ΚΩΝ/ΝΟΣ ΓΑΛΛΟΣ
 
Ἡ σημασία τῆς Ἐκκλησίας ὡς φορέως τῆς Παιδείας καί ἡ συμβολή της στήν ἀνάπτυξη τῶν Φυσικῶν Ἐπιστημῶν
 
Ἡ περίοδος τῆς Τουρκοκρατίας εἶναι γιά τό Ἑλληνικό Ἔθνος πηγή ζωντανῶν παραδειγμάτων ἤθους καί μεγαλουργίας. Παρά τίς γνωστές ἐθνικές συμφορές, τό ψυχικό ἄλγος καί τίς ταπεινώσεις, ἀπετέλεσε τήν ἀρχή τῆς κυοφορίας ἑνός νέου μοντέλου κοινωνικῆς, ἠθικῆς καί πνευματικῆς ζωῆς. Τό Ἔθνος μας ὀφείλει πολλά στήν Παιδεία τῆς ἐποχῆς τῆς Τουρκοκρατίας. Εἶναι κοινός τόπος σήμερα ὅτι ἡ Παιδεία κατά τούς ζοφερούς ἐκείνους καιρούς συνετέλεσε οὐσιαστικά στή διατήρηση τῶν ἐθνικῶν μας παραδόσεων καί ἰδανικῶν, στήν τόνωση τῆς θρησκευτικῆς πίστεως, στήν παγίωση τῆς Ἐθνικῆς συνειδήσεως. Δέν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ὑπῆρξε τό ὅπλο ἐκεῖνο μέ τό ὁποῖο τό «δυστυχές γένος» τῶν Ἑλλήνων – καθώς λέει κάπου ὁ Ματθαῖος Καμαριώτης, ὁ πρῶτος διδάσκαλος, διευθυντής τῆς Μεγάλης τοῦ Γένους Σχολῆς – στάθηκε ὄρθιο.
 
Ἡ Παιδεία ἐνίσχυσε τό ἀγωνιστικό ἦθος τοῦ μαχόμενου Ἑλληνικοῦ λαοῦ καί ἔχουσα ὡς κύριους ἰδεολογικούς ἄξονες τήν Πίστη καί τήν Πατρίδα – ἄς θυμηθοῦμε τό ὑψηλόπνοο ἐκεῖνο ὅραμα «Ἐμπρός γιά τοῦ Χριστοῦ τήν πίστη τήν ἁγία καί τῆς Πατρίδος τήν Ἐλευθερίαν» – ἔδωσε φτερά ὄχι μόνο στόν ἀγώνα τῆς Ἐθνικῆς ἀποκαταστάσεως καί ἐλευθερίας, ἀλλά καί προσέφερε τά μέγιστα γιά τήν ἐξασφάλιση τῶν ὅρων τῆς προόδου καί τῆς εὐημερίας.
 
Ποτέ δέν θά πρέπει νά διαφύγει ἀπό τήν μνήμη μας τό γεγονός ὅτι τά θεμέλια γιά τήν ἀποτελεσματική προπαρασκευή τοῦ Ἔθνους εἰς τόν ὑπέρ τῆς ἀνεξαρτησίας ἀγώνα του, ἔθεσαν οἱ ἐμπνευσμένοι διδάχοι τοῦ Γένους, οἱ ὁποῖοι ἵδρυσαν μέ τήν φωτεινή ἐποπτεία τῆς Ἐθναρχεύουσας Ἐκκλησίας – τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου – τά σχολεῖα τοῦ ὑποδούλου Ἑλληνισμοῦ. Γι’ αὐτό ἀκριβῶς εἶναι ἐπιτακτική ἡ ἀνάγκη νά γνωρίζουμε σ’ ὅλες του τίς πτυχές τό ἔργο τῶν σχολείων ἐκείνων κατά τήν ἐποχή τῆς Ὀθωμανικῆς Κυριαρχίας.
 
Ὅταν «ὅλα τἄσκιαζε ἡ φοβέρα» τῆς περιόδου τοῦ ζόφου τῆς Ὀθωμανικῆς Τυρρανίας ἡ πίστη ἔκαμε θαύματα. Καί ἡ Παιδεία πού τή θέρμαινε βεβαίως ἡ Πίστη. Παιδεία και Ἐκκλησία ἦσαν τό δίδυμο ὅπλο, πού ὅπλισε τό χλωμό χέρι σκλάβων πεινασμένων γιά τό χτύπημα μιᾶς ὁλόκληρης αὐτοκρατορίας. Αὐτή ἦταν ἡ δύναμη, πού γιγαντώθηκε καί κατάφερε τό λυτρωτικό χτύπημα, περνώντας ἀπό μιά μυστική κατεργασία (τήν ἔκαμε ἡ Ἐκκλησία) πού ἀκούει στό ὄνομα Παιδεία.
 
Ἡ Ἑλληνική Ἐλευθερία πρίν ὑλοποιηθεῖ πέρασε μέσα ἀπό τά κυοφορούμενα στίς ὀδύνες τῆς σκλαβιᾶς σχολεῖα. Τά σχολεῖα τῆς Τουρκοκρατίας, τά ὁποῖα ὀργάνωσε ἡ Ἐκκλησία καί τά ἐνέπνεε ἡ Πίστη καί ἡ λαχτάρα τῆς Ἐθνικῆς ἀποκατάστασης, εἶναι μιά ζωντανή πραγματικότητα. Ἐλάχιστα κατά τούς δύο πρώτους μετά τήν ἅλωση τῆς Κων/λεως αἰῶνες, αὐξήθηκαν ἀργότερα γιά νά ἀποτελέσουν τόν 17ο καί 18ο αἰώνα τούς φάρους γιά τόν ξεσηκωμό τοῦ Γένους καί τήν πραγμάτωση τῶν Ἐθνικῶν πόθων.
 
Δέν ἔχει δίκηο ὁ Μάρτιν Κρούσιος, ὅπως σωστά ἐπισημαίνει ὁ Στῆβεν Ράνσιμαν, οὔτε καί ὁ P. KIPPER, οἱ ὁποῖοι ὑποστήριξαν ὅτι ἡ Παιδεία κατά τήν περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας ὁριστικῶς ἐξέλιπε ἀπ’ τήν Ἑλλάδα. Ἄδικα ἰσχυρίστηκαν ὅτι οἱ Ἕλληνες ἔναντι ἄλλων λαῶν τῆς Βαλκανικῆς, ὅπως οἱ Σέρβοι καί οἱ Βούλγαροι, δέν ἐσημείωσαν σημαντική ἐξέλιξη «ἐξ ἰδίας ἐνοχῆς».
 
Κατά τήν περίοδο ἀπό τά μέσα τοῦ ΙΣΤ´ αἰῶνος καί μετά, ἔχομε μία πρώτη ἀφύπνιση σέ ὅ,τι ἀφορᾶ τήν πνευματική συγκρότηση τοῦ ὑποδούλου γένους, ἡ ὁποία ἔγινε κάτω ἀπό τήν ἐποπτεία τῆς Ἐκκλησίας. Τότε ἱδρύονται μέ προοδευτικό ρυθμό πολλά κοινά λεγόμενα σχολεῖα (SCHOLAE TRIVIALES), Μουσεῖα, Ἀκαδημίες, Ἑλληνομουσεῖα καί βλασταίνει ἔτσι ὁ σπόρος γιά τήν Ἐθνική αὐτοσυνειδησία.
 
Μετά τήν ἅλωση βεβαίως ἡ κατάσταση εἶναι ζοφερή. Ὁπωσδήποτε ἡ πνευματική κίνηση δέν εἶχε τελείως ἀτονήσει. Καί σ’ αὐτόν ἀκόμη τόν ΙΕ´ αἰώνα καί σ’ ὅλη τήν περίοδο τοῦ ΙΣΤ´ καί ΙΖ´ αἰῶνος διακρίνουμε ἀρκετές προσπάθειες ὑπό τήν ἐπίβλεψη καί τήν ἐνεργό συμπαράσταση τῆς Ἐκκλησίας γιά νά μήν ἐκλείψη παντελῶς τό πνευματικό φῶς.
 
Μέ τήν πάροδο τοῦ χρόνου ἐνισχύεται ἡ προσπάθεια γιά τήν ἐξάπλωση τῆς Παιδείας, ἕως ὅτου φθάνουμε στίς ἀρχές τοῦ 18ου αἰῶνος, ὅπου παρατηροῦμε δειλά-δειλά στήν ἀρχή, ἀλλά μετέπειτα μέ ταχύτητα τήν ἀνάπτυξη ὄχι μόνο τῆς Θεολογίας καί τῆς Φιλολογίας, ἀλλά καί τῶν Ἐπιστημῶν θετικῆς κατευθύνσεως. Εἶναι τό λυκαυγές, ὅπως πολύ σωστά παρατηρεῖ ὁ μεγάλος Ἱστορικός τῆς Ἐκκλησίας Μανουήλ Γεδεών, τῆς πνευματικῆς κινήσεως μέ σημαντική ὤθηση τῶν Ἐπιστημῶν, ὤθηση τήν ὁποία πραγματοποιοῦν μέ ἀξιοπαρατήρητη σύμπνοια λόγιοι, (μεγάλο ποσοστό ἀπ’ αὐτούς διαπρεπεῖς Κληρικοί), ἔμποροι καί Φαναριῶτες μέ μεγάλη οἰκονομική ἐπιφάνεια. Ἤδη στίς ἀρχές τοῦ 17ου αἰῶνος παρατηρεῖται στήν Εὐρώπη ἔκρηξη τοῦ ἐπιστημονικοῦ πνεύματος, ἀλλά καί τοῦ φιλοσοφικοῦ στοχασμοῦ. Ἀναπτύσσονται οἱ Φυσικές Ἐπιστῆμες, κυρίως, ἡ Ἰατρική, ἡ Χημεία, ἡ Φυσική, ἀλλά καί ἡ Νομική, ἡ Κλασσική παιδεία, ἡ Ἀρχαιολογία καί ἡ Φιλολογία.
 
Ἡ ἄνθηση τῶν νέων ἰδεῶν καί τῆς προόδου, γενικῶς, τῶν ἐπιστημῶν, ὅπως ἐπίσης καί οἱ ἰδέες τοῦ Γαλλικοῦ διαφωτισμοῦ, εἰσάγονται καί στήν Ἑλλάδα ἀπό τίς ἀρχές τοῦ 18ου αἰῶνος, ἀφοῦ ἐν τῷ μεταξύ πολλοί Ἕλληνες σπουδαστές, μεταξύ τῶν ὁποίων πάρα πολλοί κληρικοί, διευρύνουν τό πεδίο τῶν πνευματικῶν τους ὁριζόντων στά Πανεπιστήμια τῆς Βενετίας, τῆς Πάδουας, τῆς Βιέννης κ.ἄ.
 
Ἡ βαθμιαία αὐτή ἀναγέννηση τῆς Ἑλληνικῆς Παιδείας πού ὡδήγησε στό διαφωτισμό τοῦ 18ου αἰῶνος συνεχίστηκε καί ἕως τίς πρῶτες δεκαετηρίδες τοῦ 19ου αἰῶνος. Κατά τήν περίοδο αὐτή παρατηρεῖ κανείς ὅτι στά νεοϊδρυθέντα σχολεῖα, ἐκτός ἀπό τήν βελτίωση τῶν γραμματικῶν σπουδῶν, οἱ μαθητές εἰσάγονται στό πνεῦμα τῶν Φυσικῶν Ἐπιστημῶν. Στίς νεοϊδρυθεῖσες Ἑλληνικές ἐφημερίδες, ὅπως ὁ «Λόγιος Ἑρμῆς», δημοσιεύονται πρωτότυπες ἐπιστημονικές πραγματεῖες, ἐνῶ γίνονται πλῆθος μεταφράσεις Εὐρωπαϊκῶν ἐπιστημονικῶν μελετῶν.
 
Πρωτοπόρος αὐτῆς τῆς ἀνθήσεως τῶν Φυσικῶν Ἐπιστημῶν, ἀλλά καί εἰσηγητής τοῦ διαφωτισμοῦ, ὁ διαπρεπής Κληρικός καί λόγιος Εὐγένιος Βούλγαρις (1716-1806), ὁ ὁποῖος τό 1776 ἐξέδωσε στή Λειψία τό ἔργο του, «Ἡ λογική ἐκ παλαιῶν τε καί νεωτέρων συνερανεισθεῖσα», ἐνῶ θά πρέπει νά ἀναφέρομε ὡς σπουδαίους ἐκπροσώπους στήν περίοδο τοῦ Νεοελληνικοῦ διαφωτισμοῦ τοῦ 18ου αἰῶνος, τόν Νικηφόρο Θεοτόκη (1736-1804), τόν Βενιαμίν τόν Λέσβιον (1762-1824), τόν Δωρόθεο Πρώϊο, τόν Ἰγνάτιο Οὐγγροβλαχίας κ.ἄ. Κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ἀναδείχθηκαν ἀληθεῖς πανεπιστήμονες καί συνετέλεσαν οὐσιαστικά καί καίρια στήν ἄνθηση τῶν Θετικῶν Ἐπιστημῶν. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις ἔγραψε στήν σχολή τοῦ Ἄθω ὅπου ἐδίδαξε, κατά μίμηση τοῦ Πλάτωνος, τήν ἀκόλουθη ἐπιγραφή: «Γεωμετρήσων εἰσίτω, οὐ κωλύω τῷ μή θέλοντι συζηγήσω τάς θύρας».
 
Ἐνδεικτική ἐξ ἄλλου τῶν ζυμώσεων καί τῶν διεργασιῶν στό χῶρο τῶν Φυσικῶν Ἐπιστημῶν εἶναι ἡ Γεωμετρική λεγομένη ἔρις, ἡ ὁποία ἀναπτύσσεται μέσα στό χῶρο τῆς Ἐκκλησίας. Ἀποδεικνύει κατά τρόπον ἀναμφισβήτητο τήν πρωταρχική συμβολή τῆς Ἐκκλησίας στίς Ἐπιστημονικές ἀναζητήσεις τῆς ἐποχῆς. Ὅπως ἀναφέρει ὁ Κ. Σάθας, «ἐγεννήθη ἡ γνωστή ἔρις Εὐγενίου Βουλγάρεως καί Μπαλάνου. Διότι ὁ τελευταῖος, ἔμπειρος πολύ τῆς στοιχειώδους γεωμετρίας ὤν, ἀλλ’ ἀγνοῶν τάς ὑψηλοτέρας μαθηματικάς ἐννοίας, ἐνόμισε ὅτι ἔλυσε τό περίφημο πρόβλημα δύο εὐθειῶν δοθεισῶν ἀναλόγους εὐρεῖν κατά συνεχῆ γεωμετρικήν ἀναλογίαν τήν λύσιν τοῦ προβλήματος ἔστειλε εἰς τάς ἀκαδημίας τῆς Εὐρώπης χωρίς νά κοινολογήσει τι εἰς τόν ἀντίζηλόν του, Εὐγένιον. Οἱ μαθηταί τοῦ Μπαλάνου, Ζερβούλης καί Γεώργιος τήν ἐξέδωκαν διά τύπου εἰς Βενετίαν (1755) καί ὁ Βούλγαρις λαβών εἰς τήν Ἀθήνα τό βιβλιάριον ἀπό τόν Τρύφωνα (1755) δι’ ἐπιστολῆς του πρός τόν πέμψαντα ἀνήρεσε τήν λύσιν μέ νεανικήν φιλοτιμίαν σφοδρότερον τοῦ δέοντος». Κατά τήν περίοδο 1700-1820, ὅπως σημειώνει ὁ Ἱστορικός – ἐρευνητής Γ. Καρρᾶς, σέ σύνολο 33.512 χειρογράφων ὅλων τῶν Ἐπιστημῶν, τά 4466 εἶναι τοῦ 18ου αἰῶνος καί τά 915 τῶν δύο πρώτων δεκαετιῶν τοῦ 19ου αἰῶνα.
 
Σημαντικός ἀριθμός ἀπό τά παραπάνω χειρόγραφα μελετῶνται ἰδιαιτέρως ἀπό διαπρεπεῖς Κληρικούς, οἱ ὁποῖοι ὑπηρετοῦν εὐδοκίμως τόσο τήν Ἐκκλησία ὅσο καί τήν Παιδεία. Ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης, τυπώνει τά «Στοιχεῖα τῆς Φυσικῆς», «λυπούμενος τούς μαθητές του καί ἔχων ἀδιαλείπτως πρό ὀφθαλμῶν» ὅπως γράφει, «τό ἐπίμοχθον καί ἐργῶδες τῆς ἀντιγραφῆς». Ὁ Μπαλάνος Κοσμᾶς, τυπώνει τά Μαθηματικά του, ἐνῶ ὁ Ἰώσηπος Μοισιόδας τυπώνει τήν θεωρία τῆς Γεωγραφίας. Ὁ Βενιαμίν ὁ Λέσβιος, ἐξ ἄλλου, πρωτοστατεῖ στήν πρώθηση τῶν Φυσικῶν Ἐπιστημῶν καί διακηρύσσει: «Ὅπου πρόοδος Ἐπιστημῶν ἐκεῖ πλοῦτος καί δύναμις, καί ὅπου λείπουν αἱ τέχναι καί ἐπιστῆμαι, ἐκεῖ ἀθλιότης καί δυστυχία».
 
Ὁ «Ἑρμῆς ὁ Λόγιος», περιοδικό τό ὁποῖο πρωτοστατεῖ στήν ἀνάπτυξη τοῦ ἐπιστημονικοῦ Πνεύματος κατά τήν διάρκεια τῆς 2ας δεκαετίας τοῦ 19ου αἰῶνος, θεωρεῖ ἀπαραίτητο νά διαθέτουν οἱ Ἑλληνόπαιδες γνώσεις Γεωμετρίας, Ἀριθμητικῆς, Γεωγραφίας, Ἰατρικῆς καί Χημείας, γνώσεις ἀπαραίτητες στήν καθημερινή ζωή, παράλληλα μέ τήν ἀνάγκη ἐμμονῆς στήν πίστη καί τήν Ὀρθόδοξη παράδοση τοῦ Γένους.
 
Εἶναι φανερό ὅτι βρισκόμαστε μπροστά σ’ ἕνα ὀργασμό ἐπιστημονικῶν διεργασιῶν, ὅπως ὑπογραμμίζει ὁ Ἱστορικός Κων/νος Παπαρρηγόπουλος, δέν παρήγαγε κανένα ἀξιόλογο ἔργο τέχνης, ἀφοῦ προεῖχε ὅπως ἦταν φυσικό σ’ αὐτή τήν ἱστορική περίοδο, ἡ θεμελίωση πρακτικῶν ὑποδομῶν, οἱ ὁποῖες θά παρεῖχαν τήν ἄνεση στό ἀπώτερο μέλλον γιά τήν ὁλόπλευρη καλλιέργεια τῆς τέχνης. Λέει σχετικῶς ὁ ἐθνικός μας Ἱστορικός: «… Ἀληθῆ προϊόντα τοῦ πνευματικοῦ βίου εἶναι τά φιλολογικά, τά ἐπιστημονικά, τά τεχνικά ἔργα. Καί ὅτι ἡ μέν τέχνη οὐδέν παρήγαγεν ἔργον ἰδιοφυές, μνήμης ἄξιον κατά τήν περίοδον ταύτην τοῦ πνευματικοῦ βίου ἡμῶν, δέν ἔχομεν χρείαν νά τό βεβαιώσωμεν…».
 
Ὁ Βενιαμίν ὁ Λέσβιος, διακεκριμένος Μαθηματικός καί ἀστρονόμος, Κληρικός, ἐνστερνίζεται τά μηνύματα τῶν νέων καιρῶν καί ἐργάζεται μέ θερμό ζῆλο γιά τήν μεταλαμπάδευση τῶν κανούργιων γνώσεων θετικῆς κατευθύνσεως στούς Ἑλληνόπαιδες, πού τόσο εἶναι ἀναγκαῖες. Ὑποστηρίζει τήν μεγάλη ἀξία τῆς Ὀρθόδοξης παράδοσης, ἐνῶ παράλληλα σαλπίζει μέ τό κῦρος τῆς Ἐπιστημονικῆς του μεγάλης κατάρτισης, ὅτι «ἔχομεν βιβλίων νεωτέρων χρείαν, ταῦτα δέ εἶναι Φυσικῆς Πραγματίας, Χημικῆς καί Μαθηματικῆς, ὅσα δηλ. ἀνεφάνησαν ἀπό τοῦ 1805 μέχρι τῆς σήμερον».
 
Ἡ Ἐκκλησία μπροστά σ’ αὐτήν τήν πραγματικότητα τῆς νέας παιδείας καί τῶν ὀξυμένων ἀναγκῶν γιά τήν ἀποκατάσταση τῆς ἐλευθερίας καί τῆς ὑλοποίησης τῶν Ἐθνικῶν πόθων, ἀξιοποίησε τίς ὑπάρχουσες συνθῆκες καί ἐκτός ἀπό ἐλάχιστες ἐξαιρέσεις, τήρησε μέ σοφία καί σύνεση στάση αὐστηρῆς προσηλώσεως εἰς τό ὅραμα τῶν Ἐθνικῶν στόχων.
 
Κατά τόν Καθηγητή Βλ. Φειδᾶ, ἡ Παιδεία «δέν ἦταν αὐτοτελής σκοπός, γιατί λειτουργοῦσε ὡς μυστική μυσταγωγία γιά τήν διαφύλαξη καί τήν ἐνίσχυση τῆς Ἐθνικῆς αὐτοσυνειδησίας καί ἐλπίδας». Ἡ ἀρνητική κριτική μερικῶν μελετητῶν εἰς ὅ,τι ἀφορᾶ τήν ἐπιφυλακτική στάση τῆς Ἐκκλησίας μπροστά στήν ἀθρόα εἴσοδο τῶν νέων Εὐρωπαϊκῶν ἰδεῶν, οἱ ὁποῖες προπαγανδίζουν τήν ἀνάπτυξη τῆς Ἐπιστήμης σέ βάρος συνήθως τῆς ἠθικῆς καί τοῦ παραδοσιακοῦ πνεύματος, εἶναι ἐσφαλμένη. Ἡ Ἐκκλησία, φορέας τοῦ αὐθεντικοῦ πνεύματος τῆς Ἀνατολικῆς Χριστιανοσύνης, ὑπό τήν ἔννοια τῆς συντηρήσεως τῶν βιωμένων, ὑψηλῶν ἀληθειῶν οἱ ὁποῖες ἀπορρέουν ἀπό τήν Ὀρθόδοξη παράδοση, τήρησε ἐν μέσω ποικίλων δυσχερειῶν καί λειτουργικῶν ἐλλείψεων, στάση αὐστηρῆς προσηλώσεως πρός τίς Καθολικές ἀξίες τῆς Χριστιανικῆς πίστεως, ἀλλά καί μέ σύνεση συνετάχθη μέ τούς ἀληθινούς σκαπανεῖς τῆς ἐπιστημονικῆς σκέψεως. Κατά τήν διάρκεια τῆς σκληρῆς ἐκείνης διαμάχης, «εἰς τόν τάραχον ἐκεῖνον τῶν παθῶν μεταξύ τῶν παλαιοφιλοσόφων καί νεοεπιστημόνων, μεταξύ σχολαστικῶν λογιωτάτων φανατικῶν καί ἐπιστημόνων καί μαθηματικῶν ἀθέων μή νηστευόντων», ὅπως ἀναφέρει ὁ Μ. Γεδεών, οἱ ἀρχές τῆς Γαλλικῆς ἐπαναστάσεως ἐπέδραμαν γιά νά κατακλύσουν χώρους οἱ ὁποῖοι ἐβίωσαν ἄλλη πνευματική παράδοση. Οἱ ἰδέες τοῦ Ρουσσώ καί ἰδιαίτερα τοῦ Βολταίρου ἔθεταν σέ κίνδυνο δόγματα ἰσχυρά καί ἀμετακίνητα καί ἡ Ἐκκλησία εἶναι ἀλήθεια ὅτι βρέθηκε ἐν μέσῳ τρικυμίας, τῆς ὁποίας τά κύματα τῶν ἀθέων καί δοκησισόφων ἔριξαν τό σκάφος της σέ σοβαρή δοκιμασία. «Οὕτως ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία τῆς Ἀνατολῆς ἐν τέλει τοῦ παρελθόντος αἰῶνος», γράφει ὁ αὐτός, Μ. Γεδεών, «αὐστηράν ἐξενεγκοῦσα κρίσιν κατά τῆς νέας φιλοσοφίας… οὔτε κατεδίκασε τόν Χριστόδουλον τόν ἐλευθέρως φιλοσοφοῦντα, ἀφοῦ μήτε τόν Εὐγένιον κατεδίκασε προηγουμένως, μήτε τόν Τρύφωνα καί Ζαρζούλην, μήτε τόν Μοισιόδακα καί Θεοτόκην…., ἀλλά κατέκρινε τόν περί τά καίρια νοσήσαντα».
 
Ὁ διαφωτισμός, φαινόμενο τό ὁποῖο ἔκαμε ἔντονη τήν παρουσία του στά Εὐρωπαϊκά Ἔθνη καί ἰδίως στή Γαλλία μέ τούς Ἐγκυκλοπαιδιστές, διέβη τά σύνορα τοῦ ὑπόδουλου γένους, σέ ἐποχή σοβαρῆς οἰκονομικῆς ἀνθήσεως. Ἐπειδή ὅμως, ὅπως ἀναφέρουν οἱ Βλ. Φειδᾶς καί Ν. Ζαχαρόπουλος, ὁ διαφωτισμός συνδέθηκε στή Δύση μέ γεγονότα καί καταστάσεις ἀντιθρησκευτικές, ἦταν φυσικό μία συντηρητική ὁμάδα Ἑλλήνων λογίων καί Ἐκκλησιαστικῶν ἀνδρῶν γιά λόγους προληπτικούς, οἱ ὁποῖοι ἀναφέρονται στή διαφύλαξη τῆς ὑπαρκτικῆς γνησιότητος τοῦ πνεύματος τῆς Ὀρθοδοξίας, νά τηρήσουν ἐπιφυλακτική στάση ἤ καί ἐχθρική κάποτε πρός τό πνεῦμα καί τό κοινωνικό κλῖμα τό ὁποῖον καλλιεργοῦσε. Ἡ ἐπιφυλακτικότητα πάντως αὐτή δέν ἔχει σχέση πρός ἐχθρική στάση ἔναντι τῶν Φυσικῶν – Θετικῶν Ἐπιστημῶν, τῶν ὁποίων τήν γνήσια λειτουργία ὑποστήριξε ἡ Ἐκκλησία.
 
Δέν εἶναι ἀσφαλῶς μικρῆς σημασίας τό γεγονός ὅτι λόγιοι Κληρικοί, ἀναδείχθηκαν κορυφαῖοι ἐκπρόσωποι τῶν Θετικῶν Ἐπιστημῶν, ὄχι μόνο μέ τήν συγγραφή πρωτότυπων μελετῶν, ἀλλά καί μέ τήν μετάφραση ξένων σοβαρῶν ἐπιστημονικῶν ἐγχειριδίων, τή συγκέντρωση καί ἀντιγραφή τῶν χειρογράφων, τήν ταξινόμησή τους στίς βιβλιοθῆκες οἱ ὁποῖες σχηματίσθηκαν, ἀλλά καί μέ τήν ἐπιμέλεια τῶν ἐκδόσεων καί τόν σχολιασμό τους. Εἶναι τοῦτο ἕνα ἱστορικῆς σημασίας ἔργο τῆς Ἐκκλησίας καί ἐπίτευγμα, τό ὁποῖο κανένας δέν μπορεῖ νά παραθεωρήσει. Οἱ κατάλογοι τῶν βιβλίων τά ὁποῖα ἐκδόθηκαν τήν ἐποχή αὐτή μᾶς δίνουν ἐναργῆ εἰκόνα τῆς πρωταρχικῆς συμβολῆς τῆς Ἐκκλησίας εἰς τήν θεμελίωση τοῦ ἐπιστημονικοῦ πνεύματος καί τῆς καλλιέργειας εἰδικότερα ὅλων τῶν κλάδων τῆς ἀνθρώπινης γνώσεως.
 
Πάρα πολλοί ἐκκλησιαστικοί ἄνδρες, λόγιοι μέ βαθύτατη γνώση ὄχι μόνο τῶν θεωρητικῶν κλάδων, ἀλλά καί τῶν θετικῶν – φυσικῶν Ἐπιστημῶν, πρωτοστάτησαν σέ μία εὐγενῆ ἅμιλλα συγγραφῆς καί ἐκτυπώσεως, «ἰδίοις ἐξόδοις» συνηθέστατα γραπτῶν βοηθημάτων Χημείας, Ἀριθμητικῆς, Γεωμετρίας κ.ἄ. μαθημάτων. Εἶχαν ἀντιληφθεῖ ὅτι ἡ παροχή τῆς Παιδείας ἦταν δύσκολη, ἄν ὄχι ἀνέφικτη, χωρίς τήν ὕπαρξη τῶν ἐκπαιδευτικῶν βιβλίων. Γιά νά καλύψουν λοιπόν τίς αὐξανόμενες μέ τήν πάροδο τῶν χρόνων ἀνάγκες τοῦ ἀντικειμένου τῆς Παιδείας, ἐκπόνησαν μελέτες στά Μαθηματικά καί τή Γεωμετρία, ἀσχολήθηκαν μέ μεταφράσεις ξένων ἐγχειριδίων – φημισμένων Εὐρωπαίων ἐπιστημόνων – ἐνῶ μέ τή θαυμαστή πνευματική πολυμέρειά τους ἔγραψαν σπουδαῖες γιά τήν ἐποχή αὐτή μελέτες Ἱστορικοῦ, Φιλοσοφικοῦ, Ἰατρικοῦ, Ἀστρονομικοῦ, Νομοκανονικοῦ περιεχομένου!
 
Οἱ κατάλογοι τῶν βιβλίων, οἱ ὁποῖοι ἦλθαν στό φῶς τήν ἐποχή αὐτή τοῦ Ἑλληνικοῦ διαφωτισμοῦ, μᾶς προσφέρουν σαφῆ εἰκόνα τοῦ ὀργασμοῦ τῆς ἐπιστημονικῆς κινήσεως μέ πρωτεργάτες ἐπιφανεῖς ἐκκλησιαστικούς ἄνδρες. Τά ἔργα τοῦ E. Legrand, τοῦ Παπαδοπούλου – Βρεττοῦ Ἀνδρέου, τοῦ Γκίνη Μέξα, τοῦ Ἀ. Δημητρακοπούλου, ὅπως καί τά σχετικά εἰδικά ἄρθρα τοῦ Μανουήλ Γεδεών καί τοῦ Σωφρονίου Εὐστρατιάδου ἀποδεικνύουν τοῦ λόγου τό ἀσφαλές.
 
Τό φαινόμενο τῆς ἀναπτύξεως τῶν Θετικῶν – Φυσικῶν Ἐπιστημῶν κατά τόν ΙΗ´ αἰώνα ἀποτελεῖ τήν κορύφωση τῶν πνευματικῶν διεργασιῶν, οἱ ὁποῖες συντελοῦνται κατά τήν δύσκολη γιά τό ὑπόδουλο γένος περίοδο τῆς Τουρκοκρατίας. Ἡ ζοφερότητα τῶν καιρῶν μέ τήν ἔλλειψη τῆς ἐλευθερίας, τούς δυσμενεῖς ὑλικούς ὅρους ζωῆς καί τήν ἀπαιδευσία, δέν στάθηκαν σοβαρά, ἀνυπέρβλητα ἐμπόδια γιά τήν πνευματική καί Ἐθνική παλιγγενεσία. Ἡ Ἐκκλησία, φυσικός καί πνευματικός ποδηγέτης, διεδραμάτισε τόν σημαντικότερο ρόλο στήν προαγωγή τῶν Θετικῶν Ἐπιστημῶν καί γενικότερον εἰς τήν ἀνάπτυξιν τῆς Παιδείας. Οἱ λίγες ἐξαιρέσεις ἐπιφυλακτικῆς ἀποδοχῆς τοῦ νέου πνεύματος τῶν Φυσικῶν Ἐπιστημῶν ἐκ μέρους τῆς Ἐκκλησίας, ἁπλῶς ἐπιβεβαιώνουν τόν κανόνα. Ἡ ἐπιφυλακτικότητα αὐτή ἀναφέρεται στήν ἄκριτη εἰσαγωγή νέων τρόπων ζωῆς, οἱ ὁποῖοι ἀπειλοῦσαν τό ἦθος καί τήν ζῶσαν ἀλήθειαν τῆς Ἐκκλησίας. Εἶναι βαρύνουσα ἡ γνώμη τοῦ Μανουήλ Γεδεών ἐπί τοῦ προκειμένου. «Καιναί διδαχαί καί δόγματα ξενίζοντα ἐτάραττον τάς συνειδήσεις τῶν Ὀρθοδόξων Κληρικῶν, ἀλλ’ ὑπῆρχον λαϊκοί τινες λογιότατοι ζητήματα ἀναμοχλεύοντες, τήν ὀργήν τῆς Ἐκκλησίας ἀναρριπίζοντες, ἐκδίκησιν ἴσως πνέοντες ἐναντίον σοφῶν ἀνδρῶν, ὧν μετ’ ἀθυμίας ἔβλεπον τήν διανοητικήν ὑπεροχήν».
 
Ἦταν φυσικό στή νέα αὐτή πραγματικότητα, ὅπου σοβαρές ἀξίες διατελοῦσαν ὑπό ἀμφισβήτηση, ἡ Ἐκκλησία νά ἀντιδράσει. Ἤθελε ἡ πίστη νά παραμείνει ὡς ἡ δεσπόζουσα καί ἀκμαία πνευματική θωράκιση καί δύναμη, ἰδιαίτερα μάλιστα κατά τήν περίοδο αὐτή κατά τήν ὁποία ἡ ἐθνική ἀποκατάσταση προϋπέθετε βαθειά ὁμοψυχία, πνευματική ἑνότητα καί ἐγρήγορση, ὑψηλό ἠθικό φρόνημα, ἀρετές οἱ ὁποῖες πηγάζουν πρωτίστως ἀπό τήν πίστιν. Πολύ σωστά ἡ Ἐκκλησία ἐξήρτησε τήν ἀληθινή πρόοδο ἀπό τήν σφυρηλάτιση τοῦ πνεύματος τῆς πίστεως καί τῆς ἐλπίδος. Ὅταν δέν ἐθίγετο ἡ διαφύλαξή τους, πρόθυμα ἐρχόταν συνεπίκουρος τοῦ νέου ἐπιστημονικοῦ πνεύματος. Εἶχε συνείδηση τῆς μεγίστης σπουδαιότητος, τήν ὁποίαν ἐνέχει ἡ ἐν πίστει διεξαγωγή ἑνός ἐθνικοῦ ἀγῶνος. Οἱ ἰδέες γιά τήν αὐτόνομη θεώρηση τοῦ ἀνθρώπου καί τοῦ Κόσμου, τίς ὁποῖες διέδιδαν λόγιοι, οἱ ὁποῖοι εἶχαν σπουδάσει στήν Ἑσπερία, ἐφόβιζαν δικαιολογημένα τούς ποιμένες, οἱ ὁποῖοι ἀγωνίζονταν γιά τήν διαμόρφωση τοῦ προτύπου τοῦ Χριστιανοῦ ἀνθρώπου.
 
Ἄς παρακολουθήσουμε ὅμως καί πάλι τόν Μανουήλ Γεδεών. Ὑποστηρίζοντας τήν θέσιν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία προέβαλε ἄμυνα ὅταν διακυβεύονταν τό ὀρθόδοξο φρόνημα, νά κλονίζεται ἡ πίστη καί ἡ Χριστιανική συνείδηση λέγει: «Ἡ δέ καθ’ ἡμᾶς Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία ἐτήρησε συνετωτάτην στάσιν, οὔτε κατεδίκασε διά συνοδικῶν ἀναθεμάτων, αὐτόν ἔτι τόν Ἰώσηπο Μοισιόδακα, ὅστις ἐτόλμησεν ἐντός ἐκείνου τοῦ θηριώδους, οὕτως εἰπεῖν, ἀνταγωνισμοῦ τῶν τοῖς παντοπώλαις συμμαχούντων λογιωτάτων κατά τῶν νεοφιλοσόφων νά ἀποσπάση τόν κλῆρον» καί τήν ἱεράν παίδευσιν ἀπό τῆς συμμαχίας τῆς περιπατητικῆς φιλοσοφίας, ὅστις ἐτόλμησεν νά διδάξη καί νά γράψη πρωτάκουστον εἰς ἐκείνην τήν ἐποχήν ἄκουσμα καί λάλημα, «οὐχί ἡ Φραγγία, οὐχί ἡ νεωτερική Φιλοσοφία τό λοιπόν διαστρέφει, ἀλλά ἡ κενοφροσύνη ἰδιαιτάτως διαστρέφει καί κρημνίζει τόν ἄνθρωπον ἐν τῇ ἀθεΐᾳ».
 
Εἶναι δυνατόν ὁ Βενιαμίν ὁ Λέσβιος, ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις, ὁ Νικηφόρος Θεοτόκης κ.ἄ. νά ἀντιμετώπισαν ἀντιδράσεις καί μάλιστα μεταξύ τῶν παλαιῶν διδασκάλων καί λειτουργῶν τῆς Ἐκκλησίας, στήν εἰσαγωγή τῶν νέων ἰδεῶν, οἱ ὁποῖες θεμελίωσαν τίς Φυσικές Ἐπιστῆμες. Ὅμως οἱ ἀντιδράσεις αὐτές, ὅπως τοῦ Ἀθανασίου Παρίου, τοῦ Νικοδήμου Ἁγιορείτου, τοῦ Ἱερεμίου τοῦ Γ´ ἀπέβησαν ἐπ’ ὠφελείᾳ τοῦ πνεύματος, διότι εὐνόησαν τή δημιουργία ἑνός κλίματος πνευματικῆς διαπάλης, ἡ ὁποία προώθησε τήν ἄνθηση τῆς ἐπιστήμης.
 
Οἱ περισσότεροι ἀπ’ τούς διδασκάλους τῆς Ἐκκλησίας, κάτοχοι τῆς νεωτέρας εὐρωπαϊκῆς παιδείας, δέν ἔπαυαν νά διαδηλώνουν τήν πίστη τους στόν Χριστιανισμό καί τήν Ὀρθόδοξη παράδοση. Εἶχαν βαθειά συνείδηση ὅτι τά ἐπιτεύγματα τῶν ἐπιστημόνων δέν εἶναι δυνατόν νά θέσουν ὑπό ἀμφισβήτησιν τήν μεταφυσική οὐσία καί τό μυστηριακό – λυτρωτικό περιεχόμενο τῆς Ὀρθοδοξίας. Εἶναι χαρακτηριστικά τῆς ἀκλόνητης πίστης καί τῆς ἀφοσιώσεως στήν Ἐπιστήμη, τά ὅσα γράφει λίγους μῆνες πρό τῆς ἐπαναστάσεως τοῦ 1821, ὁ Βενιαμίν ὁ Λέσβιος σέ βιβλίο του μέ τίτλο «Γεωμετρία». «Ὡς φαίνεται ἡ Θεία Πρόνοια ηὐδόκησεν εἰς τόν ΙΘ´ αἰῶνα νά ἐπιστραφῶσιν αἱ Πιερίδαι Μοῦσαι εἰς τήν ἰδίαν αὐτῶν Πατρίδα καί νά ἔλθωσιν εἰς τόν Παρνασσόν. Καί τό φῶς εὐαγγελισθέν διά μεγάλης ἠοῦς, διεχύθη εἰς τήν ἀρχήν τοῦ παρόντος αἰῶνος καί διαχυθέν δέδωκε δύναμιν καί ἐνέργειαν εἰς τάς κινήσεις τῆς ζωῆς ἥτις ἦν ἀνύπαρκτος πρότερον».
 
Τό γένος ὀρθώθηκε γιά τήν ἀποτίναξη τῆς Ὀθωμανικῆς τυραννίας ὅταν ὡρίμασαν οἱ συνθῆκες, τίς ὁποῖες προετοίμασε μέ ἀγῶνες καί αἷμα ἡ Ἐκκλησία καί τά σχολεῖα τῆς σκλαβιᾶς. Ἔφτασε στή λύτρωση μέ τή φωτισμένη Παιδεία πού «ἀνέπνεε» στό θυσιαστικό κλίμα τῆς Μεγάλης τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησίας. Τοῦ Οἰκουμενικοῦ Πατριαρχείου.
 
Στήν Πόλη ὑπῆρξε πάντα – ἐπιβεβαίωση τῶν Ἐκκλησιαστικῶν προνομίων καί τῆς ἀνεκτικῆς στάσης τῶν Σουλτάνων σέ θέματα πνευματικά καί διοικητικά – δέν ἔπαυσε γιά πεντακόσια χρόνια νά λειτουργεῖ ἡ Πατριαρχική Ἀκαδημία, ἤ μέ τό μεταγενέστερο ὄνομά της, ἡ Μεγάλη τοῦ Γένους Σχολή. Ὑπῆρχαν ἀκόμη μερικά σχολεῖα κοινά, στοιχειώδη, πού ἀργότερα ἔγιναν ἀνωτέρου ἐπιπέδου, μερικά δέ ἀποτέλεσαν φάρους πνευματικῆς φωταγώγησης, ὅπως ἦσαν ἡ Πατμιάς Σχολή, ἡ περίφημη γιά τή δόξα καί τήν ἐκτίμηση πού τήν περιέβαλαν Εὐαγγελική Σχολή Σμύρνης (ἀπό ἐκεῖ ἐξῆλθε σειρά Θεολόγων καί Λογίων μεγάλης ὁλκῆς, πού ἄρδευσαν τή χέρσα ἑλληνική πνευματική γῆ) καί ἄλλες ἀξιόλογες σχολές, ὅπως ἡ σχολή τῶν Ἀμπελακίων, τοῦ Τυρνάβου, τῶν Σερβίων, τῆς Κοζάνης, ἡ δοξασμένη Ἀθωνιάς Σχολή κ.ἄ. Στά δύσκολα ἐκεῖνα χρόνια ὁ ρόλος τῆς Ἐκκλησίας ὑπῆρξε καθοριστικός στήν προσπάθεια γιά ἀπελευθέρωση. Ἡ ὅλη εὐθύνη γιά τήν Παιδεία βεβαίως ἐπήγαζε ἀπ’ τήν Ἐκκλησία. Ἡ Ἐκκλησία ἐχάραζε τό παιδαγωγικό πρόγραμμα, τροφοδοτοῦσε τά σχολεῖα μέ προσωπικό ἀπό τά καταρτισμένα στελέχη της καί ἐπωμίζονταν τά ἔξοδα ἀπό τίς προσόδους της. Ὁ δάσκαλος εἶναι τώρα ταυτόχρονα καί ἱερέας ἤ μοναχός. Ἀλλά καί ὁ λόγιος εἶναι, συνήθως, ταυτόχρονα μητροπολίτης ἤ Ἀρχιμανδρίτης. Ἐκκλησία, Παιδεία καί Λογοτεχνία ὑπηρετοῦνται ἀπ’ τούς ἴδιους Κληρικούς λειτουργούς. Στήν κορυφή ὅλων βεβαίως στέκεται ὁ Πατριάρχης. Εἶναι ἡ κεφαλή, ὁ φύσει καί θέσει ἀρχηγός τοῦ ὑπόδουλου καί διάσπαρτου Γένους.
 
Πρόκειται φυσικά γιά τόν Πατριάρχη τῆς Κων/λεως. Μιά – δυό φορές ὡστόσο, σέ σκοτεινές ὧρες τρόμου, τά ἡνία πέρασαν σιωπηρά στά Ἰεροσόλυμα, ἤ στήν Ἀλεξάνδρεια. Οἱ κοσμικοί δάσκαλοι καί λόγιοι ἦσαν κάτι σπάνιο, τούς πρώτους αἰῶνες τῆς σκλαβιᾶς. Τά ράσα εἶχαν μονοπωλήσει τή λογοτεχνία καί τά γράμματα, ἐγκαταβιώνοντας σ’ ἕνα μοναστήρι, ὅπου ὑπῆρχε ἡ δυνατότητα στούς κληρικούς νά προαχθοῦν πνευματικά καί νά ἀποτελέσουν τούς ταγούς, σέ μιά δεδομένη στιγμή πού θά ξεσποῦσε ἡ μεγάλη ἐθνικοαπελευθερωτική ἐπανάσταση.
 
Τό Οἰκουμενικό Πατριαρχεῖο εἶναι στήν κυριολεξία τῆς λέξεως Οἰκουμενικό. Ἕνα ὑποκατάστατο τῆς Βυζαντινῆς διοίκησης. Ἕνα ἐκκλησιαστικό κράτος πού ξεχειλίζει ἔξω ἀπό τά ὅρια τῆς αὐτοκρατορίας τῶν Ὀθωμανῶν. Ὄργανά του, ὅλοι ὅσους φώτισε μέ τήν Παιδεία. Οἱ λόγιοι καί οἱ διδάσκαλοι πού εἶναι ὅμως ταυτόχρονα καί ἱερωμένοι. Λογοτεχνία, Παιδεία καί Ἐκκλησία εἶναι ἔννοιες πού συνυφαίνονται καί ἀλληλοτροφοδοτοῦνται, ὑπηρετώντας τήν πίστη καί τό ἔθνος μέ τήν ἴδια ἀφοσίωση, ἀπό τήν ταπεινή βαθμίδα τοῦ μοναχοῦ ὥς τόν ὕψιστο θῶκο τοῦ Πρωθιεράρχη καί Πατριάρχη. Δύο περιόδους πνευματικῆς ἀναγέννησης γνώρισε ἡ σκλαβωμένη Ἑλλάδα, ὥσπου νά φθάσουμε στήν περίοδο τοῦ διαφωτισμοῦ. Καί τίς δύο ἔκαναν μεγάλοι τιτλοῦχοι, ἐνδεδυμένοι τά ράσα. Ἦταν ὁ Κύριλλος Λούκαρης τήν πρώτη, ὁ Εὐγένιος Βούλγαρις τή δεύτερη. Τό ἰδανικό τοῦ ἀρχαιοελληνικοῦ κάλλους, πού ἡ Ἐκκλησία εἶχε ταχθεῖ θεματοφύλακας, ἀναστέλλεται προσωρινά μπροστά στούς κινδύνους πού παρουσιάσθηκαν ἐν τῷ μεταξύ ἀπ’ τόν ἐκλατινισμό.
 
Ἡ πολεμική ὡρισμένων Ἱστορικῶν κατά τῆς Ἐκκλησίας γιά τό θέμα τῆς γλώσσας εἶναι ἄδικη, γιατί ἡ Ἐκκλησία πολέμησε «κατά τύπους» τή δημοτική, φοβούμενη τήν πνευματική ἀπομάκρυνση ἀπ’ τό ἀρχαῖο, «κλασσικό κάλλος». Κατ’ οὐσίαν ἐπέτρεψε ἐπίσημα τή χρήση της γιά νά φωτισθεῖ ὁ λαός. Ἀπό τήν Ἐκκλησία, σέ σημαντικό βαθμό, ἀπέρρευσε ἡ καλλιέργεια τῆς δημοτικῆς ὅσο καί ἄν φαίνεται παράξενο. Γιά τοῦ λόγου τό ἀσφαλές δέν ἔχουμε παρά νά ἐπικαλεσθοῦμε τό πλῆθος τῶν διδάχων της πού ἐμπνευσμένα κήρυξαν, καταλίποντας πλαστικά καί ὑποδειγματικά δείγματα δημοτικοῦ λόγου, ἐγγυώμενα τά δικαιώματά της. Ὅλη αὐτή ἡ πνευματική πανδαισία, πού φώτιζε τούς ραγιάδες καί τούς προετοίμασε συνειδητά νά σηκώσουν τό λάβαρο τῆς ἐπανάστασης, ἔγινε μέσα ἀπό ποικίλες δυσχέρειες καί δίνει τό μέτρο τῆς κολοσσιαίας – ἀληθινά – συνεισφορᾶς τῆς Ἐκκλησίας στόν ἀγῶνα τοῦ ’21. Ἡ ἐξόρμηση τοῦ 17ου αἰῶνα στοίχισε τρεῖς πατριάρχες κρεμασμένους. Ἀπό τίς δεκάδες πατριάρχες, πού ἐνθρονίστηκαν ἀπό τήν κατάλυση τοῦ Βυζαντίου ὥς τήν μεγάλη ὥρα τοῦ ’21, μόνο δέκα τρεῖς ἔκλεισαν ἤρεμα τά μάτια τους. Ὅλοι οἱ ἄλλοι ἑκατοντάδες Ἐπίσκοποι πέθαναν μαχαιρωμένοι, πνιγμένοι, ἐξόριστοι, φυλακισμένοι…
 
Αὐτό σά μιά δέουσα ἀπάντηση σέ ὡρισμένους σύγχρονους παραχαράκτες τῆς Ἱστορίας. «Κιβωτός τοῦ δούλου Γένους», ἡ Ἑλληνική Ἐκκλησία, ὅπως ἀναφέρει χαρακτηριστικά ὁ κορυφαῖος Ἱστορικός Κων/νος Παπαρρηγόπουλος, κράτησε ὅλο τό βάρος τῆς παιδείας, ἡ ὁποία φώτισε καί θέρμανε τούς ἐν «σκότει καί σκιᾷ θανάτου» εὑρισκομένους ραγιάδες. Συνετέλεσε καίρια καί καθοριστικά στήν ὑπόθεση τῆς ἀπελευθερώσεως. Πόσο δίκηο εἶχε ὁ Θεριανός ὅταν ἔλεγε: «…Ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία θέρμανε τά Ἑλληνικά γράμματα ἐν καιροῖς μεγίστοις καί χαλεπωτάτοις, ὅτι ὑπῆρξε τιθήνη, ἅμα καί σώτειρα ἐν ἡμέραις ἀθλιότητος καί δυστυχίας…».

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.