Toυ Κων. Δεληκωνσταντή*
 

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να αγνοήσει αυτά τα δεδομένα. Καλείται και αυτή να αναπτύξει τις δικές της πρωτοβουλίες απέναντι στην πρόκληση της παγκοσμιοποίησης, με τις οποίες έχει μοναδική ευκαιρία να εκφράσει δυναμικά την ανεκτίμητη πνευματική της κληρονομιά, να την υπενθυμίσει στη λοιπή χριστιανοσύνη, στις άλλες θρησκείες και στην παγκόσμια κοινωνία και μέσα από όλα αυτά, να συνειδητοποιήσει, να κατανοήσει και να προβάλει βαθύτερα την οικουμενική της διάσταση (1). Η Εκκλησία δεν μπορεί να αδιαφορεί για τον κόσμο, να αγνοεί τις απαιτήσεις των καιρών, τις επιρροές του πολιτισμού και των πολιτισμών, τα προβλήματα, τις αντιφάσεις αλλά και τις προοπτικές κάθε ιστορικής εποχής, στην οποία καλείται να ζήσει. Δεν επιτρέπεται η Εκκλησία να κλείνεται στον εαυτό της απορρίπτοντας και δαιμονοποιώντας τον κόσμο, να δραπετεύει από την ιστορία και το πολιτισμικό γίγνεσθαι και να μετατρέπεται σε λατρευτικό γκέτο. Η εσχατολογική φύση της Εκκλησίας δεν είναι δυνατόν να οδηγεί σε αντικοινωνικό και αντιιστορικό εσχατολογισμό, η άλλη όψη του οποίου είναι συχνά η υποταγή της Εκκλησίας στην εκάστοτε κοσμική εξουσία.

Φυσικά, η Εκκλησία δεν επιτρέπεται, στην εγκόσμια μαρτυρία και δράση της, να ταυτίζεται με τον κόσμο και να εκκοσμικεύεται. Η αποστολή της Εκκλησίας δεν είναι να αναλύει και να προγραμματίζει, να συνεδριάζει και να αποφασίζει, να οργανώνεται κατά τα πρότυπα των σύγχρονων οργανισμών, να προσαρμόζεται στο πνεύμα των καιρών, να «εκσυγχρονίζεται». Πώς να εκσυγχρονίσει κανείς τον σταυρό, την ευλογημένη άσκηση, το ευχαριστιακό ήθος, την αναστάσιμη ελπίδα;
Συνεπώς, το μέλλον της Ορθοδοξίας δεν είναι ο ορθοδοξισμός, το στένεμα και η αντιοικουμενικότητα, η μονοφυσιτίζουσα άρνηση του κόσμου, η αδυσώπητη κριτική ή η δαιμονοποίηση του κόσμου. Δεν είναι όμως, ούτε η νεστοριανίζουσα ταύτιση με τον κόσμο, με τον πολιτισμό και την ιστορία. «Ο ρόλος της Εκκλησίας» είναι, όπως γράφει ο Χρήστος Γιανναράς, «να συνεχίζει μέσα στους αιώνες την χαλκηδόνεια δυναμική της πρόσληψης και της μεταμόρφωσης» (2).
Η απάντηση της Εκκλησίας στον σύγχρονο κόσμο είναι η πιστότητα της Εκκλησίας στην ίδια την αλήθεια της, η συνεπής ανάπτυξη και ανάδειξη του ευχαριστιακού και εσχατολογικού χαρακτήρα της. Ο κόσμος ελευθερώνεται, αν η Εκκλησία παραμένει πιστή στην αποστολή της, συνεχίζοντας το έργο του Χριστού, προσλαμβάνοντας, μεταμορφώνοντας, καινοποιώντας τον κόσμο, απελευθερώνοντας τη ζωή και την ιστορία από την ειδωλολατρική αυτοερμηνεία και αυτονοηματοδότησή τους, μεταμορφώνοντας ολόκληρη τη δημιουργία σε «κοσμική λειτουργία».
Ολα αυτά ισχύουν και για τη στάση της Ορθόδοξης Εκκλησίας απέναντι στην παγκοσμιοποίηση. Ως ευχαριστιακή και εσχατολογική κοινότητα, η Εκκλησία καλείται να διακονήσει σήμερα τον άνθρωπο, καλείται να μεταδώσει στον «παντοπόρο άπορο» σύγχρονο άνθρωπο το ευαγγέλιο της θεοπόρου χριστιανικής ύπαρξης, να αρθρώσει τη δική της πρόταση ζωής και ελευθερίας, τη δική της ιεράρχηση αξιών, στην κορυφή της οποίας βρίσκεται η ελευθερία του ανθρώπινου προσώπου. Ο πολιτισμός του προσώπου είναι το ήθος που εκφράστηκε ανυπέρβλητα στην προσωποδιάστατη βυζαντινή ναοδομία, η αλήθεια που βιώνεται καθημερινά μέσα στην ολόφωτη εκκλησιαστική λατρεία. Είναι το φως της Λαμπρής, το αναμμένο καντήλι και η εικόνα που προσκυνείται στο εικονοστάσι του σπιτιού – είναι οι γιορτές που ομορφαίνουν τον χρόνο της ζωής μας, είναι η εν Χριστώ ζωή ως ευχαριστία, κοινωνία και σχέση. Είναι το «φυλάττειν τον τόπον και τον τρόπον», το ασκητικό όχι στο ακόρεστο κυνηγητό της ευτυχίας, στο σύγχρονο πανδαιμόνιο του ευδαιμονισμού και στην αποθέωση των συνεχώς διευρυνόμενων αναγκών. Είναι η ελευθερία του προσώπου (3), η ίδια η δυναμική της εν Χριστώ ζωής, που εκφράζεται ως το «συν της αγάπης», ως αληθεύειν εν αγάπη, ως μετέχειν και κοινωνείν. Δεν υπάρχει ελευθερία στο έχειν και στην κτητική στάση, ο ορθόδοξος άνθρωπος-κοινωνός αντιστέκεται τόσο στον ατομοκεντρικό ευδαιμονισμό και στον αυτάρεσκο δικαιωματισμό της αυτονομίας, που ανοίγουν αβύσσους μεταξύ των ανθρώπων, όσο και στην καταρράκωση του ανθρώπινου προσώπου μέσα στις σύγχρονες απρόσωπες, γιγαντιαίες κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές δομές, μέσα στον λαβύρινθο του διαδικτύου και στην ηλεκτρονική οργάνωση της «κοινωνίας της πληροφορίας».
Αυτό τον πολιτισμό του προσώπου καλείται η Εκκλησία μας να προβάλλει αυθεντικά στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, αυτού του εκρηκτικού μείγματος δυτικού ατομοκεντρισμού, οικονομικού φονταμενταλισμού, τεχνοκρατίας, αποθέωσης της αποτελεσματικότητας, της χρηστικότητας και της πληροφορίας, του ακόρεστου ευδαιμονισμού και της καταναλωτικής υστερίας των ατόμων και των μαζών. Είναι προφανές ότι το μόρφωμα αυτό δημιουργεί μία δυναμική απανθρωπισμού του ανθρώπου, απώλειας ανεκτίμητων παραδόσεων του χριστιανικού προσωποκεντρισμού, απαξίωσης των πνευματικών αξιών και του πολιτισμού της αλληλεγγύης, απώλειας της ευχαριστιακής σχέσης με την κτίση, καταστροφής του φυσικού περιβάλλοντος κ.ο.κ. «Ο λόγος του Ευαγγελίου “Ουκ επ’ άρτω μόνω ζήσεται άνθρωπος» (Μτθ. 4,4), έλεγε ο Παναγιώτατος Οικουμενικός Πατριάρχης Βαρθολομαίος στο Παγκόσμιο Οικονομικό φόρουμ του Davos στις 2-2-1999, «πρέπει να κατανοηθεί ευρύτερα. Δεν είναι δυνατόν να ζήσουμε αποκλειστικά μόνον από την οικονομική ανάπτυξη, αλλά οφείλουμε να ζητούμε το ρήμα το εκπορευόμενον εκ στόματος Θεού (Μτθ. 4,4), τουτέστιν τις αξίες και τις αρχές που υπερβαίνουν τα οικονομικά ζητήματα. Απαξ και το αποδεχθούμε αυτό, η οικονομία γίνεται διάκονος της ανθρωπότητας, όχι κύριός της». Ούτως ή άλλως, είναι ουτοπικό να πιστεύουμε ότι η προτεραιότητα της οικονομίας της αγοράς ή η μετατροπή της παγκόσμιας κοινωνίας σε ενιαία γιγαντιαία αγορά, θα οδηγήσει σε έναν ειρηνικό κόσμο. Οι σύγχρονες πολιτισμικές συγκρούσεις και οι αγώνες για τη διάσωση των πολιτιστικών ταυτοτήτων άλλα αποκαλύπτουν.

Η Εκκλησία οφείλει να διαποτίζει τον σύγχρονο πολιτισμό με το πνεύμα της «αλήθειας ως κοινωνίας», να ενσαρκώνει τη φωτεινή χριστιανική οικουμενικότητα, που είναι ένας πολιτισμός κοινωνίας και ετερότητας. Η Ορθοδοξία, όπως τονίζει ο Μητροπολίτης Περγάμου Ιωάννης, «με άξονα την έννοια του προσώπου, μπορεί να δείξει προς μία παγκοσμιότητα που θα σέβεται τη διαφορά και την ετερότητα, που δεν φοβάται τον άλλο, όσο διαφορετικός και αν είναι αυτός, ακόμη και στη θρησκεία του, αλλά θα τον αγκαλιάζει ως αδελφό» (4). Μόνον άνθρωποι που έχουν ταυτότητα, είναι σε θέση να σεβαστούν τη διαφορετικότητα, την ταυτότητα του άλλου. Γι’ αυτό και η διατήρηση της ιδιαίτερης ταυτότητας των ανθρώπων είναι προϋπόθεση της επικοινωνίας και της παγκοσμιότητας. Οπως τονίζει ο Γεώργιος Μαντζαρίδης, «η παγκόσμια κοινωνία δεν οικοδομείται με την ομογενοποίηση των ανθρώπων, αλλά με την ανύψωσή τους ως προσώπων» (5).

Επίλογος
 
Το καίριο ερώτημα για μας τους ορθόδοξους σήμερα είναι: Τι σημαίνει να είσαι ορθόδοξος χριστιανός κάτω από τις συνθήκες και τα δεδομένα της παγκοσμιοποίησης, να είσαι έμπρακτα ορθόδοξος, όχι ιδεολογικά, χωρίς αντίκρισμα στον τρόπο του βίου σου; Πραγματικά, όπως λέγει και ο Χρήστος Γιανναράς, αυτό το οποίο ζούμε εμείς οι χριστιανοί ως Εκκλησία, ως ευχαριστιακή και εσχατολογική «κοινωνία των σχέσεων» (6), δεν μπορεί να διαχωριστεί από τη ζωή μας μέσα στον κόσμο σε όλες τις διαστάσεις της· δεν μπορεί αυτοί που έχουν κοινωνήσει τη Ζωή μέσα στην Ευχαριστία να μη ζουν ευχαριστιακά, να μη βιώνουν τη δράση τους στον κόσμο ως «λειτουργία μετά τη λειτουργία», φυσικά όχι χωρίς την ένταση της διαλεκτικής του «ήδη» και «όχι ακόμη» της Βασιλείας του Θεού. Ο ορθόδοξος πιστός, ως εκκλησιαστική ύπαρξη που αντλεί την πληρότητα της ταυτότητάς της από τα Εσχατα, δεν μπορεί να παραμένει κλεισμένος στην αυτάρκεια μίας ατομικής πίστης και βεβαιότητας, να είναι εσωστρεφής, αδιάφορος και υποτονικός, αλλά είναι φλεγόμενος άνθρωπος, δημιουργικός και αγαπητικός, ανοικτός, άνθρωπος με νεανική πνοή, όλος φως. «Υμείς εστε το φως του κόσμου. Ου δύναται πόλις κρυβήναι επάνω όρους κειμένη. Ουδέ άπτουσι λύχνον και τιθέασιν αυτόν υπό τον μόδιον, αλλ’ επί την λυχνίαν και λάμπει πάσι τοις εν τη οικία» (Ματθ. 5,14-15). «Κλειστή» και σκυθρωπή Ορθοδοξία είναι λύχνος τοποθετημένος «υπό τον μόδιον».
 
Υποσημειώσεις:
 
(1) Βλ. Ν. Μουζέλης, «Κοσμοπολιτισμός: Η παγκοσμιοποίηση των αξιών και οι εχθροί τους – Η πρόκληση της Ορθοδοξίας», στο έργο: Ισλάμ και φονταμενταλισμός. Ορθοδοξία και παγκοσμιοποίηση, σσ. 107-116.
(2) X. Γιανναράς, «Το εμπερίστατο της Ορθοδοξίας και η αποστολή της στο άμεσο μέλλον», στο έργο: Το εμπερίστατο της Ορθοδοξίας και η αποστολή της στο άμεσο μέλλον, Παγκρήτιο Θεολογικό Συνέδριο (21-23 Οκτωβρίου 1993), Σύνδεσμος Κρητών Θεολόγων, εκδ. Πατριαρχικού Πνευματικού Κέντρου «Αγιος Ραφαήλ», Σπήλι Ρεθύμνης, χ.χρ., σσ. 186-200, εδώ σ. 196.
(3) Βλ. Κ. Δεληκωνσταντής, Το ήθος της ελευθερίας. Φιλοσοφικές απορίες και θεολογικές αποκρίσεις, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1997.
(4) Ι. Δ. Ζηζιούλας, Πολιτιστικές ταυτότητες και παγκοσμιοποίηση, σ. 31.
(5) Γ. I. Μαντζαρίδης, Παγκοσμιοποίηση και παγκοσμιότητα, σ. 28.
(6) X. Γιανναράς, «Το εμπερίστατο της Ορθοδοξίας και η αποστολή της στο άμεσο μέλλον», σ. 188.
 
*Η παιδεία ως πολιτισμός του προσώπου, Αθήνα 2009, εκδ. Εννοια, σελ. 151-155. Το κείμενο είναι από την «Πορφυρογέννητο», βιβλιοθήκη της Αποστολικής Διακονίας

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.