Γράφει ο Πρωτοπρεσβύτερος Εμμανουήλ Σέρβος,

Γενικός Αρχιερατικός Επίτροπος Ιεράς Μητροπόλεως Ιλίου, Αχαρνών & Πετρουπόλεως

«Ὁ ἀληθινός τάφος τῶν νεκρῶν εἶναι οἱ καρδιές τῶν ζωντανῶν»

(Τάκιτος, Ρωμαῖος Ἱστορικός) 

Πράγματι, η πιο πάνω φράση που γράφτηκε από τον μεγάλο Ρωμαίο Ιστορικό Τάκιτο αποτελεί μια αδιάψευστη πραγματικότητα για τη σχέση αυτών που αναχώρησαν για τον ουρανό με τα μέλη της Στρατευομένης Εκκλησίας.

Ο τάφος ενός μεγάλου ανδρός είναι η καρδιά του καθενός από αυτούς οι οποίοι τον εγνώρισαν, τον εθαύμασαν και ευεργετήθηκαν απ’ αυτόν. Μέσα στον «τάφο» της καρδιάς μας, διατηρείται πάντοτε ζωντανή η μνήμη ενός ξεχωριστού ανθρώπου, που σημάδεψε τη ζωή μας.

Αυτές τις μέρες, έχουν γραφτεί και δημοσιευθεί πολλά επαινετικά λόγια, επικήδεια και επιμνημόσυνα για τον πρόσφατα κοιμηθέντα Μητροπολίτη Φιλίππων, Νεαπόλεως καί Θάσου κυρό Προκόπιο, ο οποίος άδοξα έφυγε για τους ουρανούς με το γεγονός του θανάτου του να σκορπίζει θλίψη καί συγκίνηση σε σύμπασα την Εκκλησία της Ελλάδος και ιδιαίτερα, σ’ εκείνους που τον έζησαν.

Δυστυχῶς μοῦ ἔλαχε, τόσο κατά την ημέρα του θανάτου αυτού του σπουδαίου ιεράρχη, όσο και κατά την ημέρα της κηδείας του, να ευρίσκομαι στη Βιέννη, για την τέλεση ενός φιλικού γάμου καί έτσι, δεν μπόρεσα να τον αποχαιρετήσω από κοντά.

Αντ’αυτού, ας αποτελέσουν οι λιγοστές αυτές γραμμές τον ιδικό μου χαιρετισμό και συνάμα ταπεινό μνημόσυνο σ’ένα λαμπρό δεσπότη, μα προπαντός, σ’ ένα μεγάλο ἄνθρωπο, μια φωτεινή προσωπικότητα που σημάδεψε τη ζωή μου σχεδόν για μια δεκαετία.

Τον μακαριστό Μητροπολίτη Φιλίππων Προκόπιο, τόν εγνώρισα στο Λουτράκι Κορινθίας σαν Ιεροκήρυκα της Ιεράς Μητροπόλεως Κορίνθου, τό έτος 1971, όταν Μητροπολίτης Κορίνθου ήταν ο αείμνηστος Παντελεήμων (Καρανικόλας), ο οποίος και με χειροτόνησε Διάκονο. Ως Διάκονος, παρέμενα για ένα χρονικό διάστημα φιλοξενούμενος στο σπίτι του επίσης αείμνηστου Ἀρχιμανδρίτη Προκοπίου Παπαδόπουλου, συνωνύμου, παλαιού φίλου και συμμοναστού του Προκοπίου, εφόσον και οι δύο υπήρξαν πνευματικά αναστήματα του μακαριστού Μητροπολίτου Κορίνθου Προκοπίου (Τζαβάρα).

Λόγω της φιλίας των δύο πνευματικών αυταδέλφων αρχιμανδριτών, ο Προκόπιος επισκεπτόταν τακτικά τον εν Χριστώ φίλο και αδελφό και συνώνυμό του στο Λουτράκι και έτσι είχα την ευκαιρία να γνωρίσω τον τότε Αρχιμανδρίτη Προκόπιο Τσακουμάκα, με τον οποίο, μολονότι Διάκονος ακόμα, ανέπτυξα μια πολύ καλή φιλία.

Μετά από τρία χρόνια, το 1974 και ενώ βρισκόμουνα με απόσπαση, Πρεσβὐτερος πλέον, στην Ιεραποστολή στην Αφρική και συγκεκριμένα στο Ζαϊρ, με μεγάλη χαρά και συγκίνηση πληροφορήθηκα την ανάδειξη του φίλου μου Αρχιμανδρίτη Προκοπίου Τσακουμάκα, σε Μητροπολίτη Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου.

Η επικοινωνία μου μέχρι το έτος 1977 μαζί του, περιοριζόταν σε τηλεφωνήματα καθώς και ἐπιστολές.

Το έτος 1977 στάθηκε σημαδιακό για τη γνωριμία μας ἐφόσον για πρώτη φορά, τον Ιανουάριο του ιδίου έτους αξιώθηκα να επισκεφθώ την πανέμορφη Καβάλα, που την έκανε ομορφότερη η παρουσία του Προκοπίου στον ιστορικό Θρόνο της, ενός ιεράρχου νέου, με δροσερές ιδέες και αντιλήψεις, πολλά υποσχόμενου για το μέλλον της.

Μέ δέχτηκε και με φιλοξένησε στην Καβάλα με την ίδια αγάπη και απλότητα όπως και τότε στο Λουτράκι, κι ας είχε γίνει δεσπότης και μάλιστα σε Μητρόπολη ζηλευτή. Κι εκεί, στην Καβάλα, μου μίλησε ξεκάθαρα προτείνοντάς μου να επιστρέψω στην Ελλάδα και να του συμπαρασταθώ στο πολύπλευρο ποιμαντορικό του έργο. Καί κατά τό Γραφικό λόγιο, μαζί με την οικογένειά μου «αφέντες άπαντα ηκολουθήσαμεν αυτώ» (Λουκ. ε,11) και εγκατασταθήκαμε στην Καβάλα τον Αύγουστο του 1977 όπου και παραμείναμε μέχρι τον Δεκέμβριο του 1986.

Πέρασα σχεδόν μία δεκαετία κοντά στον Φιλίππων Προκόπιο, ο οποίος, πέρα από τα εφημεριακά μου καθήκοντα μου ανέθεσε άτυπα καθήκοντα Γενικού Αρχιερατικού Επιτρόπου της Μητροπόλεως με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Κατά τη διακονία μου στην Καβάλα διέκρινα τον πλούτο του ψυχικού κόσμου του μεγάλου Ιεράρχη, ενός Ιεράρχη ο οποίος συνδύαζε τέλεια την αμεσότητα, την απλότητα και την κοινωνικότητα με την τυπικότητα, την αυστηρότητα και την πειθαρχία, στοιχεία που διέκριναν τους ιεράρχες της «παλαιάς φρουράς» της Εκκλησίας και για τα οποία, ποτέ δεν ζήμιωσε ο ίδιος ή η Μητρόπολη που του ανέθεσε η Εκκλησία για να διαποιμάνει. Τουναντίον, τα χαρίσματα αυτά απετέλεσαν και το «μυστικό» της επιτυχίας των ποιμαντικών του αγώνων και της ακάματης αρχιερατικής του δράσης μέχρι το τέλος της επίγειας ζωῆς του.

Τους ιερείς δεν έπαυσε να τους βλέπει σαν παιδιά του με άοκνο ενδιαφέρον για τα προβλήματά τους χωρίς όμως ποτέ να εκμηδενίζει τις αποστάσεις που επιβάλλει ο σεβασμός και η αυτοσυνειδησία του αρχιερατικού υπουργήματος ενώ συχνά δεν έπαυε να τους υπομιμνήσκει την ανάγκη προσήλωσης και ολοκληρωτικής αφοσίωσης στον βωμό του ιερατικού καθήκοντος.

Υπήρξε Ιεράρχης αυστηρός, όχι όμως άδικος. Επιτιμητικός όπου και όταν έπρεπε, με γνώμονα πάντοτε την παράδοση της Αγίας Εκκλησίας και τα Κυριακά Λόγια.

Θυμάμαι, κάποια φορά, επισκεφθήκαμε μαζί κάποιο χωριό για να τελέσουμε τους Τρίτους Χαιρετισμούς προς την Παναγία μας. Δεν έχει σημασία το όνομα της ενορίας ή του ιερέα αλλά το ίδιο το περιστατικό, που φανερώνει τη μακροθυμία του αείμνηστου Προκοπίου, παρά την αυστηρότητά του.

Ο Ναός του χωριού αντιμετώπιζε διάφορα στατικά προβλήματα και ως εκ τούτου υπήρχε η σκέψη κατεδάφισης και ανέγερσης νέου Ναού, εφόσον ο παλαιός Ναός δεν αποτελούσε διατηρητέο μνημείο, πλην όμως δεν είχε συζητηθεί επίσημα και, πολύ περισσότερο, δεν είχε ληφθεί απόφαση Μητροπολιτικού Συμβουλίου ούτε είχε προηγηθεί οποιαδήποτε Πολεοδομική μελέτη και εργασία.

Φτάνοντας, λοιπόν, με τον μακαριστό Δεσπότη στο χωριό και πορευόμενοι προς την εκκλησία, κατάπληκτοι διαπιστώσαμε ότι ο Ναός είχε ήδη…. κατεδαφιστεί (!!!) με συνοπτικές διαδικασίες και χωρίς οποιαδήποτε άδεια ή ενημέρωση της Μητρόπολης.

Από πληροφορίες στα καφενεία του χωριού μάθαμε ότι ο εφημέριος θα τελούσε τους Χαιρετισμούς στον… νεκροταφειακό Ναό του χωριού, στον οποίο Ναό πήγαμε και τον συναντήσαμε. Ο θυμός και η αγανάκτηση του Προκοπίου ήταν δικαιολογημένα εφόσον ο Ιερέας ενήργησε τελείως αυθαίρετα και μάλιστα κατεδαφίζοντας όχι ένα μαντρότοιχο αλλά ένα ολόκληρο ενοριακό Ναό!

Σε μία τέτοια περίπτωση, ο οικείος Επίσκοπος θα μπορούσε να επιβάλει στον Ιερέα, πέρα από μία σφοδρή επίπληξη, και μία τιμωρία για την πράξη του αυτή στην οποία προέβη χωρίς να ενημερώσει την προϊσταμένη του αρχή, χωρίς άδεια του Μητροπολιτικού Συμβουλίου κ.λπ.

Αντίθετα, ο αείμνηστος Προκόπιος, αφού ξεπέρασε το πρώτο σοκ από την αυθαιρεσία του Ιερέα και αφού τόν επέπληξε δριμύτατα, αποφάσισε να μήν του επιβάλει τιμωρία εφόσον διανύαμε τότε την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής, περίοδο καταλλαγής, συγγνώμης, συμφιλίωσης. Τόσο μεγάλη καρδιά είχε ο αλησμόνητος Ιεράρχης.

Ο εσωτερικός του πλούτος, όμως, φαινόταν μέσα από την αρετή της αφιλαργυρίας, που στόλιζε την ψυχή του. Μολονότι χαρακτήρας κοινωνικός και καταδεχτικός, ουδέποτε εισέπραξε δραχμή από τις διάφορες Ιεροτελεστίες, Ιερά Μυστήρια, Κηδείες, Μνημόσυνα κ.λπ. στα οποία προϊστατο. Αντ’ αυτού, με προσωπική του απόφαση, τα προσφερόμενα χρήματα κατατίθεντο σε ειδικό ταμείο το οποίο είχε συστήσει με σκοπό την υποτροφία απόρων φοιτητών και σπουδαστών. Και εδώ ακριβώς ξετυλίγεται ακόμη μία πτυχή της πολύπλευρης φωτεινής του προσωπικότητας: Η αγάπη πρός τα νειάτα, τη χρυσή ελπίδα του αύριο της αγαπητής Πατρίδας. Αγάπη έμπρακτη, χωρίς πολλά λόγια, διηνεκής και ανυπόκριτη.

Ως άνθρωπος, ο Προκόπιος είχε ακόμα μία μεγάλη αγάπη: Τη θάλασσα. Την γαλανή, καθάρια Ελληνική Θάλασσα. Και, λές και ο Κύριος, ο ετάζων καρδίας και νεφρούς, γνωρίζοντας τη μεγάλη αδυναμία του για τη θάλασσα, τον ανέδειξε Επίσκοπο πόλεως παραθαλασσίας, μίας πανέμορφης Μητρόπολης, η οποία, εκτός από την Αποστολική καθέδρα της περιλαμβάνει και την πανέμορφη Θάσο, χαρίζοντάς της έτσι ένα ιδιαίτερο θαλασσινό – νησιωτικό αέρα και καθιστώντας την μία από τις πλέον ζηλευτές Μητροπόλεις της Εκκλησίας της Ελλάδος.

Άπειρες, αμέτρητες φορές «έκλεβε» χρόνο από τον πολύτιμο χρόνο των πολλαπλών του καθηκόντων, έτσι, για να ηρεμήσει περπατώντας σε μια ήσυχη ακροθαλασσιά, να σκεφτεί, να προσευχηθεί, ή ακόμη, να βρεθεί μέσα στα ήρεμα καθάρια νερά της, ως απλός άνθρωπος, σαν ένας από εμάς, αναζητώντας τη δροσιά, την αρμύρα, το υγιεινό της αγέρι.

Και δεν είναι τυχαίο που ο Κύριος επέτρεψε, η αναχώρησή του για τον ουρανό, για την εκεί «μένουσαν πόλιν», να γίνει μέσα από την αγκαλιά της θάλασσας που τόσο πολύ αγάπησε. Εκεί εκοιμήθη, ήρεμα, αθόρυβα, ταπεινά, χωρίς να ταλαιπωρήσει κανέναν στις τελευταίες στιγμές της επίγειας ζωής του, κοντά στο ποίμνιό του για το οποίο μόχθησε, θυσιάστηκε, προσέφερε και από το οποίο πολύ αγαπήθηκε.

Και τώρα από εκεί, αναπαυόμενος πλέον στους κόλπους της Θριαμβεύουσας Εκκλησίας, «εξ ύψους» εξακολουθεί να «επισκοπεύει», να βλέπει την αγαπημένη του Μητρόπολη, που από ψηλά, σίγουρα θα φαντάζει ακόμα πιο όμορφη, έτσι, καθώς βρέχει τα πόδια της από το Ελληνικό Αιγαίο, καθώς έχει στην αγκαλιά της σαν μονάκριβο παιδί το ωραιόμορφο νησί της Θάσου, καθώς ατενίζει μέσα από την ιστορία των Φιλίππων την μαρτυρική πορεία του Θείου Παύλου. Και είναι βέβαιο ότι ο μέγας Απόστολος των Εθνών, με τρόπο μυστικό, που εμείς «οι ζώντες, οι περιλειπόμενοι» δεν μπορούμε να κατανοήσουμε, μαζί με τον Κύριο της δόξης ήδη υποδέχτηκαν στην άνω Ιερουσαλήμ τον Φιλίππων, Νεαπόλεως και Θάσου Προκόπιο με τα θεία τούτα λόγια: «Τὸν ἀγῶνα τὸν καλὸν ἠγώνισαι, τὸν δρόμον τετέλεκας, τὴν πίστιν τετήρηκας·Λοιπὸν ἀπόκειταί σοι ὁ τῆς δικαιοσύνης στέφανος» (Τιμ. Β΄, 4, 7-8).