Του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως κ. Ιερεμία

Ακούσατε 2 ταύτα, πάντα τα έθνη, ενωτίσασθε πάντες οι κατοικούντες την οικουμένην, 3 οι τε γηγενείς και οι υιοί των ανθρώπων, επί το αυτό πλούσιος και πένης. 4 Το στόμα μου λαλήσει σοφίαν και η μελέτη της καρδίας μου σύνεσιν· 5 κλινώ εις παραβολήν το ούς μου, ανοίξω εν ψαλτηρίω το πρόβλημά μου. 6 Ινατί φοβούμαι εν ημέρα πονηρά; η ανομία της πτέρνης μου κυκλώσει με. 7 Οι πεποιθότες επί τη δυνάμει αυτών και επί τω πλήθει του πλούτου αυτών καυχώμενοι, 8 αδελφός ου λυτρούται, λυτρώσεται άνθρωπος; ου δώσει τω Θεώ εξίλασμα εαυτού 9 και την τιμήν της λυτρώσεως της ψυχής αυτού. Και εκοπίασεν εις τον αιώνα 10 και ζήσεται εις τέλος· ουκ όψεται καταφθοράν, 11 όταν ίδη σοφούς αποθνήσκοντας.

Επί το αυτό άφρων και άνους απολούνται και καταλείψουσιν αλλοτρίοις τον πλούτον αυτών, 12 και οι τάφοι αυτών οικίαι αυτών εις τον αιώνα, σκηνώματα αυτών εις γενεάν και γενεάν. Επεκαλέσαντο τα ονόματα αυτών επί των γαιών αυτών. 13 Και άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς. 14 Αύτη η οδός αυτών σκάνδαλον αυτοίς, και μετά ταύτα εν τω στόματι αυτών ευδοκήσουσι. (διάψαλμα).

15 Ως πρόβατα εν άδη έθεντο, θάνατος ποιμανεί αυτούς· και κατακυριεύσουσιν αυτών οι ευθείς το πρωΐ, και η βοήθεια αυτών παλαιωθήσεται εν τω άδη, εκ της δόξης αυτών εξώσθησαν. 16 Πλην ο Θεός λυτρώσεται την ψυχήν μου εκ χειρός άδου, όταν λαμβάνη με. (διάψαλμα). 17 Μη φοβού, όταν πλουτήση άνθρωπος και όταν πληθυνθή η δόξα του οίκου αυτού· 18 ότι ουκ εν τω αποθνήσκειν αυτόν λήψεται τα πάντα, ουδέ συγκαταβήσεται αυτώ η δόξα αυτού. 19 Οτι η ψυχή αυτού εν τη ζωή αυτού ευλογηθήσεται· εξομολογήσεταί σοι, όταν αγαθύνης αυτώ. 20 Εισελεύσεται έως γενεάς πατέρων αυτού, έως αιώνος ουκ όψεται φως. 21 Και άνθρωπος εν τιμή ων ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς.

1. Ο 48ος ψαλμός είναι δύσκολος στην ερμηνεία του, αλλά και αυτή η έκφρασή του είναι δυσνόητη. Θα προσπαθήσουμε να δώσουμε το νόημα των στίχων του. Γενικά λέγουμε ότι ο συνθέτης του ψαλμού θίγει το περιλάλητο θέμα της θεοδικίας, το οποίο ταράσσει την Παλαιά Διαθήκη, χωρίς να δίδεται επαρκής λύση σ᾽ αυτό, η οποία όμως λύση δίδεται στην Καινή Διαθήκη. Ο παρών ψαλμός φαίνεται ότι ως λύση του προβλήματος ευρίσκει τον θάνατο, ο οποίος καταβάλλει και κυριεύει όλους, άρχοντες και πλουσίους και σοφούς. Επομένως ποιος λόγος να μιλήσουμε περί ευτυχίας μερικών ή δυστυχίας άλλων; Ο θάνατος θα φέρει την ισοπέδωση όλων.

2. Αρχόμενος ο ψαλμωδός το ποίημά του (στιχ. 2-3) λέγει ότι το θέμα του έχει γενικό ενδιαφέρον και πρέπει όλοι να το ακούσουν ανεξάρτητα από την εθνότητά τους («πάντα τα έθνη») ή τον τόπο κατοικίας τους («οι κατοικούντες την οικουμένην»), ανεξάρτητα από την καταγωγή τους («οι τε γηγενείς και οι υιοί των ανθρώπων»), ανεξάρτητα από την υλική τους κατάσταση («επί το αυτό πλούσιος και πένης»). Πρόκειται λοιπόν για σπουδαίο θέμα και καλούνται οι πάντες, όλη η οικουμένη, να το ακούσει. Στη συνέχεια ο ποιητής μας (στιχ. 4-5), ένας εκ των υιών Κορέ, λέγει ότι το στόμα του θα λαλήσει σοφία, από δε την καρδιά του θα βγεί παραίνεση, που έχει μελετηθεί καλά (στιχ. 4). Ο ποιητής μας πιστεύει ότι τα όσα θα πεί θα είναι έμπνευση του Πνεύματος, αυτός δε θα «κλίνει» το ούς του στα όσα θα του υποδείξει και θα τα εκφέρει (στιχ. 5). Πιστεύει ότι είναι όργανο της θείας Χάριτος. Ο ψαλμωδός, λοιπόν, αναλαμβάνει να «ανοίξει», δηλαδή, να διαλευκάνει το «πρόβλημα» που απασχολεί αυτόν («το πρόβλημά μου») και τους άλλους, το περί θεοδικίας πρόβλημα και να το λύσει. Λέγει δε ότι αυτό θα το κάνει «εν ψαλτηρίω» (στιχ. 5). Με τη συνοδεία, δηλαδή, ψαλτηρίου, όπως και οι προφήτες συνήθιζαν να κάνουν συνδυάζοντας τη διδασκαλία τους με τη μουσική, εμπνεόμενοι απ᾽ αυτήν (βλ. Δ’ Βασ. 3,15. Α’ Βασ. 10,5).

3. Ο ποιητής θέτει το πρόβλημα, το οποίο θα επιληφθεί. Είναι το περί θεοδικίας πρόβλημα, όπως είπαμε, γιατί, δηλαδή, να ευτυχούν οι ασεβείς και να δυστυχούν οι ευσεβείς; Ο ψαλμός μας ευρίσκει ως λύση τον θάνατο. Ας μην σκανδαλίζονται, λοιπόν, οι ταλαιπωρούμενοι ευσεβείς για την ευτυχία των ασεβών και ας μην φοβούνται τις επιθέσεις τους, αλλά ας δυναμωθούν στην πίστη από την σκέψη ότι και αυτοί οι ευτυχούντες θα αντιμετωπίσουν τον κραταιό θάνατο. Ο ποιητής λέγει ότι δεν φοβείται «ημέραν πονηράν», τον καιρό δηλαδή των θλίψεων και των στερήσεων, ούτε τις επιθέσεις («η ανομία της πτέρνης μου κυκλώση με», στιχ. 6) των καυχωμένων διά τον πλούτο και τη δύναμή τους (στιχ. 6-7). Είναι ως να λέγει: Γιατί να τρομάζω τις ημέρες των στερήσεών μου, μήπως η κακία των παρανόμων, έχοντες εμπιστοσύνη στον πλούτο τους και την δύναμή τους, με κυκλώσει με τους δόλιους πλοκάμους τους («η ανομία της πτέρνης μου κυκλώσει με», στιχ. 6) και με καταβροχθίσει; Και αυτοί οι παράνομοι, οι τώρα ευτυχισμένοι υλικά, θα αντιμετωπίσουν δυσκολίες και δυσχερείς ημέρες, αλλά και αυτόν τον θάνατο.

4. Ο ψαλμωδός μας δεν ομίλησε ακόμη για τον θάνατο, τον υπονοεί όμως ομιλώντας για την δύναμή του. Μας λέγει, λοιπόν: «Αδελφός ου λυτρούται· λυτρώσεται άνθρωπος;» (στιχ. 8). Δηλαδή: Και ο στενότερος συγγενής («αδελφός») δεν μπορεί να λυτρώσει κάποιον. Από ποιόν να τον λυτρώσει; Από τον θάνατο! Τίποτε δεν μπορεί να νικήσει τον θάνατο. Ούτε η αγάπη των συγγενών, ούτε τα πλούτη τα πολλά, ούτε η εξουσία. Και ασφαλώς αφού ο αδελφός δεν μπορεί να λυτρώσει τον αδελφό του από τον θάνατο, δεν μπορεί να τον λυτρώσει απ’ αυτόν οποιοσδήποτε άλλος άνθρωπος: «Αδελφός ου λυτρούται· λυτρώσεται άνθρωπος;» (στιχ. 8)! Οπως διαβάζουμε εις Εξόδ. 21,28-30, αν ο ταύρος κάποιου εκεράτιζε έναν ομόφυλο, είχε το δικαίωμα ο κάτοχός του να καταβάλει στους δικαστές αποζημίωση και να εξαγοράσει τη ζωή του. Οταν όμως ο θάνατος έλθει για να λάβει κάποιον, κανένα λύτρο δεν μπορεί να βρεθεί για να εξαγοράσει τη ζωή του, έστω και αν «εκοπίασεν εις τον αιώνα», για να συναθροίσει αμύθητο ποσό, έστω και αν «ζήσεται εις τέλος» (στιχ. 9-10), αν ζούσε, δηλαδή, μέχρι συντελείας των αιώνων, μαζεύοντας πλούτο αμύθητο για να τον καταβάλλει στον θάνατο και να απαλλαγεί από αυτόν.

Και συνεχίζει ο ποιητής μας τον λόγο του, ομιλώντας για τον πλούσιο ασεβή ότι είναι ασυναίσθητος, γιατί δεν βλέπει, δεν αντιλαμβάνεται τη φθορά που περιμένει και αυτόν, αφού θεωρεί σοφούς και ανοήτους να θερίζονται από τον θάνατο και να εγκαταλείπουν σε άλλους τα πλούτη τους: «Ουκ όψεται (ο πλούσιος) καταφθοράν, όταν ίδη σοφούς αποθνήσκοντας (και) επί το αυτό άφρων και άνους απολούνται και καταλείψουσιν αλλοτρίοις τον πλούτον αυτών» (στιχ. 11). Επίτηδες ο ψαλμωδός ανέφερε το «επί το αυτό», ότι, δηλαδή, πλούσιοι και σοφοί αποθνήσκουν με τους ανοήτους και άφρονες, γιατί οι σοφοί είναι γνώστες των ιατρικών θεραπειών και της σωματικής κατασκευής των ανθρώπων, και όμως δεν μπορούν να αποτρέψουν τον θάνατο και καταβροχθίζονται και αυτοί από αυτόν, όπως οι άφρονες. Η ανθρώπινη σοφία, όπως ο γήινος πλούτος, αδυνατεί να μακρύνει επ’ άπειρον την ανθρώπινη ζωή. Το μόνο το οποίο θα κληρονομήσουν οι πλούσιοι από τα πλούτη τους είναι το μνήμα τους, ο τάφος τους, το αιώνιο οίκημά τους. Αυτό και μόνο αυτό θα είναι η κληρονομία τους από όλη την περιουσία τους, στην οποία είχαν γράψει τα ονόματά τους (στιχ. 12). Εδώ τελειώνει το Α’ μέρος του ψαλμού, το οποίο κατακλείεται με την επωδό, «άνθρωπος εν τιμή ων, ου συνήκε· παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ομοιώθη αυτοίς» (στιχ. 13)! Δηλαδή: Ταλαίπωρος που είναι ο άνθρωπος! Ο Θεός τον έπλασε κατ’ εικόνα Του, τον ετίμησε με λόγο και τον έκανε αντιπρόσωπό Του! Και όμως αυτός ζει σαν τα άλογα κτήνη. Ζεί ως κτήνος και αποθνήσκει ως κτήνος!

Επιμένοντας στην επωδό του ο ποιητής λέγει: Αυτή η διαγωγή των ασεβών («αύτη η οδός αυτών»), η ομοίωσή τους, δηλαδή, προς τα κτήνη, είναι «σκάνδαλον αυτοίς» (στιχ. 14), είναι εμπόδιό τους προς την αρετή. Αλλά και μετά την ομοιότητά τους -διά της διαγωγής τους- προς τα κτήνη, με τα λόγια τους επαινούν και επικροτούν τη διαγωγή τους, τον τρόπο της ζωής τους: «Και μετά ταύτα εν στόματι αυτών ευδοκήσουσιν» (στιχ. 14)! Ζώντες, λοιπόν, αυτοί οι ασεβείς πλούσιοι, όπως ζούν, αυτοί οι ίδιοι προτίμησαν την καταστροφή τους και έκαναν τους εαυτούς τους σαν τα πρόβατα με ποιμένα τον θάνατο: «Ως πρόβατα εν άδη έθεντο, θάνατος ποιμανεί αυτούς» (στιχ. 15)! Αυτούς δε τους πλουσίους, που πολλοί τους θεωρούν ωςευτυχισμένους, θα έλθει καιρός που θα τους κυριεύσουν οι ευσεβείς πτωχοί: «Και κατακυριεύσουσιν αυτών οι ευθείς το πρωί» (στιχ. 15). Ποιο «πρωί»; Ως «πρωί» θα νοήσουμε την απελευθέρωσή τους από τους ασεβείς, που θεωρείται σαν κατατρόπωση του σκοταδιού από το φως. Είναι το «πρωί» που αποσπάστηκαν οι ευσεβείς από τα χέρια του άδου, όπως λέγει αμέσως παρακάτω ο ψαλμωδός. Τότε οι ευσεβείς (οι «ευθείς») θα αναδειχθούν κύριοι των ασεβών πλουσίων, όπως το λέγει καθαρά η παραβολή του Λαζάρου, η οποία παριστάνει τον μεν Λάζαρο στους κόλπους του Αβραάμ, τον δε άσπλαγχνο πλούσιο να ζητιανεύει το έλεος του πτωχού. Αλλά και ο Απόστολος Παύλος λέγει ότι «οι άγιοι τον κόσμον κρινούσι» (Α’ Κορ. 6,2).

Το «κατακυριεύσουσι», που λέγει ο στίχος μας, το Εβραϊκό κείμενο το εκφράζει ζωηρότερα λέγοντας θα «ποδοπατήσουν» οι ευσεβείς τους ασεβείς! Βλ. και Μαλαχ. 4,1-3. Στον άδη, λέγει παρακάτω ο στίχος μας (στιχ. 15β), θα «παλαιωθεί η βοήθεια» των ασεβών πλουσίων. Ποια είναι αυτή η βοήθεια, η οποία θα παλαιωθεί και δεν θα έχει καμία ισχύ; Είναι ο πλούτος τους, οι ισχυροί φίλοι τους, η κοινωνική τους δύναμη, κάθε τι από το οποίο αντλούσαν βοήθεια στον κόσμο. Ολα αυτά λοιπόν θα μεταβληθούν στον άδη σαν παλαιωμένο ράκος, σαν ένα κουρέλι, που δεν θα τους είναι σε τίποτε χρήσιμο. Και κλείνεται η ενότητα αυτή με χαρμόσυνο διάψαλμα, για να εκφράσει ζωηρότερα τα ευφρόσυνα αισθήματα για τη μελλοντική, τη μεταθανάτια, νίκη των δικαίων: «Πλην ο Θεός λυτρώσεται την ψυχήν μου, εκ χειρός άδου, όταν λαμβάνη με» (στιχ. 16)! Βλέπουμε, λοιπόν, από τα παραπάνω, αλλά και από άλλα πολλά, ότι, αν και αυτή η Παλαιά Διαθήκη, η οποία μέχρι τον 7ο αιώνα περίπου, λόγω του πολέμου κατά της νεκρομαντείας, δεν έχει καθαρή διδασκαλία για τη μεταθανάτια ζωή, όμως και από αυτήν (την Π.Δ.) δεν λείπει η πίστη για τη ζωή αυτή, όπου θα θριαμβεύσει η δικαιοσύνη του Θεού με τη δόξα των δικαίων και την καταισχύνη των ασεβών.

5. Ο Κορείτης ποιητής μας στην αρχή του παρόντος ψαλμού απευθυνόμενος προς τον εαυτό του λέγει να μην φοβάται, όταν θα βλέπει να τον έχουν περιζώσει τα κακά, οι θλίψεις και η πενία. «Ινατί φοβούμαι;», είπε (στιχ. 6). Και τώρα, τελειώνοντας τον ψαλμό του, απευθύνεται στον αναγνώστη του και τον ακροατή του και του λέγει, «μη φοβού» (στιχ. 17)!

Να μην φοβάται, όταν βλέπει να κυριαρχούν οι άδικοι πλούσιοι και να καταπατούνται οι πτωχοί, σαν να μην υπάρχει Θεός, που να επιβλέπει στα ανθρώπινα. Οχι! Θα τακτοποιηθούν τα πράγματα στη μεταθανάτια ζωή. Τα όσα έχει ο πλούσιος, την περιουσία του και τη δόξα του, εδώ θα τα αφήσει και δεν θα τα πάρει μαζί του. Λέγει ο ψαλμωδός μας: «Ουκ εν τω αποθνήσκειν αυτόν λήψεται τα πάντα, ουδέ συγκαταβήσεται αυτώ η δόξα αυτού» (στιχ. 18, Βλ. και Ιώβ 1,21. Α’ Τιμ. 6,7). «Το κυνάριον τρέχει κατόπιν του κυρίου του. Η ανθρώπινη δόξα ουδέ την προσκόλλησιν ενός κυναρίου έχει! Τόσον είναι άπιστος» (Πρωτοπρεσβύτερος Κωνσταντίνος Καλλίνικος, στην ερμηνεία του παρόντος ψαλμού).

Ετσι είναι πραγματικά! Αν και ο πλούσιος στην παρούσα πρόσκαιρη ζωή μακαρίζεται από όλους και μολονότι αυτός χαίρεται με τις κολακείες των άλλων και απαντά σ’ αυτούς με επαινετικά λόγια (στιχ. 19), όμως βαδίζει προς τον θάνατο, προς τη γενεά των πατέρων του και θα κλείσει και αυτός, όπως εκείνοι τα μάτια του, και δεν θα τα ανοίξει πιά να δεί το ηλιακό φως (στίχ. 20). Και τελειώνει τον ωραίο του ψαλμό ο ψαλμωδός επαναλαμβάνοντας για δεύτερη φορά την επωδό του, λέγοντας: Ω, τον δυστυχή άνθρωπο, ο οποίος, αν και πλάστηκε λογικός, προτίμησε την αλογία και έγινε όμοιος με τα κτήνη: «Ανθρωπος εν τιμή ων, ου συνήκε, παρασυνεβλήθη τοις κτήνεσι τοις ανοήτοις και ωμοιώθη αυτοίς» (στιχ. 21)!

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.