Σήμερα, αγαπητοί μου αδελφοί, η αγία μας Εκκλησία τίμα και γεραίρει τη μνήμη ενός μεγάλου οσίου και ασκητή, του θεοφόρου πατρός ημών Ευθυμίου.
 
Γεννήθηκε στα χρόνια του αυτοκράτορα Γρατιανού στη Μελιτινή της Αρμενίας από ευγενείς και ευσεβείς χριστιανούς γονείς τον Παύλο και τη Διονυσία.
 
Υπήρξεν ο όσιος καρπός και γόνος προοευχής, γιατί η στείρα Διονυσία υστέρα από πολυχρόνια ευχή και μετά από ουράνια αγγελική πληροφορία τον εγέννησε σαν άλλο Πρόδρομο και Βαπτιστή.
 
Ευθύμιος ωνομάστηκεν ο όσιος, γιατί ο Άγγελος πού τη γέννησί του προανήγγειλε «ευθυμείν τοις γεννήτορσιν υπέρ γονής δεομένοις» διέταξε. Γι΄ αυτό και στο Θεό από τους γονείς του αφιερώθηκε.
 
Νεαρότατος έμεινεν ορφανός από πατέρα.
 
Η δε ευσεβής του μητέρα το εμπιστεύτηκε στα πατρικά και στιβαρά χέρια του Επισκόπου της Μελιτινής Ευτρωΐου, ο όποιος και τον παρέλαβεν υπό την προστασία του και τον εχειροτόνησε Διάκονο της τοπικής Εκκλησίας του.
 
Διακρίθηκε τόσο πολύ στα ιερά γράμματα ο Ευθύμιος ώστε «πάντας τους κατ’ αυτόν ασκήσει και ταις προς αρετήν επιδόσεσι υπερβαλών αναγκάζεται την του Πρεσβυτέρου χειροτονίαν λαβείν, και των ιερών ασκητηρίων και Μοναστηριών την επιμέλειαν δέξασθαι».
 
Ω ικανότης και γνώσις, ω δύναμις και επιτηδειότης! Νεότατος, περίπου εικοσιπέντε χρονών, έγινεν επόπτης και επιμελητής των ιερών ασκητηρίων και Μονών όλης της επισκοπής της Μελιτινής.
 
Άλλ’ ο φιλόθεος Ευθύμιος φλεγόταν από θείον ερωτά και ζήλον ένθεο και ιερό να εύρη και να συνάντηση το Θεό «ενώπιος ενωπίω» με εντονότερη άσκησι και πιότερην απομόνωσι.
 
Έφυγε λοιπόν 29 χρονών από τη Μελιτινή και έφθασε στα Ιεροσόλυμα, οπού κατασκήνωσεν, όπως η «φιλέρημος τριγών», μέσα στη σπηλιά σ’ ένα βουνό, μαζί με τον όσιο Θεόκτιστο.
 
Άλλα κι’ εδώ η μόνωσι ήταν πράγμα δύσκολο κι όχι κατορθωτό. Πλήθη αρρώστων έφθασαν μέχρις εδώ νια να λάβουν ίασι των σωματικών τους ασθενειών και πράγματι ο άγιος «χαλεπών νοσημάτων πολλούς απήλλαξε».
 
Τετρακόσιους μάλιστα ξένους και περαστικούς στο ασκητήριό του εφιλοξένησε και με λίγα ψωμάκια, πού είχε, όλων τα στομάχια εχόρτασε, μιμούμενος το θαύμα του Χριστού πού τους πεντακισχιλίους με πέντε άρτους και δυο ιχθύες εχόρτασε. Πολλές γυναίκες άτεκνες και στείρες, όπως ήταν τότε και η μητέρα του, «δι’ ευχής ευτέκνους και γονίμους απέδειξε».
 
Όπως δε πάλιν άλλοτε ο θεσβίτης και πυρφόρος Προφήτης Ηλίας, τους καταρράχτες του ουρανού άνοιξε και επότισε τη γη πού πολλά χρόνια διψούσε και από ακαρπία έπασχε.
 
Και πάλιν, όπως άλλοτε τον Ισραήλ, πύρινος στύλος «δι’  όλης της νυκτός» μέσα στην έρημο συνώδευε και σταθερά τους έδειχνε την πορεία προς τη γη των Πατέρων, έτσι και ο όσιος και άγιος και αγνός λειτουργός του Υψίστου Ευθύμιος όταν λειτουργούσε πύρινος στύλος από τον ουρανό κατέβαινε και τον παρέστεκε μέχρι πού έπαιρνε τέλος η αγία αναφορά και η αναίμακτη θυσία.
 
Είχεν ακόμη και προορατικό χάρισμα και τη μεγάλη αρετή της διακρίσεως.
 
Ένα Μοναχό, πού όλοι τον είχαν για αγνό, έβλεπεν ο όσιος, άγγελος Κυρίου να τον ταλανίζη και με «τριόδοντα» να του αποσπά την ψυχή, γιατί στην πραγματικότητα ήταν ακόλαστος κι’ αμαρτωλός, άκουγε δε συγχρόνως τη φωνή του αγγέλου να του αποκαλύπτη «τα κρυπτά της αισχύνης» του Μονάχου.
 
Όταν πάλι επρόσφερε τα τίμια δώρα «εις βρώσιν και πόσιν τοις πιστοίς» εδιάβαζε μέσα στην καρδιά και τα μάτια των προσερχόμενων την αγνότητα, ή ρυπαρότητα, την αξιότητα ή την αναξιότητα των κοινωνούντων.
 
Και όμως για όλα του δαύτα τα χαρίσματα, για τα υπέροχα του και καταπληκτικά θαύματα καθόλου δεν υπερηφανευόταν, αλλά ταπεινωνόταν και ήταν και φαινόταν «ευπρεπής, τον τρόπον απλούς, την ηλικίαν ευσταλής και σεμνός» κατά τον ιερό Συναξαριστή.
 
Τι να ειπούμε τώρα αδελφοί; Ημπορούμε να ζυγίσωμε την πίστι και την αρετή, την προσφορά και τη θυσία του μεγάλου Ασκητή.
 
Συνήθως, εμείς οι άνθρωποι του 20ου αιώνα, δεν σιγκινούμεθα από το βίο και τον τρόπο, από την αφιέρωσι και την άσκησι των ιερών της έρημου προσώπων.
 
Πιθηκιστικά επαναλαμβάναμε· «εχρεωκόπησεν ο Μοναχισμός, είναι πια σήμερα αναχρονισμός», και τρομάζομεν όταν ακούσωμεν ότι κάποιος ή κάποια — αδιάφορο ποιος — θέλει να γίνη μοναχός.
 
Ο όσιος Ευθύμιος «τας φροντίδας του βίου απαρνησάμενος, και Αγγέλων τον βίον αναλαβόμενος, εγκράτεια την ψυχήν κατελάμπρυνε, και θαυμάτων εκ Θεού χάριν εδέξατο».
 
Εμείς μέσα στον κόσμο βολοδέρναμε. Τις ηδονές συνήθως θηρεύομε την κοσμική ζωή προτιμούμε, μέσα στις μικρότητες και τις κακίες του κόσμου παλεύομε και στο τέλος ερείπια κοινωνικά, ναυάγια ψυχικά, περιφρονημένοι και εγκατελειμμένοι από γυναίκα άσπλαγχνη και αγνώμονα παιδιά, στο Γηροκομείο καταλήγομε.
 
Αδελφοί μου αγαπητοί, ο Κύριος μιλώντας για την παρθενία και τον βίο τον ασκητικό, είπε: «Ου πάντες χωρούσι τον λόγον τούτον, άλλ’ οις δέδοται». Λοιπόν, αποκλείεται να γίνουν όλοι οι άνθρωποι Μοναχοί ή άγαμοι κληρικοί. Άλλα και σεις μην εμποδίζετε τους λίγους «οις δέδοται» το χάρισμα και η κλήσι, από του να πραγματώσουν τον υψηλό και ευγενή τους σκοπό. Αντίθετα μάλιστα να τους ενθαρρύνετε και θα έχετε τον όσιο Ευθύμιο υπέρμαχο και βοηθό. Αμήν.
 
Απολυτίκιον. Ηχος δ’.
 
Εύφραίνου έρημος η ου τίκτουσα, ευθύμησον η ουκ ωδίνουσα ότι επλήθυνέ σοι τέκνα,
ανήρ επιθυμιών των του Πνεύματος, ευσεβείς φυτεύσας, εγκράτεια, εκθρέψας, εις αρετών τελειότητα. Ταις αυτού ικεσίας, Χριστέ ο Θεός, σώσον τας ψυχάς ημών.
Καθηγουμένου Ι. Μ. Αγίου Ιγνατίου – Λειμώνος Λέσβου, από το βιβλίο του «Εορτοδρόμιον»

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.

Δείτε Επίσης