(1854 -1860 Ζ ΄ ΜΕΡΟΣ)

Aρχιμ. Αλεξίου Ιστρατόγλου Ανχη (ΣΙ)

Στρατιωτικού Ιερέως Αρχηγείου Στόλου – Ναυστάθμου Σαλαμίνας

Αρκετές φορές έχουμε αναφέρει, ότι εξαιτίας της έλλειψης Στρατιωτικών Ιερέων, οι εκάστοτε Σχηματισμοί και Τάγματα, καλούσαν περιστασιακά ή ανέθεταν μόνιμα σε κάποιο Ιερέα από την ευρύτερη περιοχή, την κάλυψη των θρησκευτικών αναγκών αυτών, παράλληλα με τα ποιμαντικά τους καθήκοντα στις ενορίες που ήταν τοποθετημένοι. Βεβαίως αυτό είναι μια τακτική που μέχρι και σήμερα εφαρμόζεται, αφού αρκετές οργανικές θέσεις από αυτές που είναι θεσμοθετημένες, παραμένουν κενές εξαιτίας, είτε της μη διοργανώσεως διαγωνισμού, είτε ελλείψεως ενδιαφέροντος από την πλευρά των Ιερέων.

Το δεύτερο ενδεχόμενο δεν ισχύει και τόσο, αφού και σήμερα υπάρχει ενδιαφέρον από κληρικούς της Εκκλησίας μας, που θέλουν να υπηρετήσουν στις Ένοπλες Δυνάμεις, αλλά αρκετές φορές δεν προχωρά η διαδικασία του διαγωνισμού της προσλήψεως από την πλευρά του Υπουργείου, που έχει την αρμοδιότητα και ευθύνη για κάτι τέτοιο. Έτσι προκειμένου οι Μονάδες μας και οι Σχηματισμοί, που βρίσκονται σε ολόκληρη την επικράτεια και στους τρεις Κλάδους, να μην στερούνται του Λόγου του Θεού και της χάριτος του Θεού μέσα από τις Ιερές Ακολουθίες και τα Ιερά Μυστήρια της Εκκλησίας μας, καλύπτονται περιστασιακά, από τους κατά τόπους Ιερείς των Ιερών Μητροπόλεων.

Μέσα σε αυτήν την τακτική που ακολουθείται, υπάρχει θα μπορούσαμε να πούμε εν γνώσει αυτών που γράφουμε, ένα σημαντικό κενό σε αυτόν τον τομέα της ποιμαντικής διακονίας. Ο Στρατιωτικός Ιερέας, καλείται θέτοντας τον εαυτό του στη διακονία των υπηρετούντων την πατρίδα μας, να αναλώνεται σε αυτό το κομμάτι, που η Εκκλησία τον όρισε να υπηρετεί με πιστότητα και ακρίβεια. Καλείται όλη του η διακονία να χαρακτηρίζεται από ένα πνεύμα ανησυχίας για την πορεία και το μέλλον αυτών, που μοιράζουν το χρόνο τους μεταξύ της οικογενείας τους και της πατρίδας.

Η ενορία του και οι ενορίτες του είναι άνθρωποι, που μπορεί να μην χαρακτηρίζονται από την μονιμότητά τους στον ίδιο χώρο, εξαιτίας των μεταθέσεών τους, όμως έχουν τα ίδια προβλήματα, τις ίδιες ανησυχίες, τα ίδια ενδιαφέροντα, με τους λοιπούς ανθρώπους που καλούνται να αντιμετωπίσουν την σκληρή και στυγνή πολλές φορές καθημερινότητα, άλλοτε με επιτυχία και άλλοτε με αποτυχία, εξαιτίας των επιλογών που θα κάνουν.

Καλείται συμμεριζόμενος τις ιδιαιτερότητες του επαγγέλματος – λειτουργήματος του Στρατιωτικού, να αγρυπνά και να προσέχει τους προβατόσχημους λύκους, διαφόρων κατηγοριών και μορφών, που έρχονται να πλανήσουν και να προβληματίσουν, αυτούς που έχουν θέσει τον εαυτό τους, στην διαφύλαξη πέραν των συνόρων και της ακεραιότητας της χώρας μας, των αξιών και των παραδόσεών μας, μεταξύ αυτών και της πίστεώς μας. Αυτό το έργο δεν είναι και τόσο εύκολο, αν σκεφτούμε ότι οι πειρασμοί, οι προκλήσεις και οι προσκλήσεις, από κάθε πλευρά είναι τόσες πολλές, που ο Στρατιωτικός Ιερέας, δεν πρέπει να αναλώνεται με κάτι άλλο. Δεν μπορεί και δεν πρέπει να ξεφεύγει του έργου και της αποστολής του, που θα τον εμποδίσει να αντιληφθεί την πραγματικότητα και τον κίνδυνο. Πρέπει να είναι μπροστά και όχι πίσω, τρέχοντας να προλάβει ή να πιάσει την καθημερινότητα.

Οφείλει σε μια εποχή που έχει αλλάξει. Σε μια εποχή που ζητά όλο και περισσότερα. Σε μια εποχή που τα προβλήματα, έχουν πολλαπλασιαστεί και έχουν οδηγήσει τον άνθρωπο σε ένα αδιέξοδο, οδηγώντας τον στην αναζήτηση της ελευθερίας και ενός τρόπου ζωής που δεν θα τον πνίγει, χωρίς όμως να το έχει καταφέρει, οφείλει να αγωνίζεται «από φυλακής πρωίας μέχρι νυκτός», ώστε να μην χάσει καμία ψυχή, για την οποία θα δώσει λόγο στο Θεό. Γι’ αυτό και πολύ σοφά κατά τη γνώμη μας, το Νομοθετικό Διάταγμα που διέπει μέχρι και σήμερα το Σώμα των Στρατιωτικών Ιερέων, δεν επιτρέπει να έχει κάποιο άλλο ενοριακό έργο, ο Ιερέας του Στρατού. Είναι τόσο μεγάλο το έργο που έχει να επιτελέσει, εντός του στρατεύματος που δεν του μένει χρόνος για τίποτε άλλο.

Βρισκόμαστε σε μια εποχή, που διάφορες ομάδες, ξένες προς την ιστορία, τον πολιτισμό, τα ήθη και τα έθιμά μας και προπαντός την πίστη μας, προσπαθούν να εισχωρήσουν μέσα και στο χώρο των Ενόπλων Δυνάμεων. Οι αιρέσεις, με τις διάφορες μορφές που έχουν, η αθεΐα, η επιστροφή προς το αρχαιοελληνικό πνεύμα κ.α. , είναι κάποια από τα προβλήματα που καλείται σε θέματα πίστεως, να αντιμετωπίσει ο Ιερέας. Καλείται με πολύ διάκριση, με πίστη και με θεολογική κατάρτιση, μα πάνω από όλα με πολύ αγάπη Χριστού, να δίνει μια μαρτυρία τέτοια, πριν όλα αυτά αρχίσουν να εξαπλώνονται και να δημιουργούν βάσεις και θεμέλια, που σκοπό και στόχο έχουν, να αλλάξουν τη μορφή του στρατεύματος, μέσα από την αλλοίωση της πίστεώς μας και να μεταβάλλουν τις συνειδήσεις και πεποιθήσεις των ανθρώπων μας.

Μέχρι και σήμερα αυτό που βλέπουμε και κάνουμε το Σταυρό μας ευχαριστώντας τον Θεό, είναι ότι οι Ένοπλες Δυνάμεις αντιστέκονται. Δίνουν ένα δυναμικό παρόν, μέσα στο σήμερα, αντλώντας δύναμη από το παρελθόν, από τις παραδόσεις τις οποίες τηρούν με θρησκευτική ευλάβεια, σε πείσμα όλων εκείνων που θέλουν να τις τροποποιήσουν, να τις αγνοήσουν, προκειμένου με ασφάλεια να προχωρήσουν στο μέλλον. Δίπλα σε αυτό το έργο που αγωνίζονται να φέρουν εις πέρας οι Ένοπλες Δυνάμεις μας, στέκεται και η Εκκλησία μας σύσσωμη, αλλά και με τους Στρατιωτικούς Ιερείς που έχει διαθέσει με πολύ αγάπη, ώστε σε κάθε λεπτό της ώρας, να υπάρχει «Φως Χριστού».

Γίνονται λάθη, δεν τα αποκρύπτουμε. Προσευχόμαστε να μην είναι τραγικά και ανεπανόρθωτα, με τεράστιες απώλειες και καταστροφές. Διδασκόμαστε από τα λάθη και προχωρούμε, χωρίς να τα επαναλαμβάνουμε. Κοιτάζουμε μπροστά. Προσπαθούμε να κερδίσουμε το χαμένο χρόνο που χάσαμε, εξαιτίας των λαθών και των ατελειών που έχουμε και εμείς ως άνθρωποι. Προσπαθούμε να ανταποκριθούμε σε κάθε κάλεσμα, σε κάθε φωνή που μας καλεί, ενώ πνίγεται από τις σύγχρονες σειρήνες. Απλώνουμε το χέρι μας, για να βοηθήσουμε τον συνάνθρωπό μας, που παλεύει στα κύματα της προσωπικής του θάλασσας ή και του ωκεανού. Χρειάζεται να δώσουμε θάρρος σε αυτόν που έχει χάσει την ελπίδα του και δεν βρίσκει νόημα και ουσία στη ζωή που κάνει, έχοντας δοκιμάσει τις ουσίες εκείνες, που τον οδηγούν σε μια ζωή με ψευδαισθήσεις και αυταπάτες, χωρίς να δημιουργεί, χωρίς να προσπαθεί, χωρίς να ονειρεύεται για το μέλλον με αισιοδοξία και τελικά να είναι πεθαμένος πριν ακόμα πεθάνει.

Το έργο του Στρατιωτικού Ιερέως δεν καταγράφεται. Δεν εκφράζεται με λέξεις και ούτε περικλείεται σε παραγράφους, σε δοκίμια ή σε εκθέσεις ιδεών. Πολλά πράγματα δεν γράφονται. Δεν μπορούν να γραφτούν, γιατί δεν υπάρχουν οι αντίστοιχες λέξεις, που θα αποτυπώσουν το περιεχόμενο και το νόημα αυτών που θέλουμε να πούμε, όπως θέλουμε να το πούμε και όπως το έχουμε ζήσει. Θα αδικήσουμε πρόσωπα, πράγματα και καταστάσεις. Γι’ αυτό πολλά από αυτά που συναντούμε στην πορεία μας, τα κρατούμε ως πολύτιμο θησαυρό, που δεν εξαγοράζεται, δεν πουλιέται και δεν μπορεί να συγκριθεί με κάτι υλικό. Όλα αυτά μένουν χαραγμένα μέσα στο μυαλό και πολύ περισσότερο στην καρδιά, χαράσσοντας μια εμπειρία που αποτελεί πολύτιμη παρακαταθήκη για τους επομένους, που θα διδάσκονται όχι από κάποιο χειρόγραφο ή κάποιο εγχειρίδιο, αλλά από αυτή την εμπειρία, που είναι αληθινή, μοναδική, καθαρή και προπαντός γεμάτη αγάπη, θυσία και προσφορά.

Δεν προσπαθώ να παρουσιάσω μια ιδεατή κατάσταση και κάτι τέλειο. Μέσα από αυτά που καταγράφω, δεν θέλω σε καμία περίπτωση να νομίσει κανείς, ότι εμείς οι Στρατιωτικοί, είμαστε κάτι διαφορετικό ή κάτι ανώτερο, από τους άλλους κληρικούς, που και αυτοί με ζήλο και με φόβο Θεού, διακονούν από τη θέση που βρίσκονται το λαό, κάτω και αυτοί από δύσκολες συνθήκες και καταστάσεις. Ο κάθε ένας, κάνει αυτό που πρέπει να κάνει, προκειμένου μέσα από το έργο μας, μέσα από την ταπεινή και ανυπόκριτη διακονία μας, να δοξάζετε το όνομα του Κυρίου μας. Η διακονία δεν συγκρίνεται, δεν αξιολογείται με ανθρώπινα κριτήρια και δεν επιζητεί τους επαίνους και τις επευφημίες των ανθρώπων, καθώς επίσης και τα φώτα της δημοσιότητας. Όλα γίνονται «εν τω κρυπτώ» για να αποδώσει ο Κύριος, «εν τω φανερώ».

Έτσι δεν υπάρχει το τέλειο, διότι δεν είμαστε τέλειοι, αλλά τείνουμε στην τελειότητα και αγιότητα. Δεν σημαίνει ότι κάνουμε, ότι είναι σωστό ή είναι απόλυτα αποδεκτό. Όχι. Υπάρχουν όπως είπαμε και προηγουμένως και λάθη και ατέλειες και παραλείψεις και επιπολαιότητα και αβλεψία και ολιγωρία και άλλα στα οποία δεν θα ήθελα να επεκταθώ σε αυτό το σημείο. Δεν θέλω να επεκταθώ, όχι γιατί δεν με συμφέρει ή γιατί είναι κακό ή γιατί μπορεί να ειπωθούν πράγματα που θα θίξουν και θα ξύσουν πληγές. Όχι δεν φοβόμαστε την αλήθεια. Η αλήθεια μας κάνει καλύτερους και μας προφυλάσσει από τα χειρότερα. Το θέμα είναι μέσα από το αρνητικό, μέσα από το κακό, να έχουμε την δύναμη και την διάθεση να το μετατρέψουμε, να το μεταμορφώσουμε σε κάτι καλό. Να κάνουμε μια υπέρβαση, ξεκινώντας πρώτα από τον εαυτό μας και συνεχίζοντας στους άλλους, γνωστούς και αγνώστους σε εμάς.

Καλούμαστε το κακό να το κάνουμε καλό. Το άσχημο ωραίο. Το μέτριο καλό. Το καλό καλύτερο, το καλύτερο άριστο, το άριστο τέλειο. Χρειάζεται μεγάλος αγώνας. Χρειάζεται πολύ προσευχή, πίστη, εμπιστοσύνη στο Θεό και υπομονή, για να αντέξουμε ότι συναντήσουμε, γιατί πάντοτε το έργο μας δεν είναι από όλους αποδεκτό ή δεν γίνεται αμέσως αποδεκτό. Η εποχή μας όλα τα εξετάζει, όλα τα κριτικάρει, όλα τα περνάει από διάφορες δοκιμασίες, προκειμένου να τα απορρίψει ή να τα αποδεχτεί. Κάποιες φορές συμβαίνει αν και μας έκριναν, να μην μας αποδέχτηκαν. Δεν μας φοβίζει αυτό. Λίγο πρέπει να μας προβληματίζει, προκειμένου να αλλάξουμε μορφή ή τρόπους προσεγγίσεως, ώστε να γίνουμε αποδεκτοί, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι οι σχέσεις μας είναι πελατειακές ή προσωπικές.

Χρειάζεται κάποιους ανθρώπους να τους πείσουμε για την αληθινότητα και την ειλικρίνεια των λόγων και των έργων μας. Σε άλλους θα καταβάλλουμε περισσότερη προσπάθεια, σε άλλους λιγότερη. Υπάρχουν άνθρωποι καλοπροαίρετοι, αλλά και κακοπροαίρετοι. Υπάρχουν γύρω μας άνθρωποι που μας κοιτάζουν καχύποπτα, αλλά υπάρχουν και άνθρωποι που στην παρουσία μας, βρίσκουν αυτό που ψάχνουν και θέλουν δίδοντάς μας την καρδιά τους, να τους δώσουμε την προσευχή μας.

Όλους τους κοιτάζουμε στα μάτια και δεν φοβόμαστε κανένα. Δεν μας τρομάζει κανένας όσο φοβερός και δυνατός κατά τον κόσμο και αν είναι. Δεν επιβαλλόμαστε. Δεν φοβερίζουμε, δεν απειλούμε, δεν σκοτώνουμε τον άλλο με τα λόγια μας ή την αδιαφορία μας. Κατακτούμε τον άλλο, όχι με τα λογικά επιχειρήματα, αλλά με τα επιχειρήματα της αγάπης και του ενδιαφέροντός μας για αυτό που κάνουμε και για αυτό που είμαστε. Δεν κάνουμε επίδειξη γνώσεων και δυνάμεως. Η δύναμη και η γνώση κάποιες φορές, όχι ότι δεν χρειάζονται, είναι λίγες μπροστά στο ταπεινό και αληθινό τρόπο που πρέπει να προσεγγίζουμε πρόσωπα και πράγματα.

Έτσι ο Στρατιωτικός Ιερέας, καλείται να διακονήσει στο στρατό και ο άλλος Ιερέας, ο πολιτικός, ο κοσμικός, όπως λέει ο κόσμος απλά, να αναλωθεί στην ενορία του και να δώσουν και οι δύο μαζί, από διαφορετικά μετερίζια, την ομολογία της Μιάς, Αγίας, Αποστολικής, Ορθοδόξου Εκκλησίας μας. Μέσα στο πνεύμα της ενότητας καλούνται να προσφέρουν και οι δύο φως, πολύ φως στην κοινωνία μας. Ένα φως που το έχει τόσο πολύ ανάγκη, για να βλέπει καθαρά που πορεύεται και που οδηγεί τα βήματά της. Όλα αυτά που κατέγραψα παραπάνω, τα έγραψα, παίρνοντας αφορμή από ένα έγγραφο που συνάντησα, κατά την έρευνά μου και προέρχεται από το Φρουραρχείο της Βόνιτσας, με ημερομηνία, 16 Ιανουαρίου 1855 και απευθύνεται στο Υπουργείο των Στρατιωτικών.

Στο έγγραφο αυτό αναφέρεται, ότι ο Ιερέας που του ανέθεσαν την εκτέλεση των θρησκευτικών καθηκόντων του 3ου Λόχου, είχε και ενορία. Γι’ αυτό ζητούν την άδεια να αναθέσουν πλέον αυτήν την διακονία σε άλλον Ιερέα, ονόματι Νικηφόρο Μπουγιουκλή. Βλέπουμε ότι ο προηγούμενος Ιερέας, αδυνατούσε όχι γιατί το ήθελε, αλλά γιατί ήταν πολλές οι υποχρεώσεις του, έναντι και της ενορίας, αλλά και του στρατεύματος. Καλείτο να μοιράσει τον ποιμαντικό του χρόνο σε δύο χώρους, με διαφορετικές απαιτήσεις. Όσο και αν είχε την καλή διάθεση και προθυμία, αυτό δεν ήταν αρκετό και προπαντός να έχει το επιθυμητό αποτέλεσμα. Το αποτέλεσμα ήταν ορατό και γι’ αυτό η μια πλευρά παίρνει την πρωτοβουλία να θέσει τέρμα στη δυσκολία εκείνη την οποία αντιμετώπιζε και ο Ιερέας αλλά και ο Λόχος.

Εξαιτίας αυτής της δυσκολίας που υπήρχε, το Φρουραρχείο από την 1η του μηνός Ιανουαρίου του έτους αυτού, είχε αναθέσει στον Ιερέα Νικηφόρο, την συγκεκριμένη αποστολή. Το Υπουργείο με έγγραφό του, στις 28 Ιανουαρίου 1855, εγκρίνει το αίτημα αυτό και έτσι πλέον ο νέος αυτός Ιερέας και με την έγκριση του Υπουργείου, θα μπορούσε να εκτελεί τα καθήκοντα που απορρέουν από την ιεροσύνη του, με έναν τρόπο που θα ήταν ευχαριστημένοι και οι ενορίτες του, γιατί και αυτός θα είχε ενορία, αλλά και το στράτευμα, το οποίο περίμενε αρκετά αν όχι πολλά από αυτόν.

Συνεχίζεται {67}