Ἡ ὤρα κύλησε γοργά… κυλᾶ γοργά, ὅπως τὸ ποταμάκι… λὲς καὶ βιάζεται νὰ φτάσει· νὰ φτάσει ποῦ;

Καὶ ἡ πόλη, στὸ σκοτάδι καὶ πάλι…!

Ἔσβησαν τὰ φῶτα…! τί ἀπέμεινε πιά!(;) ἀπέμειναν οἱ σκέψεις…!

Ὁ οὐρανὸς γέμισε μαῦρα σύννεφα… Προμηνύεται καταιγίδα… Ἆραγε, εἴμαστε ἕτοιμοι…; καὶ οἱ πρῶτες σταλαματιὲς ἄρχισαν νὰ κυλοῦν στὸ ζαρωμένο πρόσωπο…!

Πάντα μ’ ἀρέσει νὰ περπατῶ μὲς τὴ βροχή… ἔτσι, κανεὶς δὲν μπορεῖ νὰ μὲ δεῖ ποὺ κλαίω…!

Κοιτάξτε, φίλοι μου, γύρω σας…!  Κοιτάξτε… κοιτάξτε τὰ λουλούδια…! Κοιτάξτε τὰ ἀμπέλια, πῶς δακρύζουν…! Κοιτάξτε, πῶς κυλοῦν τὰ δάκρυά τους…!

Ὤωω! Δίχως τοῦτα τὰ δάκρυα, ὅλα θὰ ἦταν νεκρά…!

Εἶναι δάκρυα ζωῆς, Θεέ μου…! Ἐσὺ μᾶς τὰ δίδαξες ὅλα…! Ἐσὺ μᾶς τὰ ἔδωσες ὅλα…! ἐσύ, Θεέ μου… ἐσύ…!!!

Ὅσο πικρὰ καὶ ἂν εἶναι τὰ δάκρυα, δὲν τὰ φοβᾶμαι…! εἶναι ξέσπασμα ψυχῆς… γιατί, αὐτοὶ ποὺ δὲν κλαῖνε ποτέ, εἶναι γεμάτοι δάκρυα… δάκρυα πονεμένα!!!

Ὅποιος δὲν δάκρυσε, γιὰ κάτι ποὺ ἡ ψυχή του πόθησε ἀπελπισμένα… τότε, δὲν ἔχει νιώσει τὴν καρδιά του νὰ χτυπᾶ… νὰ χτυπᾶ ἀληθινά… νὰ χτυπᾶ γιὰ τὴν ἀλήθεια… νὰ χτυπᾶ γιὰ σὲ Θεέ μου…!

«Τὰ μάτια, φίλοι μου, δὲν βλέπουν καλὰ τὸ Θεό, παρὰ μόνο, μέσα ἀπὸ δάκρυα!!!» (Βίκτωρ Οὐγκώ)

Στοχαστής