(1856 -1860, Ε ΄ ΜΕΡΟΣ)

Aρχιμ.  Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)

Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Το πρώτο έγγραφο με το οποίο θα ασχοληθούμε σήμερα, έρχεται από το Φρουραρχείο της Ναυπλίας, το οποίο το αποστέλλει στο Υπουργείο των Στρατιωτικών. Στο έγγραφο αυτό, αναφέρεται ότι ο Ιερέας Δημήτριος Αθανασίου, ο οποίος κάλυπτε τις ανάγκες της Φρουράς, διορίστηκε εφημέριος Παλαμηδίου, με μηνιαίο μισθό εξήντα δραχμές. Με την υπ’ αριθμό  3731/8/10/1856, υπουργική απόφαση, παύτηκε από Στρατιωτικός Ιερέας αναιτίως, και αντικαταστάθηκε από τον Ιερέα Δημήτριο Κουμαριανό, με μηνιαίο μισθό εκατό δραχμές.

Το έγγραφο αυτό συντάχθηκε και στάλθηκε στο Υπουργείο, προφανώς μετά την παύση και αντικατάσταση  του Ιερέως από την Φρουρά και όπως τονίζεται χωρίς λόγο. Το έγγραφο αυτό μπορεί να συντάχθηκε, προκειμένου να υπερασπιστούν ή και να συμπαρασταθούν, στον Ιερέα τους, αν και δεν υπήρξε πρόβλημα, αφού διορίστηκε ως Εφημέριος σε κάποια ενορία στο Παλαμήδι. Στο έγγραφο αυτό, επίσης τονίζεται ότι ο απομακρυνθείς Ιερέας, καθ’ όλη την διάρκεια της παραμονής του στη Φρουρά, αλλά και κατά την ενάσκηση των καθηκόντων του, ήταν πάρα πολύ τυπικός και σωστός, έχοντας την απαιτούμενη ιερατική ευπρέπεια και αξιοπρέπεια, όπως χαρακτηριστικά καταγράφει ο συντάκτης του εγγράφου, εκφράζοντας έτσι όχι μόνο την δική του άποψη, αλλά και του συνόλου.

Στις 16 Αυγούστου 1856, ο Ιερέας Πλάτωνας, συντάσσει και αποστέλλει αναφορά προς τον  Συνταγματάρχη του Συντάγματος στο οποίο ανήκε. Η αναφορά αυτή, είχε ως θέμα  : «Περί προσβληθείσης της υπολήψεως μου». Σε αυτή την αναφορά, καταγράφει ένα γεγονός το οποίο συνέβη μεταξύ του ιδίου και του Νομάρχου Ακαρνανίας και ζητούσε να αποκατασταθεί η τιμή και η υπόληψή του, ως αξιωματικού, αλλά και ως Ιερέως. Αυτό όπως θα δούμε και στη συνέχεια ζητούσε και το Σύνταγμα από το Υπουργείο, σε ανάλογο έγγραφο το οποίο απέστειλε, καταθέτοντας την θέση του.

Ο Ιερέας Πλάτωνας, ανέφερε ότι τον κάλεσαν να συμμετέχει σε μια επιτροπή που εξέταζε μαθητές. Πήγαινε κανονικά σε αυτή την επιτροπή, αλλά την  τρίτη ημέρα καθυστέρησε να προσέλθει, λόγω άλλων υποχρεώσεων της υπηρεσίας του. Τότε ο Νομάρχης άρχισε να τον βρίζει. Ο Ιερέας απήντησε, αλλά ο Νομάρχης: «με περισσότερον οργίλον τρόπον τον έβρισεν». Σημειώνει στην αναφορά του ο θιγόμενος κληρικός, ότι ο τρόπος του Νομάρχη μπροστά σε τόσο κόσμο, τον προσέβαλε πάρα πολύ, αφού δεν σεβάστηκε το ιερατικό του σχήμα, αλλά ούτε τον σεβάστηκε και σαν Αξιωματικό, αφού αποτελούσε ένα μέρος του Συντάγματος. Τελειώνοντας την αναφορά του, ζητούσε από την υπηρεσία να ενεργήσει όπως έπρεπε και να προβεί στις απαιτούμενες ενέργειες, προκειμένου να αποκατασταθεί η θέση και η υπόληψή του, αφού αυτό το περιστατικό έγινε γνωστό σε ολόκληρη την πόλη, μέσα από την παρουσία μαρτύρων που υπήρξαν την ώρα του συμβάντος.

Στη συνέχεια, λαμβάνοντας το Σύνταγμα την αναφορά του Ιερέως του, αποστέλλει έγγραφο, όπου επισυνάπτεται η αναφορά του και καταγράφει και αυτό με την σειρά του το γεγονός το οποίο διημείφθη, μεταξύ του Πλάτωνος και του Νομάρχου. Το 3ο  Σύνταγμα Πεζικού, στις 18 Αυγούστου 1856, αναφέρει ότι ο Νομάρχης έβρισε ενώπιον πολυπληθούς ακροατηρίου τον Ιερέα, με ανήκουστες εκφράσεις. Σημειώνει ο Διοικητής του Συντάγματος, που συντάσσει αυτό το έγγραφο, ότι αν κάτι τέτοιο έκανε κάποιος άλλος άνθρωπος ιδιώτης, θα κινδύνευε να δικαστεί και θα εφαρμόζονταν επ’ αυτού, οι Νόμοι κανονικά, χωρίς καμία επιείκεια. Τώρα επειδή αυτή την πράξη την έκανε ο Νομάρχης, μπορεί να διαφύγει λόγω της ιδιότητας του, την ποινική καταδίκη.

Αυτό,  όπως στην συνέχεια τονίζεται στο έγγραφο αυτό, αποτελεί μία αδικία, αλλά και έλλειψη απόδοσης της δικαιοσύνης, αφού έτσι δεν κρίνεται η πράξη και κατά πόσο είναι επιλήψιμη, αλλά το πρόσωπο και η θέση του. Ζητά από το Υπουργείο των Στρατιωτικών, που αποστέλλει το έγγραφο αυτό, να ζητήσει από το αρμόδιο Υπουργείο να επιληφθεί επί του θέματος και να αποδοθούν οι ευθύνες εκεί που ανήκουν. Είναι πολύ ωραίο, να δούμε αυτολεξεί τι ζητά το Σύνταγμα από το Υπουργείο. Αναφέρει ότι : « αν το αρμόδιον υπουργείον δεν ευαρεστηθεί να μας δόσει την ανήκουσαν ικανοποίησιν θέλομεν ευρεθή εις την δυσάρεστον ανάγκην του να διακόψωμεν πάσαν μετά του κυρίου τούτου σχέσιν της κατ’ εθιμοτάξιν τας απαιτούμενας μεταξύ αρχών Διοικητικών και Στρατιωτικών αβροφροσύνης».

Μετά τα ανωτέρω έγγραφα, προφανώς το Υπουργείο απέστειλε ολόκληρη την αλληλογραφία προς το Υπουργείο των Εσωτερικών, γιατί στις 10 Σεπτεμβρίου 1856, ο Νομάρχης Ακαρνανίας αποστέλλει αναφορά προς το Υπουργείο των Εσωτερικών, με την οποία κατηγορεί τον Ιερέα  Πλάτωνα. Μετά την λήψη της αναφοράς του Νομάρχου, το Εσωτερικών την αποστέλλει στο Στρατιωτικών, προκειμένου να λάβει γνώση των θέσεων και της άλλης πλευράς. Πρέπει να σημειώσουμε στο σημείο αυτό, ότι στο έγγραφο το οποίο απέστειλε το Υπουργείο των Εσωτερικών, αναφέρει ότι τα καταγγελλόμενα, δεν έχουν: «έλλογων βάσιν».

Το Στρατιωτικών  με τη σειρά του, αποστέλλει το συγκεκριμένο έγγραφο, στο 3ο Σύνταγμα Πεζικού, εκεί δηλαδή που ανήκε οργανικά ο Ιερέας Πλάτωνας, προκειμένου να έχει και την θέση της Διοικήσεώς του, επί των αναγραφομένων σε αυτό. Το 3ο Σύνταγμα, λαμβάνοντας το έγγραφο του Υπουργείου, συντάσσει το δικό του έγγραφο, στις 4 Οκτωβρίου 1856 και το αποστέλλει στο Στρατιωτικών και αυτό με τη σειρά του, στις 15 Οκτωβρίου 1856, θέτει το θέμα στο αρχείο. Έτσι έληξε η υπόθεση αυτή, μέσα από την αλληλογραφία την οποία παρουσιάσαμε, χωρίς να ξέρουμε εάν και εφ’ όσον έγινε κάτι περισσότερο, από την πλευρά του Νομάρχου προς τον Ιερέα ή προς το Σύνταγμα στο οποίο ανήκε, ώστε να λυθεί η οποιαδήποτε παρεξήγηση και παρεκτροπή που σημειώθηκε, αποκαθιστώντας την υπόληψη του θιγόμενου προσώπου.

Πάντως πρέπει να σημειώσουμε, ότι στην σωζόμενη και ερευνώμενη αυτή πηγή, δεν υπάρχει κανένα έγγραφο που να παραδόθηκε προς το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών ή και απ’ ευθείας στην Ιερά Σύνοδο, ώστε να τοποθετηθεί και το ανώτατο εκκλησιαστικό όργανο επί του θέματος αυτού. Προφανώς δεν θα χρειάστηκε, διότι όπως δείχνουν τα στοιχεία ο Ιερέας Πλάτωνας σε καμία περίπτωση δεν έφταιγε και δεν έπραξε κάτι το επιλήψιμό, μέσα από παραλείψεις ή λάθη που ενδεχομένως να έκανε κατ’ επανάληψη.

Απεναντίας  η άλλη πλευρά, όπως φαίνεται, έκανε κατάχρηση της εξουσίας και της θέσεως την οποία κατείχε, προβαίνοντας σε πράξεις και εκφέροντας εκφράσεις, που δεν αρμόζουν σε δημόσια πρόσωπα, που καλούνται να δίνουν το παράδειγμα προς τους πολίτες, τους οποίους καλούν πολλές φορές μέσα από τα λόγια, τις προτροπές και τις εξαγγελίες τους, να συμβάλλουν στην διατήρηση της τάξεως και να συμμορφώνονται στους Νόμους και τις διατάξεις που ισχύουν.  Αυτό  δυστυχώς συμβαίνει και στις μέρες μας και το βλέπουμε συχνά. Αυτή η στάση όπως καταγράφεται στο έγγραφο αυτό και όπως κάποιες φορές την συναντούμε και εμείς στις ημέρες μας, θα πρέπει να μας θλίβει, να μας στεναχωρεί, αλλά και να μας προβληματίζει.

Στη συνέχεια συναντούμε ένα έγγραφο που αποστέλλεται προς το Φρουραρχείο των Αθηνών, με ημερομηνία, 1 Νοεμβρίου 1856. Στο έγγραφο αυτό, καλείται το  Φρουραρχείο να ενημερώσει το διαμένοντα στην Αθήνα Στρατιωτικό Ιερέα του 1ου Τάγματος, να μεταβεί στη θέση του, προκειμένου να αναλάβει την διακονία του και πάλι. Αν δεν πράξει αυτό, τότε θα κρατείται ένα μέρος του μισθού του, προκειμένου να δίνεται στον Ιερέα της Στυλίδας  που θα εκτελεί εκείνος την θρησκευτική υπηρεσία του Τάγματος.

Ο Ιερέας του 1ου Τάγματος των Ακροβολιστών, Αρχιμανδρίτης Μπάρκας, έλαβε γνώση του εγγράφου αυτού και στις 6 Νοεμβρίου 1856, αποστέλλει προς το Φρουραρχείο των Αθηνών αναφορά, στην οποία αναφέρει, ότι επειδή δεν είχε διεκπεραιώσει ακόμα τις προσωπικές του υποθέσεις, ήταν υποχρεωμένος ακόμα να διαμένει στην Αθήνα.  Δέχεται να κρατείται από το μισθό του το ποσό των δέκα δραχμών, προκειμένου να δίνεται στον Ιερέα της Στυλίδας, ο οποίος και τον αντικαθιστούσε κατά την διάρκεια της απουσίας του, από την οργανική του θέση, εκτελώντας τα θρησκευτικά καθήκοντα του Τάγματος, χωρίς να δημιουργείται  κανένα πρόβλημα και χωρίς να φαίνεται το  κενό, μέσα από την απουσία του Ιερέως.

Την απάντηση αυτή την αποστέλλει το Φρουραρχείο στο Υπουργείο και εκείνο με τη σειρά του, στις  9 Νοεμβρίου 1856, απευθυνόμενο στο Φρουραρχείο της Στυλίδας, του γνωστοποιεί, διατάσσοντάς το, να χορηγεί στον Ιερέα της Στυλίδας μηνιαίως, το ποσό των δέκα δραχμών κρατώντας το από το μισθό του Στρατιωτικού Ιερέως.

Τα προβλήματα δεν σταματούν και καλείται η υπηρεσία, όχι απρόσωπα, αλλά εξετάζοντας την κάθε περίπτωση ξεχωριστά, να τοποθετηθεί, προκειμένου να θεραπεύσει τα τραύματα τα οποία έρχονταν να πλήξουν την αποστολή και το έργο το οποίο επιτελείτο στο Στρατό. Έτσι στις 22 Δεκεμβρίου 1856, ο Ιερέας Δημήτριος Κουμαριανός, καταθέτει μια αναφορά προς το  Φρουραρχείο του Ναυπλίου, ζητώντας λόγω της κλονισμένης υγείας του, δύο μήνες αναρρωτική άδεια και αλλαγή κλίματος. Επίσης επισυνάπτει μαζί με την αναφορά του και μια ιατρική γνωμοδότηση από τον ιατρό της Φρουράς.

Πράγματι το επόμενο έγγραφο που συναντούμε, είναι μια «ιατρική ένδειξις», όπως τιτλοφορείται, με ημερομηνία 22 Δεκεμβρίου 1856. Αυτό το έγγραφο προήλθε ύστερα από προσωπική απαίτηση του ενδιαφερομένου κληρικού, προκειμένου να το καταθέσει μαζί με την αναφορά του. Στη γνωμοδότηση αυτή αναφέρεται ότι ο Ιερέας Δημήτριος πάσχει από χρόνιο βρογχικό άσμα, ενοχλούμενος από χρόνιες ρευματικές παθήσεις και ιδίως στα κάτω άκρα. Η προχωρημένη του ηλικία, η εξασθενημένη του  σωματική δύναμη, καθώς επίσης και η υγρασία που είχε η περιοχή, τον καθιστούσε ανίκανο να εκτελέσει τα ποιμαντικά του καθήκοντα. Έτσι η «ιατρική ένδειξις», συνηγορούσε στο αίτημα του Ιερέως, προκειμένου να του χορηγηθεί η άδεια που ζητούσε, χωρίς όμως να αναφέρεται πουθενά, όταν θα επέστρεφε, αν θα μπορούσε να εκτελεί την υπηρεσία του ή το πρόβλημα θα συνεχιζόταν να υφίσταται.

Μετά τα ανωτέρω, το Φρουραρχείο του Ναυπλίου, στις 26 Δεκεμβρίου 1856, απευθυνόμενο προς το Υπουργείο των Στρατιωτικών, αναφέρει την κατάσταση την οποία αντιμετώπιζε ο Ιερέας τους, εξαιτίας των προβλημάτων υγείας, καταθέτοντας την αναφορά του, αλλά και την ιατρική γνωμοδότηση, ζητώντας να εγκριθεί η άδεια που ζητούσε. Όπως θα δούμε στο επόμενο άρθρο μας η άδεια αυτή πρέπει να χορηγήθηκε και αυτό το συμπεραίνουμε μέσα από ένα άλλο έγγραφο που θα παρουσιάσουμε και  που υπάρχει στον επόμενο φάκελο με τον οποίο θα ασχοληθούμε και ξεκινάει και το επόμενο έτος 1857.

Συνεχίζεται {81}