Μὲ Ὄρθρο καὶ θεία Λειτουργία ξεκίνησε ἡ 3η ἡμέρα τῶν ΥΠΑΠΑΝΤΙΩΝ 2026. Στὶς 12 τὸ μεσημέρι ἔγινε Ἱερὰ Παράκληση στὸν Ἅγιο Συμεὼν τὸν Θεοδόχο.
Τὸ ἀπόγευμα στὶς 6:00 μ.μ. τελέσθηκε ὁ Ἑσπερινὸς καὶ στὶς 6:30 Μικρὸς Ἁγιασμὸς μετὰ τῶν ἱερῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Δημητρίου Γκαγκαστάθη. Σὲ ὅσους παρευρέθησαν, διενεμήθησαν φιαλίδια μὲ Ἁγιασμὸ πρὸς εὐλογία.
Στὶς 7:00 τὸ βράδυ ὁμίλησε ὁ Πανοσιολογιώτατος Ἀρχιμ. π. Σιλουανὸς Ἰωάννου, Προϊστάμενος τοῦ Ἱ.Ν. Ἁγίου Ἀνδρέα Πετραλώνων, μὲ θέμα: «Γέροντας Ἀνανίας Κουστένης, ὅπως τὸν γνώρισα καὶ τὸν ἔζησα».
Προλογίζοντας τὴν ὁμιλία ὁ Προϊστάμενος τοῦ Ναοῦ, Αἰδεσιμολ. Πρωτ. π. Θεμιστοκλῆς Χριστοδούλου, ἀνέφερε ὅτι στὸ πλαίσιο τῶν ΥΠΑΠΑΝΤΙΩΝ, ποὺ μὲ τὶς εὐλογίες τοῦ Μακαριωτάτου Ἀρχιεπισκόπου Ἀθηνῶν καὶ πάσης Ἑλλάδος κ.κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟΥ τοῦ Β΄ διεξάγονται κι ἐφέτος, τὸ ἀποψινὸ ἀφιέρωμα στὸν μακαριστὸ π. Ἀνανία Κουστένη εἶναι χρέος ὀφειλετικὸ στὸν Γέροντα ποὺ μὲ τὶς ὁμιλίες του, καὶ ὄχι μόνο, ὠφέλησε πολλοὺς χριστιανούς. Χαρακτήρισε μεγάλη εὐλογία τὸ γεγονὸς ὅτι ὁμιλητὴς εἶναι ὁ π. Σιλουανός, ὁ ὁποῖος ἔζησε ἀπὸ πολὺ κοντὰ τὸν π. Ἀνανία γιὰ πολλὲς δεκαετίες. Στὴν συνέχεια παρουσίασε τὸν ὁμιλητὴ στὸ ἀκροατἠριο καὶ ἀφοῦ ἀναφέρθηκε στοὺς παλαιοὺς δεσμοὺς ποὺ τὸν συνδέουν μὲ τὸν π. Σιλουανό, τοῦ παραχώρησε τὸ βῆμα.
Λαμβάνοντας τὸν λόγο ὁ π. Σιλουανὸς εὐχαρίστησε τὸν π. Θεμιστοκλῆ γιὰ τὴν πρόσκληση καὶ ἐπαίνεσε τὸ πνευματικὸ ἔργο ποὺ ἐπιτελεῖται στὴν ἐνορία του Ἁγ. Ἐλευθερίου χαρακτηρίζοντάς την ὑποδειγματικὴ ἐνορία.
Ξεκινώντας τὴν ὁμιλία του ἐπεσήμανε ὅτι εἶναι δύσκολο τὸ ἐγχείρημα νὰ μιλήσει γιὰ τὸν π. Ἀνανία, διότι ὁ ἴδιος ἔκρυβε τὸν ἑαυτό του. Ἦταν ὅλος ἀγάπη. Ἀγάπη στὸν Θεὸ καὶ στὸν ἀδελφό. «Ἐγὼ δὲν κάνω τίποτε», ἔλεγε. «Ἡ ἀγάπη εἶναι νὰ τοὺς μιλάω στὴ γλῶσσα τους». Καὶ πράγματι ἐπικοινωνοῦσε μὲ ὅλους, ὁποιασδήποτε ἡλικίας, μορφώσεως, ἐπαγγέλματος στὴν «γλῶσα» ποὺ ὁ καθένας καταλάβαινε. «Ἡ ἀγάπη εἶναι πρεσβευτὴς καλῆς θέλησης «, ἔλεγε.
Ὁ π. Ἀνανίας δὲν ξεχνοῦσε τὴν ταπεινή του καταγωγή. Γεννήθηκε σὲ δύσκολη ἐποχή, στὸ τέλος τῆς κατοχῆς, σὲ συνθῆκες μεγάλης φτώχειας καὶ δυσκολίας. Αὐτὰ ὅμως συνέβαλαν ὥστε νὰ σκληραγωγηθεῖ ὁ Γέροντας. Ἀπὸ τοὺς γονεῖς του ἔμαθε τὴν φιλοξενία, τὴν ἀγάπη στὴν πατρίδα καὶ στοὺς ἀνθρώπους. Τοὺς γονεῖς του δὲν τοὺς ἄφησε ποτέ. Κάθε Σάββατο τοὺς ἐπισκεπτόταν καὶ τοὺς στήριζε μὲ ὅ, τι μποροῦσε.
Ὁ Γέροντας ἀγαποῦσε τὰ γράμματα. Μετὰ τὸ Δημοτικὸ πῆγε στὸ Γυμνάσιο στὴν Δημητσάνα κάνοντας πορεία μιάμισης ὥρας γιὰ νὰ φτάσει στὸ σχολεῖο. Ὡς μαθητὴς ἔκανε δωρεὰν φροντιστήριο στοὺς μαθητὲς τῶν μικροτέρων τάξεων. Ὅταν ἦταν στὴν ΣΤ΄ τάξη τοῦ 6ταξίου Γυμνασίου, γιὰ ἕνα ἑξάμηνο τὸ σχολεῖο δὲν εἶχε θεολόγο καθηγητή. Τότε ὁ Γυμνασιάρχης ἀνέθεσε σὲ ἐκεῖνον νὰ διδάσκει τὸ μάθημα τῶν θρησκευτικῶν στὶς μικρότερες τάξεις.
Τελειώνοντας τὸ Γυμνάσιο ἤθελε νὰ σπουδάσει στὴν Φιλοσοφική. Χρήματα ὅμως δὲν ὑπῆρχαν καὶ δὲν ἤθελε νὰ ἐπιβαρύνει τοὺς γονεῖς του. Ἀποφασίζει νὰ φοιτήσει στὴν Ἐκκλησιαστικὴ Σχολὴ Καλαμάτας, ὅπου οἱ σπουδὲς ἦταν δωρεάν. Μετὰ τὸ πέρας τῶν σπουδῶν του πῆγε στὴν Μονὴ Προδρόμου, ὅπου καὶ ἔγινε μοναχὸς μὲ τὸ ὄνομα Ἀνανίας. Ἀκολούθησε ἡ χειροτονία του πρῶτα εἰς διάκονο καὶ κατόπιν εἰς πρεσβύτερον. Ὑπηρέτησε ὡς κληρικὸς στὴν Δημητσάνα καὶ τὸ 1974 πῆγε στὴν Θεολογικὴ Σχολή. Οἱ σπουδές του ἦταν κοπιώδεις, διότι ἀναγκαζόταν κάθε Σάββατο νὰ πηγαίνει στὴν Δημητσάνα, γιατὶ ὁ Δεσπότης δὲν τοῦ ἐπέτρεπε νὰ μένει στὴν Ἀθήνα, καὶ τὴν Κυριακὴ τὸ βράδυ ἐπέστρεφε στὴν Ἀθήνα. Ἐξ αἰτίας αὐτοῦ ὁ Γἐροντας ἔπαθε ὑπερκόπωση.
Ἡ ἀνιδιοτελὴς ἀγάπη του, τὸ ἀφιλοχρήματο, ἡ μόρφωσή του καὶ τὰ ποικίλα χαρίσματά του κίνησαν τὸν φθόνο ἐναντίον του. Ἡ κατάσταση ἦταν ἀνυπόφορη. Ζήτησε χαρτὶ ἀπὸ τὸν Μητροπολίτη γιὰ νὰ φύγει κι ἐπειδὴ ὁ Μητροπολίτης ἀρνήθηκε, ἔφυγε μόνος του, πρᾶγμα ποὺ τοῦ δημιούργησε προβλήματα. Ἔρχεται στὴν Ἀθήνα καὶ σπουδάζει στὴν Φιλοσοφική. Ἐγκαθίσταται στὰ Ἐξάρχεια, σ’ ἕνα μικρὸ κελλάκι, ὅπου ἔμεινε μέχρι τὸ τέλος.
Στὸν καιρὸ τῆς μεγάλης δοκιμασίας του συνάντησε τὸν Ἅγιο Πορφύριο, ὁ ὁποῖος τὸν ἀνάπαυσε λέγοντάς του: «Ὁ Θεὸς σὲ ξερίζωσε ἀπὸ ἐκεῖ (ἐνν. τὴν Δημητσάνα) γιὰ νὰ σὲ φέρει στὴν Ἀθήνα, νὰ ὠφελήσεις περισσότερον κόσμο». Ἰδιαίτερα τὸν εὐχαρίστησε ἡ πρόρρηση τοῦ Ἁγίου ὅτι θὰ ἐπανέλθει στὴν Ἐκκλησία. Ὁ Ἅγιος τοῦ προεῖπε ὅτι στὸ μέλλον θὰ γράψει, πρᾶγμα ποὺ ὁ π. Ἀνανίας δὲν σκεφτόταν. Πράγματι, τυπώθηκαν πάνω ἀπὸ 60 βιβλία του. Ἐπίσης, μὲ ἀπόφαση τῆς Συνόδου καὶ τοῦ Προέδρου τῆς Δημοκρατίας, ὁ π. Ἀνανίας ἐπανῆλθε στὴν Ἐκκλησία καὶ τοποθετήθηκε ἀρχικὰ στὸν Ἅγ. Ἀνδρέα Πετραλώνων καὶ κατόπιν στὸν Ἅγ. Νεκτάριο Ἐξαρχείων. Στὸν Ἅγιο Νεκτάριο λειτουργοῦσε καθημερινὰ 5-6 π.μ. Κάθε Τετάρτη ἔκανε παράκληση καὶ στὴν συνέχεια κήρυγμα. Τὰ κηρύγματά του αὐτὰ δόθηκαν στὸν ραδιοφωνικὸ σταθμὸ τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἀφοῦ πείσθηκε μὲ μεγάλη δυσκολία.
Ὁ π. Ἀνανίας ἤθελε νὰ τσαλακώνει τὸν ἑαυτό του, γι’ αὐτὸ καὶ παρουσιαζόταν ἐξωτερικὰ ἀτημέλητος. Εἶχε ὅμως καὶ διάκριση. Ἤξερε τί νὰ πεῖ στὸν καθένα τὴν στιγμὴ ποὺ μποροῦσε νὰ τὸ ἀντέξει. Ἡ ζωή του ἦταν δύσκολη, ἀλλὰ πῆρε καὶ μεγάλες χαρές. Οἱ χαρές του ἦταν οἱ θεῖες Λειτουργίες, τὰ κηρύγματα καὶ ὅταν ἔβλεπε ὅτι ὁ σπόρος ποὺ ἔσπειρε καρποφοροῦσε. Θεωροῦσε ὅτι ὁ χριστιανὸς δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ μὴν εἶναι χαρούμενος, ἐφόσον εἶναι μὲ τὸν Χριστό, «μὲ τὴν ἀγάπη μας, μὲ τὸν ἔρωτά μας», ὅπως ἔλεγε.
Ὁ π. Ἀνανίας διαχειριζόταν μὲ πολλὴ σοβαρότητα καὶ ὑπευθυνότητα τὸ κήρυγμα. Ὁ ἴδιος ἔλεγε ὅτι «τὰ 2/3 τοῦ χρόνου προετοιμασίας γιὰ τὸ κήρυγμα καὶ τὸ 1/3 διάβασμα».
Ἦταν ἐπίσης καὶ μεγάλος πατριώτης. Στὶς ὁμιλίες του μιλοῦσε γιὰ τὴν πατρίδα καὶ τοὺς ἥρωες ποὺ θυσιάστηκαν γιὰ τὴν ἐλευθερία τῆς πατρίδας. Στοὺς ἥρωες διάβαζε τρισάγιο καὶ στὴν ἐπέτειο τοῦ θανάτου τοῦ Κολοκοτρώνη πήγαινε μὲ λουλούδια στὸν τάφο του καὶ διάβαζε τρισάγιο.
Ἀγαποῦσε πολὺ τοὺς κληρικούς. Πολλοὶ κληρικοὶ ὅλων τῶν βαθμίδων καὶ μοναχοὶ τὸν ἐπισκέπτονταν καὶ ἐξομολογοῦνταν. Ὁ π. Ἀνανίας βοήθησε πολὺ σὲ δύσκολα ἐκκλησιαστικὰ θέματα.
Στὸ σημεῖο αὐτὸ ὁ π. Σιλουανὸς ἔκλεισε τὴν ὁμιλία του εὐχαριστώντας ἄλλη μιὰ φορὰ τὸν π. Θεμιστοκλῆ συγχαίροντάς τον γιὰ τὸ ἔργο τῆς ἐνορίας.
Οἱ ἐκδηλώσεις τῆς ἡμέρας ἔκλεισαν μὲ τὸ Μικρὸ Ἀπόδειπνο μετὰ Χαιρετισμῶν στὴν Ὑπεραγία Θεοτόκο καὶ τὴν μονολόγιστη εὐχή.



































