•Περί του ουκ έξεστι τοις πιστοίς πυρπολείν ομοίωμα του Ιούδα εν τη εορτή της λαμπροφόρου αναστάσεως του Σωτήρος Ιηοού Χριστού

Βασίλειον της Ελλάδος
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος
Προς τους ανά το Κράτος Σεβασμιωτάτους Ιεράρχας και τας επισκοπικάς Επιτροπάς
Από των χρόνων της δουλείας του ‘Εθνους ημών επεκράτησε πολλαχού το βάρβαρον έθος, ίνα κατά την αγίαν εορτήν του Πάσχα πυρπολήται πομπωδώς έξω των ιερών ναών ομοίωμα του Ιούδα, του πλήθους αλαλάζοντος, τας χείρας κροτούντος, κραυγάς αναπέμποντος και το καιόμενον άμορφον ομοίωμα πυροβολούντος.

Το έθος τούτο συν τη πνευμ.ατική προόδω και προκοπή του έθνους αποδοκιμαζόμενον μεν υπό των Σεβασμιωτάτων Ιεραρχών, κατακρινόμενον δε υπό των πεφωτισμένων κληρικών και των ευφρονούντων ορθοδόξων χριστιανών μικρόν κατά μικρόν εξέλιπεν εντελώς από των πλείστων μερών της Ελλάδος. Αλλ’ επειδή ενιαχού εξακολουθεί έως του νυν υφιστάμενον, η Σύνοδος επιποθούσα, ίνα η άτοπος αυτή συνήθεια η περιάπτουσα μώμον εις το ορθόδοςον Ελληνικόν έθνος, εκλείψη εντελώς από της Ελλάδος, εντέλλεται υμίν ίνα δια προτροπών, συμβουλών και παραινέσεων κατορθώσητε ίνα παύση υφιστάμενον και πραττόμενον το άκοσμον τούτο έθος. Διότι τούτο αντίκειται εις τας θεμελιώδεις αρχάς του Ευαγγελίου, το οποίον διδάσκει ημ άς την προς πάντας αγάπην, και ανοχήν και ανεξικακίαν, και εντέλλεται να αγαπώμεν και αυτούς τους εχθρούς ημών, να ευλογώμεν τους καταρωμένους ημάς και να ευχώμεθα υπέρ των επηρεαζόντων και διωκόντων ημάς διότι αντιβαίνει εις αυτό το παράδειγμα του πραοτάτου Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, του αποκαλέσαντος ανεξικάκως εν· αυτή τη ώρα της παραδόσεως τον Ιούδαν φίλον, ειπών αυτώ «εταίρε, εφ’ω πάρει»· διότι αντιμάχεται τέλος εις την ανεξικακίαν, ην ο Ιησούς Χριστός, έδειξε προς τους σταυρωτάς αυτού κρεμάμενος επί του σταυρού, ότε είπε τους θείους εκείνους λόγους, «Πάτερ, άφες αυτοίς· ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Συμφώνως λοιπόν προς τας αρχάς του ιερού Ευαγγελίου οφείλομεν ημείς οι γνήσιοι οπαδοί του Ιησού Χριστού να δεικνύωμεν ανοχήν προς τους Ιουδαίους, όντας πλάσματα του Θεού και τέκνα αυτού, τοσούτω δε μάλλον, καθ’ όσον συζώμεν μετ’ αυτών εν τω αυτώ Κράτει, και βα στά ζουσι και ούτω, άτε πολίται Έλληνες τυγχάνοντες, τα αυτά καινά βάρη,, οία και ημείς, επομένως δέον να απολαύωσι των αγαθών της ησυχίας, της, ειρήνης, της τάξεως, μηδενός έχοντος το δικαίωμα του παρενοχλείν αυτοίς.

Η δε πομπώδης και οχλαγωγική καύσις ομοιώματος του Ιούδα κατά την επίσημον ημέραν του Πάσχα είναι εσχάτη χλεύη προς τους συμπολίτας ημών Ιουδαίους και εξερεθίζει τα θρησκευτικά μίση του λαού κατ’ αυτών, ώστε να πιστεύη ευκόλως ούτος και πάσαν κατ’ αυτών κατηγορίαν, και υποθάλπη την διχόνοιαν και τας έριδας μεταξύ ημών και εκείνων, τούτο δε δίδωσιν αφορμήν προς τους εχθροπαθώς διακειμένους προς τε την γεραράν ημών Εκκλησίαν και το θεοφρούρητον Ελληνικόν έθνος, ίνα εκτοξεύωσι καθ’ ημών κατηγορίας επί φανατισμώ, επί αξενία, και επί μη ευνομία.

Ταύτα γράφουσα υμίν η Σύνοδος, πέποιθεν και δι’ έλπίδος έχει, ότι θέλετε καταβάλλει ου την τυχούσαν μέριμναν και σπουδήν, ίνα και τα έστιν όπου τελευταία λείψανα του βαρβάρου τούτου εθίμου εκλίπωσιν προς τιμήν της εκκλησίας και του ‘Εθνους ημών.

Εν ’θήναις τη 12 η Απριλίου 1891.
Ο Αθηνών Γερμανός Πρόεδρος, † Ο Ζακύνθου Διονύσιος, † Ο ΙΙατρών και Ηλείας Δαμασκηνός, † Ο Καρυστίας Μακάριος
Ο Γραμματεύς Βαρθολομαίος Γεωργιάδης
Αριθμ. Πρωτ. 1342— Διεκ. 891

***

•Περί άνάγκης εξαλείψεως του εθίμου, της κατά το ’γιον Πάσχα περιφοράς και καύσεως ομοιώματος του προδότου Ιούδα

Βασίλειον της Ελλάδος
Η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος
Προς τους ανά το Κράτος Σεβασμιωτάτους Ιεράρχας .

Ο δι’ υπερβάλλουσαν αγάπην και φιλανθρωπίαν ενανθρωπήσας Χριστός ο Θεός ημών, ενετείλατο ημίν ίνα αγαπώμεν πάντας τους ανθρώπους και αυτούς τους εχθρούς ημών, και ευλογώμεν τους καταρωμένους ημάς και ευχώμεθα υπέρ των επηρεαζόντων και διωκόντων ημάς, δια δε της περί του εμπεσόντος εις τους ληστάς παραβολής, εδίδαξεν ημάς, ότι πλησίον ημών είναι, πας άνθρωπος, οιασδήποτε θρησκείας και εθνικότητος και αν η ούτος, και αν έτι μισή και αποστρέφηται ημάς, ως οι Ιουδαίοι τους Σαμαρείτας. Αλλ’ ο Σωτήρ ημών ου μόνον εδίδαξεν ημάς, ότι η αγάπη ημών πρέπει να είναι καθολική, εκτεινομένη και εις αυτούς τους εχθρούς ημών, αλλά και αυτός έδειξε την αγάπην ταύτην, καθ’ άπαντα μεν τον επίγειον αυτού βίον, μάλιστα δε εν μέσω των παθών και από του Σταυρού, ω προσηλωμένος ηυχήθη προς τον ουράνιον αυτού πατέρα υπέρ των θανασίμων αυτού εχθρών, ειπών τα θεία εκείνα ρήματα – «Πάτερ, άφες αυτοίς – ου γαρ οίδασι τι ποιούσιν». Τοις θείοις του Κυρίου παραγγέλμασι, και το σκεύος της εκλογής, ο μακάριος Παύλος, στοιχών, πολλαχού των θεοπνεύστων αυτού επιστολών παραγγέλλει τοις πιστοίς, ίνα πλεονάζωσι και περισσεύωσι τη αγάπη εις αλλήλους και εις πάντας, ειρηνεύωσι δε μετ’ ανθρώπων, και προς τους έξω περιπατώσιν ευσχημόνως. Της κρηπίδος όμως ταύτης των ευαγγελικών αρετών, ως μη ώφελεν, επιλανθάνονταί τινες των ευσεβών χριστιανών, διότι εν τη ημέρα της λαμπροφόρου ’ναστάσεως, οπότε η μήτηρ ημών Εκκλησία επί μάλλον προτρέπεται και παρακελεύεται τα πιστά αυτής τέκνα επιδείξασθαι αγάπην και προς αυτούς τους μισούντας ημάς, χαρμοσύνως ψάλλουσα: «είπωμεν, αδελφοί, και τοις μισούσιν ημάς, συγχωρήσωμεν πάντα τη Αναστάσει», εν ταύτη τη πανευφροσύνη εορτή, ενιαχού του θεοφρουρήτου Βασιλείου, προς προσβολήν και ονειδισμόν των συμπολιτών ημών Ιουδαίων, περιφέρεται ομοίωμα του προδότου Ιούδα, και εν μέσω ανοικείων και αξιομέμπτων αλαλαγμών και ατάκτων κραυγών και εκτρόπων σκηνών, πυροβολείται τούτο και καίεται, ει και η Σύνοδος, δια της υπ’ αριθ. Πρωτ. 1843—Διεκπ. 539, από 12 ης Απριλίου 1891, Εγκυκλίου, ρητώς τον κατάκριτον τούτον αναχρονισμόν απηγόρευσεν, ως αντιβαίνοντα εις τα ιερά της αμωμήτου ημών πίστεως παραγγέλματα, μηδενός δε δικαιουμένου παρενοχλείν τινα εν ευνομουμένω Κράτει, εν ω των αυτών μετέχουσιν αγαθών πάντες οι πολίται και της αυτής αξιούνται προστασίας υπό των νόμων και τα αυτά βαστάζουσι κοινά βάρη. Και ομολογητέον μεν, ότι το ανοίκειον τούτο και αντιχριστιανικόν έθιμον εκ πολλών μερών του Βασιλείου Κράτους, δια του φωτός της υγιαινούσης διδασκαλίας, εξέλιπε και ανεπιστρεπτεί εξηφανίσθη. Αλλ’ επεί ενιαχού εξακολουθεί υφιστάμενος ο αναχρονισμός ούτος, ήκιστα μαρτυρών αληθή επί τα καλά πρόοδον, ανάγκη παρίσταται, ίνα σύντονος ληφθή πρόνοια και πάσα καταβληθή προσπάθεια προς άρσιν και εξάλειψιν του ατόπου τούτου. Διότι, ως ούδαμώς λανθάνει Υμάς, η δια πυροβολισμών και καύσεως ομοιώματος του προδότου διακωμώδησις και εξουθενισμός των συμπολιτών ημών Ιουδαίων, προφανώς διεγείρει θρησκευτικόν μίσος και υποθάλπει κατ’ αυτών φανατισμόν, αμαυροί δε και την υπόληψιν των μερών, ων εν μέσω επισυμβαίνει το τοιούτον κακόν. Τούτου ένεκα, επάναγκες έκρινεν η Σύνοδος, ίνα δια της παρούσης, σύντονον επιστήση την προσοχήν Υμών επί του αντικειμένου τούτου και προτρέψηται Υμάς, ίνα δια συμβουλών, παραινέσεων και προτροπών συντόνων και διδακτικών, προληφθή καθ’ ολοκληρίαν πάσα εν τω μέλλοντι απόπειρα προς καύσιν ομοιώματος του Ιούδα, εν οιωδήποτε μέρει της θεοσώστου Υμών επισκοπικής παροικίας.

Ταύτα καθηκόντως εντελλομένη Υμίν η Σύνοδος πέποιθεν, ότι δια της εγκαίρου και τελεσφόρου Υμών μερίμνης και ενεργείας, τέλεον εξαλειφθήσεται το αντιχριστιανικόν τούτο έθιμον, επί τιμή της Εκκλησίας και της πατρίδος ημών.

Εν ‘Aθήναις τη 10 Μαΐου 1910.
Ο Αθηνών Θεόκλητος, Πρόεδρος,
Ο Ηλείας Δαμασκηνός,
Ο Πατρών Αντώνιος,
Ο Σύρου, Τήνου και ΄Ανδρου Αθανάσιος,
Ο Τρίκκης και Σταγών ΄Ανθιμος.
Ο Γραμματεύς ’ρχιμ. Πολύκαρπος Θωμάς.
Αριθμ. Πρωτ. 2043 Αριθμ. 664

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.