Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)
Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Λίγες μέρες πριν την μεγάλη εορτή της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου, ξεδιπλώνοντας και βγάζοντας από το χρονοντούλαπο της ιστορίας, ξεχασμένες ή αφημένες στη λήθη του παρελθόντος, αναφορές, περιστατικά και παραδόσεις, που αναφέρονται στην Παναγία μας και σχετίζονται με τους αγώνες και την πορεία του Έθνους μας, θα πορευτούμε στη σημερινή μας αναφορά, κάνοντας μια μικρή παρένθεση, στην παρουσίαση στο έργο και στη προσφορά των Στρατιωτικών Ιερέων.

Βρισκόμενοι μέσα στην καρδιά του καλοκαιριού, η εορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, έρχεται να ξεσηκώσει κάθε χριστιανική ψυχή και να οδηγήσει τα βήματα κάθε ευλαβούς προσκυνητή, σε προσκυνήματα, σε μοναστήρια και εκκλησίες και ενώπιον θαυματουργών εικόνων, να εναποθέσουν στα χέρια της Μητέρας Παναγίας τα αιτήματα και τις προσευχές τους και αυτή με τη σειρά Της, να τα μεταφέρει στον Υιό Της και Θεό μας.

Στο πρόσωπο της Παναγίας μας, απεικονίζονται όλες οι μητέρες του κόσμου, εκφράζονται οι αγώνες και οι αγωνίες που τρέφουν στην καθημερινότητά τους, ενώ βλέπουμε επίσης τους αγώνες που καταβάλουν, προκειμένου να πετύχουν το αυτονόητο, που στις ημέρες μας δυστυχώς, τίποτα δεν είναι αυτονόητο ή δεδομένο. Μέσα από γυναικεία πρόσωπα που συναντούμε στην ιστορία μας, μπορούμε να διακρίνουμε στοιχεία, που φανερώνουν, ότι εμπνέονταν και καθοδηγούνταν, από την Παναγία μας, η οποία σήκωσε το σταυρό της, αλλά και έδωσε το μήνυμα της Αναστάσεως, αφού η ζωή της ήταν μια ζωή, αναστάσεως, χαράς, ελπίδας και αισιοδοξίας. Γνώριζε να προχωρά από την κατάσταση του Σταυρού στην Ανάσταση και να δίνει το στίγμα μιας ζωής γεμάτη με φως. Βεβαίως δεν υπάρχουν γραπτά στοιχεία ή αποδείξεις όπως τις θέλει ένας σύγχρονος ερευνητής, που να μαρτυρούν και να αποδεικνύουν τα ανωτέρω, όμως στην καρδιά και στο μυαλό αυτών των γυναικών, κυριαρχούσε η μορφή της γλυκιάς Θεοτόκου και αυτό το μετέδωσαν στα παιδιά και στα εγγόνια τους και αυτό έχει διασωθεί μέχρι και σήμερα μέσα από την προφορική παράδοσή μας.

Βλέπουμε τις Σουλιώτισσες που ρίχνονταν στη μάχη, αψηφώντας τους κινδύνους και το θάνατο. Ζούσαν μέσα από το σταυρό της σκλαβιάς, την ανάσταση του έθνους. Για αυτή πολεμούσαν μέχρι θανάτου και αυτή ήθελαν να παραδώσουν στα χέρια των παιδιών τους. Ήθελαν να έχουν μια ζωή ελεύθερη, με ποιότητα, με χαρά και ευλογία Θεού και όχι μια ζωή μέσα στη δυστυχία, στην εξαθλίωση και απαξίωση, στην καταπίεση και στην ανελευθερία του πνεύματος.

Στη συνέχεια βλέπουμε τις γυναίκες εκείνες που μέσα στη δυστυχία της προσφυγιάς, όταν έφευγαν από τα σπίτια τους και ξεριζώνονταν από τις πατρογονικές τους εστίες, έπαιρναν μαζί τους την εικόνα της Παναγίας και σε αυτή εναπέθετε την οικογένεια και το μέλλον της, στη μητέρα Ελλάδα. Δεν έπαιρνε μαζί της χρήματα, ρούχα, τιμαλφή. Τίποτα από όλα αυτά δεν είχαν καμία αξία εκείνη τη στιγμή. Χρήματα, ρούχα, στέγη, προστασία, ασφάλεια και βεβαία βοήθεια, ήταν η Παναγία. Μέσα στις στερήσεις, στην πείνα, στις αρρώστιες, στην απογοήτευση και εγκατάλειψη, το γλυκύτατο πρόσωπο της Παναγίας, ήταν εκείνο που φώτιζε τα αδυνατισμένα, ρυτιδιασμένα και κουρασμένα πρόσωπα τους. Η μορφή της Παναγίας ήταν εκείνη που έδινε δύναμη και κουράγιο στις γυναίκες εκείνες, αλλά και σε όλους, να μην το βάλουν κάτω, να μην απογοητεύονται ,να μην χάνουν το θάρρος και την πίστη τους. Το πρόσωπο της Παναγίας ήταν ο ήλιος που τους οδηγούσε μέσα στο σκοτάδι της αβεβαιότητας και της απόγνωσης, στο να μεγαλουργήσουν και να θέσουν νέες βάσεις και νέες προοπτικές στην πρόοδο αυτού του τόπου.

Στη συνέχεια βλέπουμε τις γυναίκες της Πίνδου, τις γυναίκες του 40, που με απαράμιλλο θάρρος, αγωνιστικότητα και αποφασιστικότητα, έγραψαν με χρυσά γράμματα σελίδες της ενδόξου ιστορίας μας. Ήταν οι γυναίκες εκείνες που πριν φύγουν τα παιδιά τους για τον πόλεμο τα σταύρωναν και τα κατευόδωναν στην ευχή του Θεού και της Παναγίας. Ήταν οι γυναίκες εκείνες που με την απλοϊκή τους πίστη, παρακαλούσαν την Παναγία να σκεπάσει τα παιδιά όλου του κόσμου και στο τέλος και το δικό της και να το αξιώσει να επιστρέψει πίσω νικητής και αν δεν επιστρέψει, να έχει πράξει στο ακέραιο το καθήκον και την αποστολή του. Ήταν οι γυναίκες εκείνες που άναβαν καθημερινά το καντήλι του σπιτιού τους και έκαναν μπροστά στο εικόνισμα της Παναγίας αναρίθμητες μετάνοιες και προσευχές και το λιβάνι το οποίο έκαιγαν μπροστά στην αγία της εικόνα, γινόταν ένα με τα δάκρυά τους και γινόταν ένα ζωντανό προσευχητάριο.

Μέσα από τα διάφορα προσωνύμια τα οποία έχουν αποδοθεί στην Παναγία μας, μέσα από τα πάμπολλα προσκυνήματα που υπάρχουν ανά το πανελλήνιο και καθίστανται πόλος έλξης για χιλιάδες προσκυνητές, αποδεικνύεται και η άλλη πτυχή του προσώπου της Υπεραγίας Θεοτόκου, που σχετίζεται με τους αγώνες του Έθνους μας, που πάντα μέσα σε αυτούς, έβλεπε την παρουσία και την βοήθειά Της και στεκόταν αρωγός και συμπαραστάτης σε κάθε βήμα των προγόνων μας.

Όταν ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης προχωρούσε για την απελευθέρωση της Τριπολιτσάς και είδε ότι είχαν κλονισθεί και δειλιάσει τα παλληκάρια του, επειδή τους είχαν εγκαταλείψει οι άλλοι οπλαρχηγοί, μπήκε ευλαβικά στην Εκκλησία της Παναγίας στο Χρυσοβίτσι, έκαμε τον σταυρό του, ασπάσθηκε την Εικόνα της Μεγαλόχαρης και φώναξε δακρυσμένος:«Παναγιά μου, βοήθησε και τούτη τη φορά τους Έλληνες να ψυχωθούν».

Και βγαίνοντας από το Ναό Της, γεμάτος πίστη και ιερό ενθουσιασμό, βροντοφώναζε στα παλληκάρια του, που τον πλησίασαν λίγο πιο πέρα, την περίφημη εκείνη φράση του:«Ο Θεός υπέγραψε τη λευτεριά της Ελλάδος και δεν θα πάρει πίσω την υπογραφή Του».

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης στα «Απομνημονεύματα» του και προ πάντων στα «Οράματα και θάματα», επανειλημμένως κάνει λόγο για τη βοήθεια της Παναγίας στον αγώνα του Έθνους. Συγκινητικές είναι και οι προσευχές του προς τη Θεοτόκο:«Δόξα σε, Κύριε Χριστέ, σταυρέ σταυρωμένε, λαμπρέ και αναστημένε, τρισυπόστατε Θεέ, αγία Τριάδα, Θεοτόκο… Κύριε άπλωσε το λαμπρό σου και ευλογημένο σου χέρι και βγάλε μας από τον σκότον τον βαθύ όπου είμαστε πεσμένοι και χαμένοι και πνιγμένοι τόσες αιώνες… σώσε, Κύριε, όλους, δώσε, Θεοτόκο, την υγείαν, όσοι παθόντες έρχονται εις την Χάρη σου, Βαγγελίστρα μου, δια να δοξαστεί ο πανάγαθος Θεός και η Βασιλεία Του, να πιστέψουν οι τύραγνοι, οι άπιστοι και οι άδικοι και να ιδούνε τι εστί Θεός παντουργός και η Βασιλεία Του…».

Επίσης ο Καραϊσκάκης ιδιαίτερα τιμούσε και σεβόταν το μοναστήρι της Παναγίας της Φανερωμένης στη Σαλαμίνα, γι’ αυτό και όταν πληγώθηκε σε μια μάχη, ζήτησε να μεταφερθεί εκεί, προκειμένου να τύχει της θαυματουργικής επέμβασης της Θεοτόκου. Αυτό το περιστατικό έχει διασωθεί μέσα στο δημοτικό τραγούδι, που με απλό τρόπο, μεταφέρει τα λόγια του αγωνιστή, που ζητά μεταξύ των άλλων, να εναποθέσουν τα άρματά του πάνω στην Αγία Τράπεζα για να τα διαβάσει ο λειτουργός και μέχρι να τελειώσει θα έχει γίνει και ο ίδιος καλά και να ριχτεί και πάλι στη μάχη.

Η μορφή όμως της Παναγίας δέσποζε και στο έπος του 40. Παντού η εικόνα της, σκορπούσε τη χαρά, τη νίκη, το θρίαμβο. Την εικόνα της Παναγίας έδωσε ο Αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος στους στρατιώτες πριν ξεκινήσουν την πορεία τους για το μέτωπο. Μπροστά σε αυτή την εικόνα προσεύχονταν και άναβαν πρόχειρα ένα καντήλι, το οποίο ήταν ένα κονσερβοκούτι, με λίγο λάδι και φυτίλι. Η προσευχή τους ενώπιον αυτής της εικόνας, απλή, καρδιακή, ζεστή, γεμάτη αγάπη, γνωρίζοντας ότι μπορεί στα επόμενα δευτερόλεπτα να βρίσκονται στην αγκαλιά της μέσα στην θαλπωρή της μητρικής της προστασίας. Σε πολλά ταχυδρομικά δελτάρια που κυκλοφορούσαν την περίοδο του 1940, είχαν τυπώσει τη μορφή της Παναγίας μας, ενώ σε κάρτες πολέμου που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα, φαίνεται ότι τόσο οι Έλληνες στρατιώτες, όσο και οι συγγενείς αυτών, επεδίωκαν να στέλνουν τα μηνύματά τους σε κάρτες, που έφεραν την εικόνα της Θεοτόκου.

Σε συνέχεια των παραπάνω να προσθέσουμε και τις μαρτυρίες απλών αγωνιστών της περιόδου εκείνης, που έβλεπαν την Παναγία στα πεδία των μαχών να προπορεύεται και να σκεπάζει τους ήρωες εκείνους, που αγωνίζονταν κάτω από αντίξοες και άνισες συνθήκες και όμως πέτυχαν το ακατόρθωτο σύμφωνα με τα ανθρώπινα δεδομένα, γιατί το χέρι του Θεού και οι πρεσβείες της Κυρίας των Αγγέλων, ήταν εκείνες που καθόρισαν τον νικητή και όχι τα μέσα και οι ανθρώπινες δυνάμεις. Επιβεβαιώθηκε αυτό το οποίο λέει ο ψαλμωδός:«ο γαρ δεσπότης Κύριος Σαβαώθ συνταράσσει τους ενδόξους μετά ισχύος και οι υψηλοί τη ύβρει συντριβήσονται».

Σε αυτό το σημείο όμως να αναφέρουμε και την Παναγία της Τήνου, αφού σε εκείνον τον ευλογημένο και αγιασμένο χώρο που η Δέσποινα Θεοτόκος, εμφανίστηκε και αποκαλύφθηκε στην αγιασμένη μορφή, της τότε μοναχής Πελαγίας και σήμερα Οσίας της Εκκλησίας μας, παράλληλα τιμώνται και εκείνοι που χάθηκαν, κατά τον τορπιλισμό του Πολεμικού Πλοίου «ΕΛΛΗ», από του Ιταλούς, μέσα στο λιμάνι του νησιού, ανήμερα της Παναγίας. Αυτό το γεγονός βύθισε τον Ελληνισμό στο πένθος, ενώ απετέλεσε την μεγαλύτερη πρόκληση των Ιταλών εναντίων των Ελλήνων.

Ας κοιτάξουμε και εμείς όπως κοίταζαν και οι πρόγονοί μας την Παναγία. Ας προσευχηθούμε όπως και εκείνοι, με καθαρή καρδιά και σκέψη. Ας εναποθέσουμε τα σχέδια μας σε Εκείνη και ας αφήσουμε το καράβι της ζωής μας να το κυβερνάει ο Χριστός και η Παναγία. Η ιστορία μας έχει διδάξει ότι όποτε εμπιστευτήκαμε εξ’ ολοκλήρου τη ζωή μας στον Θεό νικήσαμε. Όσες φορές λοξοδρομήσαμε, ακολουθώντας θεούς αλλότριους χάσαμε. Σε μια εποχή που πρέπει να νικήσουμε τις σύγχρονες προκλήσεις και προσκλήσεις, οι αποφάσεις που πρέπει να πάρουμε, πρέπει να αποτελούν συνέχεια του παρελθόντος, με την προοπτική του μέλλοντος και κατά κάποιο τρόπο αποτελούν ένα μονόδρομο. Αυτός ο μονόδρομος είναι του νικητή. Ας μην μας φοβίσουν οι τρικυμίες, οι φουρτούνες και οι δυσκολίες της ζωής. Όλα μπορούμε να τα ξεπεράσουμε, όταν έχουμε δίπλα μας συμπαραστάτες αληθινούς, μοναδικούς και γεμάτους αγάπη και ενδιαφέρον, όπως είναι ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο αρχηγός και κυρίαρχος της ζωής μας.

Ο λαός μας με την απλοϊκότητα και τη σοφία του, αποτύπωσε μέσα στην καθημερινότητά του, αυτή τη βοήθεια του Θεού, της Παναγίας και των Αγίων Του, που χαρίζει τη βεβαιότητα της νίκης και της προόδου. Τελειώνοντας θα μεταφέρω ένα ριζίτικο τραγούδι που αναφέρει ότι ένα καράβι έτοιμο «χτισμένο κι αρματωμένο», αρμενίζει στα πέλαγα και δεν φοβάται τραμουντάνες και μαΐστρους , βοριάδες και σιρόκους απειλητικούς. Λέει λοιπόν:

«Μ’ ένα, καράβι αρμένιζε ανάμεσα πελάου, βαριά φουρτίνα το λαλεί, μαΐστρος, τραμουντάνα, Παναγία κι ο Χριστός κι άγγελος ζουγραφιστός άγγελος, τρισάγγελοςκι ο Μιχαήλ Αρχάγγελος, κι Αϊς – Γιώργης κι Αϊ Λιάς κι η Αγία Πελαγία, κι η Αγιά Μαγδαληνή κι η Αγία Φωτεινή κι Αϊ Νικόλας, Νικόλα, βουήθηξε του κόσμου και βουήθα μας κι εμάς…».

Να μας αξιώσει ο Θεός να εορτάσουμε την Κοίμηση της Θεοτόκου και την εις ουρανούς μετάστασή Της και πάντοτε έχοντας Την δίπλα μας, να καταφέρνουμε να αντιμετωπίζουμε ορατούς και αοράτους εχθρούς και κινδύνους και να πετυχαίνουμε την βίωση της μελλούσης ζωής στον παρόντα αιώνα, όπως το βίωσαν και το πέτυχαν οι Άγιοι και οι άξιοι πρόγονοί μας.

Συνεχίζεται {24}