(1855 -1860 – Δ΄ ΜΕΡΟΣ)

Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)

Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Συνεχίζουμε να  βρισκόμαστε στο έτος 1855 και το έγγραφο με το οποίο ξεκινούμε σήμερα, έρχεται από τον Ιερέα της Φρουράς του Ρίου, το οποίο αποστέλλει στο Φρουραρχείο, με ημερομηνία 29 Οκτωβρίου 1855. Στην αναφορά αυτή ο Ιερέας ζητά, να του γίνει αύξηση μισθού, σε εξήντα δραχμές, διότι παλαιότερα δεν υπήρχε στην Φρουρά Ιερός Ναός και έτσι μπορούσε και έφευγε κάποιες ημέρες και πήγαινε στην οικογένειά του και εκεί  τελούσε και  κάποιες ιεροπραξίες. Μετά την ανέγερση του Ναού, δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων να απομακρύνεται, άρα δεν μπορούσε να βλέπει την οικογένεια του και η αντιμισθία την οποία του χορηγούσε ο στρατός, δεν ήταν ικανή για  να συντηρήσει την οικογένειά του, αλλά ούτε και ο ίδιος μπορούσε να ανταπεξέλθει στα προσωπικά του έξοδα.

Στην αναφορά αυτή, για να δείξει την άσχημη κατάσταση στην οποία βρισκόταν, αναφέρει ότι και η ιερατική στολή την οποία φορούσε ήταν ακατάλληλη, ώστε με την βοήθεια του Φρουραρχείου του έγινε μια καινούρια, για να αντικαταστήσει την παλαιότερη. Στο τέλος παρακαλεί και πάλι να του εγκριθεί η αύξηση του μισθού του ή σε διαφορετική περίπτωση, να του σταλεί η παραίτησή του, ώστε : « να δυνηθώ διοριζόμενος ως ιερουργός Ναού τινός να οικονομώ τα αναγκαία μου», όπως αναφέρει κατά λέξη.

Η αναφορά αυτή από το Φρουραρχείο του Ρίου, στάλθηκε στο Υπουργείο των Στρατιωτικών, προκειμένου να αποφανθεί επί του θέματος. Το Φρουραρχείο επί της καταστάσεως αυτής, τοποθετείται και αναφέρει, ότι  μπροστά σε αυτή την δεινή οικονομική θέση στην οποία βρέθηκε ο Ιερέας, αναζήτησαν κάποιον άλλον, ώστε να τον αντικαταστήσουν. Όμως παρά ταύτα δεν βρέθηκε κάποιος άλλος κληρικός, ο οποίος δεν θα απομακρυνόταν από την Φρουρά, θα έμενε μόνος του στο φρούριο και θα έπαιρνε την ελάχιστη αμοιβή. Όλα τα παραπάνω είχαν ως αποτέλεσμα, όποιος κληρικός και να βρισκόταν να δεχτεί τη θέση αυτή, θα αντιμετώπιζε τα ίδια προβλήματα και δεν θα μπορούσε ούτε ο ίδιος να συντηρείται, αλλά ούτε και η οικογένειά του. Κατόπιν τούτων, προτείνει, όπως το Υπουργείο, εγκρίνει το αίτημα του εν λόγω Ιερέως.

Μέσα από αυτήν την αναφορά που παρουσιάσαμε, διαπιστώνουμε μέσα από απλές λέξεις, μέσα από μικρές, αλλά πολύ περιεκτικές φράσεις, την οικονομική κατάσταση στην οποία βρίσκονταν πολλές φορές οι Ιερείς μας και οι οικογένειές τους. Η οικονομική κατάσταση στην εποχή την οποία εξετάζουμε, δεν ήταν καθόλου καλή για κανέναν, στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος. Όλοι αγωνίζονταν να σταθούν στα πόδια τους και να ορθοποδήσουν, ξεπερνώντας τις δυσκολίες του παρελθόντος και επουλώνοντας τα τραύματα του.  Όλοι προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν τον «νέο» εχθρό,  που στην πραγματικότητα δεν ήταν νέος, δεν τον αντιμετώπιζαν για πρώτη φορά, απλώς εμφανιζόταν με μια νέα μορφή, που τον έκανε πιο πολύπλοκο και σύνθετο και ήταν η ανέχεια και η φτώχεια.

Φυσικά η  οικονομική κατάσταση, δεν ήταν καλύτερη παλαιότερα και με τον κατακτητή. Και τότε υπήρχε και φτώχεια και πείνα και ανέχεια και όλα τα άλλα που φέρνουν αυτές οι καταστάσεις. Και τότε ο λαός μας στέναζε κάτω από τις κακουχίες και τις δυσκολίες. Μάλιστα τότε το πρόβλημα της φτώχειας, γινόταν ακόμα μεγαλύτερο  με το να στερούνται οι πρόγονοί μας, την ελευθερία τους και να βρίσκονται κάτω από τον τουρκικό ζυγό, που τους στερούσε κάθε ανθρώπινο δικαίωμα. Τώρα που ελευθερώθηκαν και πάλι η κατάσταση δεν άλλαξε και πολύ ως προς το κομμάτι το οικονομικό και γι’ αυτό αγωνίζονταν να επιβιώσουν, μα πάνω από όλα, παρ’ όλες τις δυσκολίες και τα προβλήματα, προσπαθούσαν να χαρούν αυτό το ύψιστο αγαθό της ελευθερίας που τους το χάρισε ο Θεός, μέσα από τους αγώνες που έδωσαν.

Έτσι και οι Ιερείς μας δεν αποτελούσαν εξαίρεση στον κανόνα αυτό. Δεν ήταν κάτι το διαφορετικό από τους λοιπούς ανθρώπους της εποχής των. Οι δυσκολίες και τα προβλήματα πολλά και μεγάλωναν ακόμα περισσότερο, όταν είχαν και πίσω τους πολυμελής οικογένειες, με ανάγκες και «απαιτήσεις», όχι παράλογες, αλλά μέσα στα πλαίσια της επιβίωσης και της διατήρησης του προσώπου και της αξιοπρέπειάς των.

Δεν πρέπει να μας παραξενεύει η στάση του Ιερέως, με το να ζητά αύξηση στον μισθό του ή σε διαφορετική περίπτωση να θέλει να απολυθεί από το στρατό. Η παρουσία και διακονία του στο στρατό, δεν έγινε με οικονομικά κριτήρια και λοιπές οικονομικές μονάδες μέτρησης της εποχής. Έγινε από αγάπη και πολύ σεβασμό προς τα πρόσωπα εκείνα που υπηρετούσαν την πατρίδα, μέσα από το στράτευμα και καλούνταν εάν απαιτείτο να δώσουν  και πάλι νέους αγώνες, νέες μάχες, για να διατηρήσουν ελεύθερη την πατρίδα, αλλά ακόμα και να ελευθερώσουν και τα λοιπά τμήματά της, που παρέμεναν κάτω από τον τουρκικό ζυγό και περίμεναν και εκείνα την ημέρα της δικής των αναστάσεως.

Δεν μπορούμε σε καμία περίπτωση αυτό το δίλημμα το οποίο έθετε ο Ιερέας μας, να το εκλάβουμε σαν απειλή. Δεν απειλούσε, δεν προειδοποιούσε, δεν φοβέριζε, δεν πίεζε καταστάσεις. Πιεζόταν, δυσκολευόταν, αλλά παρά ταύτα υπομένει, επιμένει και προσεύχεται, ώστε το πρόβλημά του να λυθεί, με τον καλύτερο τρόπο για όλους. Ήθελε να ζει με αξιοπρέπεια και να διατηρεί αυτήν την ιεροπρέπεια, η οποία ήταν πάνω από τα οικονομικά μεγέθη της εποχής και κάθε εποχής.

 Ζούσε μια κατάσταση όπου έπρεπε να μην χάσει την ισορροπία στην οποία βρισκόταν. Ήθελε να είναι εντάξει με την συνείδησή του. Επιθυμούσε οι σχέσεις τις οποίες έπρεπε να κρατήσει και να διατηρήσει,  από την μια πλευρά με την ιερατική ιδιότητα την οποία είχε, σε συνδυασμό με την αποστολή την οποία έπρεπε να εκπληρώσει, αλλά και η οικογένειά του από την άλλη πλευρά, την οποία δεν μπορούσε και δεν έπρεπε να παραμελήσει, να βρίσκονται σε τέτοιο σημείο, ώστε να μην κρέμονται σε ένα λεπτό σχοινί, ούτε να είναι τεταμένες. Δεν ζητούσε παράλογα πράγματα. Δεν ζητούσε υπερβολές. Μπορεί κάποιος να ισχυριστεί ότι το ποσό το οποίο ζητούσε να  ήταν υπερβολικό. Μπορούμε να βρούμε παρά ταύτα την μέση οδό. Μπορούμε να βρούμε λύσεις σε όλα τα προβλήματα. Μπορούσε να βρεθεί λύση και σε αυτό το πρόβλημα.

Δεν υπήρχε αδιέξοδο, το αδιέξοδο θα δημιουργείτο μέσα από την άρνηση να σκύψει το Υπουργείο και να δει το πρόβλημα, να το αγγίξει, να το ψηλαφίσει και να επέμβει όταν χρειαστεί και όπως χρειαστεί, προκειμένου να προχωρήσει χωρίς προβλήματα και δυσκολίες, έχοντάς τα  ξεπεράσει, με μία διάθεση ειρήνευσης και αποκατάστασης της τάξεως και της ησυχίας. Βεβαίως όλα τα παραπάνω ισχύουν για κάθε περίπτωση, ακόμα και στις ημέρες μας, σε κάθε πρόβλημα και σε κάθε δυσκολία την οποία θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε, ο οποιοσδήποτε και αν είναι από οποιαδήποτε θέση και αν κληθεί να προσφέρει λύση ουσιαστική με περιεχόμενο και αποτέλεσμα.

Μετά την συνήθη αλληλογραφία που ακολουθήθηκε, το Υπουργείο των Στρατιωτικών, με έγγραφό του, στις 11 Νοεμβρίου 1855 προς το Φρουραρχείο του Ρίου, ανέφερε ότι θα χορηγούσε στον Ιερέα, το ποσό των τριάντα δραχμών, για την εκτέλεση των θρησκευτικών του καθηκόντων. Σε περίπτωση που δεν θα δεχόταν ο Ιερέας το ανωτέρω ποσό, τους καλούσε να το αναφέρουν, προκειμένου να προχωρήσουν στην αντικατάστασή του. Δεν γνωρίζουμε εάν ο Ιερέας δέχτηκε την αντιμισθία αυτή. Δεν συναντήσαμε κάποιο άλλο έγγραφο μέσα στην ερευνητική μας πορεία στα έγγραφα της περιόδου αυτής, που να μας δείχνουν τελικά τι έγινε με το θέμα αυτό. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι με τη  λύση που προτάθηκε, θα εξυπηρετούσε και τις δύο πλευρές και έτσι και η Φρουρά, δεν θα στερείτο τον Ιερέα της, αλλά ούτε και ο Ιερέας να ακολουθούσε έναν διαφορετικό δρόμο από αυτόν που είχε επιλέξει να ακολουθήσει και να διακονήσει, με πολλή αγάπη και θυσιαστική προσφορά.

Μέσα στην μέριμνα και στο ενδιαφέρον της ποιμαίνουσας Εκκλησίας, για τους σπουδαστές και μαθητές, δεν μπορούσε να μείνουν εκτός οι Στρατιωτικές Σχολές, εκεί όπου σφυρηλατείται και καλλιεργείται ο χαρακτήρας εκείνων, που αύριο θα είναι ο ηγέτης, ο αρχηγός, αυτός που καλείται αφού θα είναι ο πρώτος  να πάει μπροστά και να δίνει το παράδειγμα της αυτοθυσίας, της προσφοράς και της γενναιότητας. Μέσα στις Στρατιωτικές Σχολές, μεταξύ των άλλων, καλούνταν οι αυριανοί ηγήτορες του στρατού, μεταξύ των άλλων εφοδίων και γνώσεων, που καλούνταν να εφοδιαστούν, μέσα από την φοίτηση τους στην σχολή, να έχουν και εκείνη την θρησκευτική διαπαιδαγώγηση, που θα τους ενίσχυε ακόμα περισσότερο, στο  μελλοντικό τους πολυεύθυνο και επικίνδυνο αρκετές φορές έργο. Μέσα από την προσήλωσή τους στα ιερά και στα όσια της φυλής μας, μέσα από την πίστη που θα τους στήριζε στην αποστολή τους, θα ήταν αντάξιοι συνεχιστές και υπερασπιστές μεταξύ των άλλων και της αμωμήτου πίστεώς μας, στον καιρό της ειρήνης.

Το τελευταίο έγγραφο για το έτος 1855, έρχεται από το Υπουργείο των Εκκλησιαστικών και το αποστέλλει στο Υπουργείο των Στρατιωτικών, με ημερομηνία 10 Δεκεμβρίου 1855. Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται, ότι σύμφωνα με έγγραφο που απέστειλε ο Μητροπολίτης Αθηνών, έχουν δοθεί οι ανάλογες οδηγίες προς τους Ιερείς και την Επιτροπή του Ναού του Σωτήρος του επιλεγομένου «Κωττάκη» και αφορά των εκκλησιασμό των σπουδαστών της στρατιωτικής σχολής. Το έγγραφο αυτό του Μητροπολίτου, προφανώς το είχε λάβει η Διοίκηση της Σχολής, ως αποδέκτης προς ενέργεια, προκειμένου να πράξει ότι όφειλε σχετικά με τον εκκλησιασμό των σπουδαστών.

Ο Ναός που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, είναι ο Ναός της Μεταμορφώσεως στην Πλάκα. Αρχικά φέρεται να ήταν αφιερωμένος στη Παναγία Σώτειρα και όχι στην Μεταμόρφωση του Σωτήρος Χριστού μας. Η προσωνυμία Κοττάκη οφείλεται στο οικογενειακό όνομα της αντίστοιχης οικογένειας, η οποία είτε ανήγειρε τον Ναό εξαρχής, είτε  απλά τον κατείχε κατά το διάβα των αιώνων. Ο Ναός χρονολογείται στο πρώτο μισό του 11ου αιώνα μ.Χ., αν και υπάρχει παντελής έλλειψη στοιχείων και πληροφοριών εν γένει για την ιστορία του ναού.

Όπως σχεδόν όλες οι εκκλησίες της Αθήνας υπέστη σοβαρές ζημιές κατά την διάρκεια του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα των Ελλήνων κατά την διάρκεια των ετών 1821-1827. Από το 1827 και ως το 1855, η εκκλησία παραχωρήθηκε στη Ρωσική πρεσβεία προς εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών των Ρώσων κατοίκων της πόλεως των Αθηνών. Οι Ρώσοι την επισκεύασαν το 1834 και την επέκτειναν, γκρεμίζοντας τους εξωτερικούς τοίχους, για να προσθέσουν καμαροσκέπαστα κλίτη βόρεια, νότια και δυτικά. Όταν αργότερα η Ρωσική κοινότητα εγκαταστάθηκε αλλού, ο Ναός έγινε εκ νέου ενοριακός.

Στο διάστημα που μεσολάβησε από την αποχώρηση των  Ρώσων, μέχρι να γίνει ενοριακός Ναός και πάλι, μάλλον τότε χρησιμοποιήθηκε από τη Στρατιωτική Σχολή, καλύπτοντας τις λειτουργικές της  ανάγκες, με την μέριμνα της τοπικής Εκκλησίας, επιβεβαιώνοντας αυτά τα οποία γράψαμε παραπάνω, αποτυπώνοντας στην πράξη, την αγάπη και το ενδιαφέρον της Εκκλησίας μας, για τα πιστά μέλη Της, με σκοπό την πνευματική τους πρόοδο και προκοπή.

Συνεχίζεται {75}

Γίνετε συνοδοιπόροι μας στην γνώση και την ενημέρωση. Στείλτε στο info@poimin.gr άρθρα, φωτογραφίες, βίντεο ή κάτι που πιστεύετε ότι αξίζει να μοιραστείτε τόσο με εμάς όσο και με τους αναγνώστες μας.