Ἡ Ἐκκλησία κατά τήν ἀποστολική παράδοση εἶναι τό ἱστορικό σῶμα τοῦ Χριστοῦ, στό ὁποῖο ἀνακεφαλαιώνεται, ἀνακαινίζεται καί τελειοῦται τό ἀνθρώπινο γένος καί ἡ ὅλη δημιουργία τόσο γιά τήν ἀποκαταλλαγή καί τήν ἀποκατάσταση τῆς προπτωτικῆς κοινωνίας Θεοῦ, ἀνθρώπου καί κόσμου, ὅσο καί γιά τήν ἐσχατολογική τελείωση τῆς ἐγκαινιασθείσης ἐν Χριστῷ βασιλείας τοῦ Θεοῦ. Ἀπαρχή τοῦ «νέου γένους» τῶν χριστιανῶν ὑπῆρξε ὁ δεύτερος Ἀδάμ, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, στό σῶμα τοῦ ὁποίου ἐγκεντρίζονται ὡς μέλη πάντες οἱ βαπτιζόμενοι, ἐφ’ ὅσον «ὅσοι ἐβαπτίσθημεν εἰς Χριστόν Ἰησοῦν, εἰς τόν θάνατον αὐτοῦ ἐβαπτίσθημεν… καί γεγόναμεν σύμφυτοι τῷ ὁμοιώματι τοῦ θανάτου αὐτοῦ» (Ρωμ. 11,23-24). Ἡ νέα αὐτή σχέση τῶν ἀνθρώπων μέ τόν Θεό βιώνεται ὡς κοινή ἐμπειρία στήν ὀργανική ἑνότητα καί στήν ἁρμονική λειτουργία τοῦ ἑνός σώματος, «καί γάρ ἐν ἐνί Πνεύματι ἡμεῖς πάντες εἰς ἕν σῶμα ἐβαπτίσθημεν… ὑμεῖς δέ ἐστε σῶμα Χριστοῦ καί μέλη ἐκ μέρους» (Α´ Κορ. 12,12 κ ἑξ.), στό ὁποῖο ἀνακαινίζεται ὁ «παλαιός αἰών», τελεσιουργεῖται καί βιώνεται ἀπό τούς πιστούς ἡ νέα ἐν Χριστῷ πραγματικότητα τοῦ κόσμου καί ἑνώνεται ὁ «νῦν» μέ τόν «μέλλοντα αἰῶνα» στήν ἱστορία τῆς σωτηρίας (Ρωμ. 5,12-21).

Ἡ ἐκκλησιαστική αὐτή ἐμπειρία ἀποτελεῖ τή βαθύτερη ἱστορική ἔκφραση τοῦ ἔργου τοῦ ἁγίου Πνεύματος στή ζωή τῆς Ἐκκλησίας, τό ὁποῖο βεβαιώνει τήν παρουσία τοῦ Κυρίου στήν Ἐκκλησία, ζωοποιεῖ τήν ἐν Χριστῷ νέα ἀνθρωπότητα, καθιστᾶ προσιτή στήν Ἐκκλησία τήν ἀλήθεια τῆς ἐν Χριστῷ ἀποκαλύψεως, προφυλάσσει τήν Ἐκκλησία ἀπό τίς καιρικές οὐτοπίες ἤ τίς μονομερεῖς ἐσχατολογικές ἀναζητήσεις, διασφαλίζει τήν αὐθεντικότητα τῆς ἀλήθειας τῆς πίστεως κατά τή σύνδεσή της μέ τά συγκεκριμένα ἱστορικά σχήματα, μετασχηματίζει τήν ἐν Χριστῷ ἱστορική ἀλήθεια σέ συγχρονική ἱστορική ἀλήθεια τῆς Ἐκκλησίας, διατηρεῖ στήν Ἐκκλησία τήν αὐθεντική ἰσορροπία μεταξύ διαχρονικῆς συνέχειας καί ἐκσυγχρονισμοῦ τοῦ χριστιανικοῦ μηνύματος, κατοχυρώνει τήν αὐθεντική περιχώρηση τοῦ διαρκοῦς εἶναι τῆς πίστεως στό συνεχές ἐκκλησιαστικό γίγνεσθαι τῆς παραδόσεως καί καθοδηγεῖ γενικότερα τήν Ἐκκλησία στήν ἀσφαλῆ ἐκπλήρωση τῆς ἀποστολῆς της στόν κόσμο μέχρι τή συντέλεια τοῦ αἰῶνος.

Ἡ πραγμάτωση τῆς ἀποστολῆς τῆς Ἐκκλησίας εἶναι, κατά τήν παραγγελία τοῦ Ἱδρυτοῦ της, ἐφικτή μόνο μέ τή βίωση τῆς πνευματικῆς ἐμπειρίας τοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος καί μέ τόν εὐαγγελισμό τῆς χριστιανικῆς πίστεως εἰς «πάντα τά ἔθνη», ἀναφέρεται δέ στήν πρόσληψη, τήν ἀνακαίνιση καί τήν ἀναφορά τοῦ κόσμου στό θεῖο Ἱδρυτή της Ἰησοῦ Χριστό. Ἔτσι, ἡ πρόσληψη τοῦ κόσμου στό σῶμα τῆς Ἐκκλησίας κατανοεῖται πάντοτε μέσα στά πλαίσια τῆς προσλήψεως ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους καί τῆς ὅλης θείας δημιουργίας στήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ, «ἵνα ᾗ τά πάντα καί ἐν πᾶσι Χριστός» (Κολ. 3, 11). Πράγματι, ὁ Ἰησοῦς Χριστός, καίτοι ἀνέλαβε κατά τήν ἐνανθρώπησή του τήν κοινή ἀνθρώπινη φύση ἐκ γένους Δαυίδ, δέν ἦταν ἕνας ἁπλός ἄνθρωπος μέσα στήν ἀνθρωπότητά του, ἀλλ’ ὁ κατ’ ἐξοχήν ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος ἀνέλαβε στή δική του ἀνθρωπότητα ὁλόκληρο τό ἀνθρώπινο γένος καί ὁλόκληρη τή θεία δημιουργία.

Ἡ χριστολογική αὐτή προοπτική τῆς σχέσεως Ἐκκλησίας καί κόσμου, ἡ ὁποία ἔχει ὡς βασικό της ἄξονα τήν «ἀνακεφαλαίωση» τῶν πάντων στήν ἀνθρωπότητα τοῦ Χριστοῦ, ὑποδηλώνει σαφῶς τήν προσληπτική καί ὄχι βεβαίως τήν ἀπορριπτική λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας στήν ὅλη ἱστορία τῆς σωτηρίας. Πράγματι, ἡ Ἐκκλησία, ὡς ἱστορική προέκταση τοῦ σώματος Χριστοῦ μέσα στόν χῶρο καί στόν χρόνο, προσλαμβάνει συνεχῶς τόν ἄνθρωπο καί τόν κόσμο ὄχι βεβαίως ὡς ἁπλά θεωρητικά ἤ ἰδεολογικά σχήματα, ἀλλ’ ὡς σαρκωμένες ἱστορικές πραγματικότητες, ὅπως δηλαδή ὁ ἄνθρωπος ὑπάρχει καί ἐξελίσσεται μέσα στήν ποικιλία τῶν πνευματικῶν του ἀναζητήσεων ἤ καί τῶν πολιτιστικῶν του παραδόσεων. Ἄλλωστε, ὅ,τι κάνει ὁ Χριστός στόν κόσμο τό κάνει μέσα ἀπό τήν Ἐκκλησία του, ὅπως καί ὅ,τι κάνει ἡ Ἐκκλησία στόν κόσμο τό κάνει μέσα ἀπό τόν Χριστό.

Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ ὅλη λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας εἶναι κατά τή φύση της, ὡς σώματος Χριστοῦ, ὅπως καί κατά τήν ἀποστολή της, ὡς προσλήψεως στό σῶμα Χριστοῦ ὁλοκλήρου τοῦ ἀνθρωπίνου γένους, ὁ κατ’ ἐξοχήν ἱερός χῶρος τῆς ὑπερβάσεως ὅλων τῶν ἐθνικῶν, κοινωνικῶν, πνευματικῶν καί τῶν ὅποιων ἄλλων διασπάσεων τόσο γιά τήν ἐν Χριστῷ ἀποκατάσταση τῆς ὀρθῆς κοινωνίας τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό, τόν συνάνθρωπό του καί τόν κόσμο, ὅσο καί γιά τήν ἀνάδειξη τῆς ὀντολογικῆς ἑνότητας τοῦ ἀνθρωπίνου γένους. Αὐτή ὑπῆρξε πάντοτε ἡ αὐτοσυνειδησία τῆς Ἐκκλησίας, ὅπως ἐκφράσθηκε στή θεολογία τῶν μεγάλων Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας καί ὅπως αὐτή βιώνεται μέ μοναδική συνέπεια καί συνέχεια στήν ὀρθόδοξη κυρίως λειτουργική ἐμπειρία καί παράδοση.

Τή συνείδηση αὐτή τῆς Ἐκκλησίας τῶν πρώτων αἰώνων ἐκφράζει μέ χαρακτηριστικό τρόπο καί ὁ ἀνώνυμος συντάκτης τῆς πρός Διόγνητον Ἐπιστολῆς.

«Χριστιανοί γάρ οὔτε γῇ οὔτε φωνῇ οὔτε ἔθεσι διακεκριμένοι τῶν λοιπῶν εἰσιν ἀνθρώπων. Οὔτε γάρ που πόλεις ἰδίας κατοικοῦσιν, οὔτε διαλέκτῳ τινί παρηλλαγμένη χρῶνται, οὔτε βίον παράσημον ἀσκοῦσιν… Κατοικοῦντες δέ πόλεις ἑλληνίδας τε καί βαρβάρους, ὡς ἕκαστος ἐκληρώθη, καί τοῖς ἐγχωρίοις ἔθεσιν ἀκολουθοῦντες ἔν τε ἐσθῆτι καί διαίτῃ καί τῷ λοιπῷ βίῳ, θαυμαστήν καί ὁμολογουμένως παράδοξον ἐνδείκνυνται τήν κατάστασιν τῆς ἑαυτῶν πολιτείας. Πατρίδας οἰκοῦσιν ἰδίας, ἀλλ’ ὡς πάροικοι· μετέχουσι πάντων ὡς πολῖται, καί πάνθ’ ὑπομένουσιν ὡς ξένοι· πᾶσα ξένη, πατρίς ἐστιν αὐτῶν, καί πᾶσα πατρίς, ξένη… Ἐπί γῆς διατρίβουσιν, ἀλλ’ ἐν οὐρανῷ πολιτεύονται. Πείθονται τοῖς ὡρισμένοις νόμοις, καί τοῖς ἰδίοις βίοις νικῶσι νόμους. Ἀγαπῶσι πάντας, καί ὑπό πάντων διώκονται. Ἀγνοοῦνται, καί κατακρίνονται· θανατοῦνται, καί ζωοποιοῦνται. Πτωχεύουσι, καί πλουτίζουσι πολλούς· πάντων ὑστεροῦνται, καί ἐν πᾶσι περισσεύουσιν. Ἀτιμοῦνται, καί ἐν ταῖς ἀτιμίαις δοξάζονται. Βλασφημοῦνται, καί δικαιοῦνται. Λοιδωροῦνται, καί εὐλογοῦσιν. Ὑβρίζονται καί τιμῶσιν. Ἀγαθοποιοῦντες, ὡς κακοί κολάζονται. Κολαζόμενοι, χαίρουσιν ὡς ζωοποιούμενοι. Ὑπό Ἰουδαίων ὡς ἀλλόφυλοι πολεμοῦνται, καί ὑπό Ἑλλήνων διώκονται, καί τήν αἰτίαν τῆς ἔχθρας εἰπεῖν οἱ μισοῦντες οὐκ ἔχουσιν. Ἁπλῶς δ’ εἰπεῖν, ὅπερ ἐστίν ἐν σώματι ψυχή, τοῦτ’ εἰσίν ἐν κόσμῳ χριστιανοί. Ἔσπαρται κατά πάντων τῶν τοῦ σώματος μελῶν ἡ ψυχή, καί Χριστιανοί κατά τάς τοῦ κόσμου πόλεις. Οἰκεῖ μέν ἐν τῷ σώματι ψυχή, οὐκ ἔστι δέ ἐκ τοῦ σώματος· καί Χριστιανοί τῷ κόσμῳ οἰκοῦσιν, οὐκ εἰσί δέ ἐκ τοῦ κόσμου».

Πράγματι, ἡ ὅλη λειτουργία τῆς Ἐκκλησίας γιά τή συγκρότηση τοῦ ἱστορικοῦ ἐκκλησιαστικοῦ σώματος, εἰσάγει μία νέα πρόταση γιά τήν ριζική ἀναδιοργάνωση τῆς ὅλης κοινωνίας, ἀφοῦ προβάλλει ἕνα νέο πρότυπο ἀνθρώπου, τό πρότυπο τοῦ «χριστιανοῦ ἀνθρώπου», ὡς βασικοῦ κυττάρου γιά τήν ἀνανέωση τῶν δομῶν της, καί ἕνα νέο τύπο σχέσεως τοῦ ἀνθρώπου μέ τόν Θεό καί μέ τόν κόσμο, τόν τύπο τῆς ἐν Χριστῷ σαρκωμένης κοινωνικῆς πραγματικότητας. Ὑπό τήν ἔννοια αὐτή, ἡ χριστιανική κοινότητα λειτούργησε ἐξ ἀρχῆς ὄχι μόνο ὡς μία ἁπλή θρησκευτική πρόταση, ἀλλά συγχρόνως καί ὡς μία σύνθετη κοινωνική πρόκληση, ἡ ὁποία συνέδεε τήν πνευματική ἀναγέννηση τῶν μελῶν τῆς κοινωνίας μέ τήν ὀργανική τους ἔνταξη στό συγκεκριμένο ἐκκλησιαστικό σῶμα. Ἡ διαδικασία αὐτή ἄρχιζε πάντοτε μέ τήν ἀποδοχή ἀπό τόν ἄνθρωπο τοῦ λυτρωτικοῦ μηνύματος τῆς χριστιανικῆς πίστεως καί τελειωνόταν μέ τό μυσταγωγικό βάπτισμα καί τήν ὅλη μυστηριακή ἐμπειρία τῆς Ἐκκλησίας, τά ὁποῖα μορφοποιοῦσαν τήν ἰδιαίτερη πνευματική ταυτότητα τοῦ θεανθρώπινου ἐκκλησιαστικοῦ σώματος μέσα στά εὐρύτερα πλαίσια τῆς κοινωνίας. Ἔτσι, ἡ βαθύτερη σχέση Ἐκκλησίας καί κόσμου βιώνεται ἐμπειρικά σέ κάθε λειτουργική σύναξη, στήν ὁποία συγκροτεῖται τό σῶμα Χριστοῦ, τόσο ὡς μία εὐχαριστιακή ἀναφορά τῆς ὅλης θείας δημιουργίας στόν Δημιουργό της, ὅσο καί ὡς μία μυσταγωγική προέκταση τῆς Ἁγίας Τράπεζας σέ ὁλόκληρο τόν κόσμο.

π. Α.Χ.

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.