση, ότι η εργασία είναι υπακοή, ότι η συζυγία συχνά είναι ταπείνωση και ότι ο δρόμος της θεώσεως περνά και μέσα από την κουζίνα, το εργοστάσιο, το νοσοκομείο, την οικογένεια, την ταπεινωτική εργασία, την προσφορά δια της ελεημοσύνης ή δια των έργων της αγάπης, κλπ.
Με βαθύ σεβασμό προς την Εκκλησία, μητέρα και τροφό μας, οφείλουμε να διατυπώσουμε την ένστασή μας επ’ αυτού του φαινομένου.
Η σχεδόν αποκλειστική αγιοκατάταξη ρασοφόρων αποτελεί μια σιωπηρή -ίσως ακούσια- θεολογική δήλωση της επίσημης Εκκλησίας, ότι η αγιότητα αποτελεί προνόμιο και «χάρισμα» των ρασοφόρων. Γεγονός που δεν συμφωνεί με την Ευαγγελική αλήθεια και την Ιερά παράδοση της Εκκλησίας μας. Προφανώς στον προβληματισμό μας αυτό δεν υπάρχει καμία διάθεση να απομειώσουμε την ευλάβειά μας προς τους μοναχούς αγίους, ούτε να εκπέσει μέσα μας η αξία του μοναχισμού.
Το ζητούμενο είναι κάτι απλούστερο και βαθύτερο. Να στρέψει η διοικούσα Εκκλησία το βλέμμα της στοργικά και στο πλήθος των ανωνύμων εκείνων λαϊκών, ανδρών και γυναικών, που αγίασαν μέσα στον κόσμο, χωρίς να το διαλαλήσει κανείς, χωρίς να καταγραφεί σε βιβλία η αγιότητα του βίου τους, χωρίς να οργανωθούν συνέδρια στη μνήμη τους, χωρίς κανείς να υποβάλει αίτηση αγιοκατατάξεως για χάρη τους. Η έλλειψη επίσημης αναγνώρισης από την Εκκλησία μας, δεν αναιρεί την αγιότητά τους ενώπιον του Θεού. Αναιρεί όμως κάτι πολυτιμότατο για όλους εμάς που αγωνιζόμαστε τον καθημερινό πνευματικό αγώνα. Αναιρεί το πρότυπο, την ελπίδα, την χαρά και την πεποίθηση ότι και ο δικός μας βίος, μέσα στον κόσμο, μέσα στην οικογένεια, μέσα στην καθημερινότητα, μπορεί να είναι τόπος και στίβος αγιότητας.
Η Εκκλησία έχει τη δύναμη και την ευθύνη να παρατηρήσει προσεκτικά αυτήν την «ασυμμετρία» και να εξετάσει με πατρικό ενδιαφέρον την αναγνώριση και άλλων αγίων, αυτών που «μοιάζουν» με τους περισσότερους από εμάς και έζησαν ανάμεσά μας.
Ευτυχώς όμως ο Θεός έχει άλλο συναξάρι… Στην Αποκάλυψη λέγει: «Εἶδον καὶ ἰδοὺ ὄχλος πολύς, ὃν ἀριθμῆσαι αὐτὸν οὐδεὶς ἐδύνατο, ἐκ παντὸς ἔθνους καὶ φυλῶν καὶ λαῶν καὶ γλωσσῶν, ἑστῶτας ἐνώπιον τοῦ θρόνου καὶ ἐνώπιον τοῦ ἀρνίου…» (Αποκ. ζ΄ 9).
Και είναι βέβαιο ότι το μέγιστο μέρος αυτού του πλήθους δεν είναι ρασοφόροι. Είναι ο λαός του Θεού. Οι απλοί πιστοί, οι μετανοημένοι αμαρτωλοί, που ως άγιοι πλέον μπροστά στον θρόνο του όντως Αγίου Θεού θα απολαύσουν τη Βασιλεία Του στους αιώνας.
Ευτυχώς το αγιολόγιο του Θεού είναι ασύγκριτα πλουσιότερο από το δικό μας… Και μακάρι η αγάπη Του να μας κατατάξει σε αυτό!
Άγιοι μόνο οι ρασοφόροι;
Αναστάσιος Κ. Κωστόπουλος Αν κάποιος ανοίξει το επίσημο αγιολόγιο της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας και αναζητήσει αγίους που έζησαν ως έγγαμοι ή...
Read more

































