Την Δ΄ Κυριακή των Νηστειών, αφιερωμένη στον όσιο Ιωάννη τον συγγραφέα της Κλίμακος, 22 Μαρτίου 2026, ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης μας κ. Τιμόθεος χοροστάτησε στην ακολουθία του Όρθρου και τέλεσε τη Θεία Λειτουργία στην Ιερά Μονή Κοιμήσεως της Θεοτόκου Ρεντίνης.
Η ημέρα αυτή, γεμάτη πνευματική συγκίνηση, συμπίπτει με την τιμή της μνήμης του αγίου και ενδόξου ιερομάρτυρος Βασιλείου, πρεσβυτέρου της Αγκυρανών Εκκλησίας, της τιμίας Κάρας του οποίου η Εκκλησία φυλάσσει με σεβασμό και ευλάβεια στην Ιερά Μονή, προσκαλώντας τους πιστούς σε μια στιγμή περισυλλογής και προσευχής.
Ο Σεπτός μας Ποιμενάρχης στην ομιλία του ανέπτυξε με πατρική αγάπη και πνευματική σαφήνεια τη σημασία της υπομονής, της ακλόνητης πίστεως και της ζωντανής ελπίδας, ως θεμελιωδών στοιχείων της πνευματικής ζωής, ιδιαιτέρως κατά την ιερά περίοδο της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Όπως τόνισε, η Εκκλησία προσκαλεί όλους τους ανθρώπους να ζήσουν μία πραγματικά όμορφη και γλυκιά ζωή εν Χριστώ, μία ζωή που μόνο Εκείνη μπορεί να προσφέρει, καθώς εισάγει τον άνθρωπο στην κοινωνία με τον Θεό και με τους αδελφούς του. Μέσα σε αυτή την εκκλησιαστική εμπειρία, ο άνθρωπος καλείται να μεταποιήσει τον νου, την καρδιά, τη σκέψη και τη διάθεσή του, ώστε να γίνουν χριστοειδή, γεμάτα από την παρουσία του Χριστού αλλά και από την αγάπη προς τους άλλους ανθρώπους.
Αναφερόμενος στη Τετάρτη Κυριακή των Νηστειών, επεσήμανε ότι η Εκκλησία μάς οδηγεί σταδιακά προς την πέμπτη εβδομάδα της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, η οποία χαρακτηρίζεται από εντονότερο πνευματικό αγώνα, με νηστεία, εγκράτεια, προσευχή, μετάνοια, εξομολόγηση και συμμετοχή στη Θεία Κοινωνία. Ωστόσο, υπογράμμισε ότι ο άνθρωπος συχνά διακατέχεται από βιασύνη και ανυπομονησία, επιζητώντας την άμεση ικανοποίηση των αιτημάτων του, χωρίς να εξετάζει αν διαθέτει την απαραίτητη πνευματική ωριμότητα για να διαχειριστεί όσα ζητά είτε από τον Θεό είτε από τους συνανθρώπους του.
Στο σημείο αυτό ανέδειξε τη διδασκαλία της Εκκλησίας, όπως αυτή προβάλλεται μέσα από την προς Εβραίους επιστολή του Αποστόλου Παύλου, παρουσιάζοντας το πρόσωπο του Αβραάμ ως πρότυπο υπομονής και εμπιστοσύνης στον Θεό. Ο Αβραάμ, αν και κατείχε πλούτο και σταθερότητα στον τόπο του, υπάκουσε στο θείο κάλεσμα και εγκατέλειψε τα πάντα, πορευόμενος προς το άγνωστο, στη γη της Επαγγελίας. Η υπακοή του δεν ήταν επιφανειακή, αλλά βαθιά και ουσιαστική, καρπός ζωντανής πίστεως.
Ιδιαίτερη μνεία έκανε στο περιστατικό της διαφωνίας μεταξύ των ποιμένων του Αβραάμ και του ανιψιού του Λωτ, όπου ο Αβραάμ, αν και ήταν ο φορέας της θείας επαγγελίας, έδωσε με ταπείνωση την πρώτη επιλογή στον Λωτ, προκειμένου να διαφυλαχθεί η ειρήνη. Έτσι, ο Λωτ επέλεξε την εύφορη κοιλάδα του Ιορδάνη, ενώ ο Αβραάμ παρέμεινε σε τόπο δυσκολότερο, έχοντας όμως ακλόνητη εμπιστοσύνη στην υπόσχεση του Θεού.
Ο Σεβασμιώτατος υπογράμμισε ότι η πίστη του Αβραάμ δοκιμάστηκε στον χρόνο, καθώς χρειάστηκε να αναμένει επί εικοσιπέντε ολόκληρα χρόνια για την εκπλήρωση της επαγγελίας, μέχρι τη γέννηση του Ισαάκ. Η υπομονή του αυτή, σε συνδυασμό με την απόλυτη εμπιστοσύνη στο θέλημα του Θεού, τον κατέστησε όχι μόνο γενάρχη κατά σάρκα, αλλά και πνευματικό πατέρα όλων των πιστών.
Επεσήμανε ακόμη ότι η επαγγελία αυτή επεκτείνεται και σε κάθε πιστό, καθώς ο Χριστός αποτελεί το κέντρο της ελπίδας μας. Η ελπίδα αυτή, όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, πρέπει να είναι ισχυρή και σταθερή, όπως η άγκυρα που συγκρατεί το πλοίο, ώστε να μην παρασύρεται από τα κύματα των δυσκολιών και των δοκιμασιών της ζωής. Όταν ο άνθρωπος θεμελιώνει την ύπαρξή του σε αυτή την ελπίδα, τότε καθοδηγείται με ασφάλεια στην πορεία του.
Παράλληλα, τόνισε ότι ο εγκλωβισμός στον εγωισμό οδηγεί τον άνθρωπο σε απομόνωση και πνευματική νέκρωση, ενώ αντίθετα η παρουσία του Θεού και η αληθινή κοινωνία των προσώπων συνιστούν τον παράδεισο. Η Εκκλησία είναι ο χώρος όπου αυτή η κοινωνία βιώνεται και πραγματώνεται, καλώντας τον άνθρωπο να εξέλθει από τον εαυτό του και να ζήσει εν αγάπη.
Επικαλούμενος τη διδασκαλία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ανέφερε ότι όταν ο άνθρωπος αποκτήσει αληθινή ελπίδα στον Χριστό, τότε ήδη βιώνει μέσα του την παρουσία του ζώντος Θεού και, ενώ ζει επί της γης, ζει συγχρόνως την εμπειρία του ουρανού.
Στη συνέχεια, συνέδεσε τα αναγνώσματα της περιόδου με την πορεία προς τη Μεγάλη Εβδομάδα, επισημαίνοντας ότι η Εκκλησία προετοιμάζει τους πιστούς να αντικρίσουν το μυστήριο του Σταυρού, όπου ο Χριστός, με τη θυσία Του, κατήργησε το χάσμα μεταξύ Θεού και ανθρώπου και άνοιξε τον δρόμο για την ανακαίνιση και τη σωτηρία του ανθρώπου, εισάγοντάς τον στη χάρη του Θεού.
Αναφερόμενος στην εορτή του Αγίου Ιωάννου του Σιναΐτου, υπογράμμισε τη μεγάλη αξία του έργου του «Κλίμαξ», το οποίο αποτελεί πνευματικό οδηγό για την άνοδο του ανθρώπου προς την τελείωση εν Χριστώ, μέσα από την άσκηση, την κάθαρση της ψυχής και τον φωτισμό του νου. Τόνισε μάλιστα ότι το έργο αυτό δεν αφορά μόνο τους μοναχούς, αλλά και κάθε πιστό που επιθυμεί να αγωνιστεί πνευματικά.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο παράδειγμα των Αγίων, οι οποίοι, μέσα από δοκιμασίες, θλίψεις και μαρτύρια, επιβεβαίωσαν την πίστη και την ελπίδα τους στον Χριστό, ενωνόμενοι μαζί Του και βιώνοντας τη χάρη Του ακόμη και μέσα στον πόνο.
Κλείνοντας, ο Σεβασμιώτατος προέτρεψε τους πιστούς να συνεχίσουν με συνέπεια και ταπείνωση τον πνευματικό τους αγώνα, μιμούμενοι την υπομονή του Αβραάμ και την πίστη των Αγίων, ώστε να καταστούν μέτοχοι των επαγγελιών του Θεού. Παράλληλα, κάλεσε όλους σε θερμή και ειλικρινή προσευχή για την ειρήνη του κόσμου, ώστε να παύσουν οι πόλεμοι και οι αδικίες, τονίζοντας ότι κάθε άνθρωπος αποτελεί εικόνα του Θεού και αδελφό εν Χριστώ, για τον οποίο οφείλουμε να προσευχόμαστε με πόνο και αγάπη.
Ο Έ Κατανυκτικός Εσπερινός στην Κομοτηνή με ομιλητή τον Αρχιμ. Ιγνάτιο Μουρτζανό
Τό ἀπόγευμα τῆς Δ΄ Κυριακῆς τῶν Νηστειῶν, 22 Μαρτίου 2026 , τελέσθηκε ἡ ἀκολουθία τοῦ Κατανυκτικοῦ Ἑσπερινοῦ στόν Ἱερό Μητροπολιτικό...
Read more









































